To ερώτημα που τίθεται αυτόν τον καιρό στις τάξεις των Δημοκρατικών, είναι εάν μια παρατεταμένη περίοδος εκλογικής πόλωσης θα καταλήξει τελικώς να ωφελεί τον Τζον Μακέιν. Ο βετεράνος του Βιετνάμ έχει ήδη εξασφαλίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και ξεκίνησε την εκστρατεία του για την προεδρία με μια δεκαήμερη περιοδεία στο εξωτερικό, επιχειρώντας να επιδείξει ένα πνεύμα πολυμερούς συνεργασίας προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής εικόνα της αμερικανικής υπερδύναμης. Μέχρις στιγμής, δείχνει ικανός να καρπωθεί εκλογικά οφέλη από την οξεία αντιπαράθεση μεταξύ Ομπάμα και Χίλαρι. Χαρακτηριστική είναι δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία ο Μακέιν ήδη προηγείται έναντι του Ομπάμα κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες (44% έναντι 39%), ενώ εάν γινόντουσαν σήμερα προεδρικές εκλογές το ποσοστό του ανεξάρτητου υποψηφίου Ραλφ Νέιντερ θα έφτανε το 5%.

Σε αντίστοιχη δημοσκόπηση, η πρώην Πρώτη Κυρία υπολείπεται κατά 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Μακέιν. Οι αριθμοί, ωστόσο, λένε μόνο τη μισή αλήθεια. Οι εκλογικοί αναλυτές συμφωνούν ότι η δυναμική που δύναται να προσλάβει ένας υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος, είτε είναι γυναίκα είτε αφροαμερικανικής καταγωγής, αρκεί για να ανατρέψει τα δεδομένα. Έτσι, δικαίως τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα προς τις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο Δημοκρατικό Κόμμα. Ένα κόμμα που εμφανίζεται διαιρεμένο σε μια άκρως αμφίρροπη μάχη χωρίς φαβορί, απέναντι όμως σε έναν ηλικιωμένο πολιτικό αντίπαλο που δεν έχει αποσαφηνίσει πλήρως τους τρόπους με τους οποίους θα επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του. Καθώς η διαδικασία διεκδίκησης του χρίσματος του Δημοκρατικού Κόμματος για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι ευρωπαίοι πολίτες καλούνται να αποκρυπτογραφήσουν τα εύπεπτα soundbites των δύο υποψηφίων.

Η ανάγκη για ενημέρωση συχνά προσκρούει στην καταφανή φτώχεια που χαρακτηρίζει την κάλυψη των διεθνών γεγονότων από τα περισσότερα εγχώρια ειδησεογραφικά δίκτυα, καθώς και στην ευρύτατη επικράτηση της τηλεοπτικής εικόνας εις βάρος της πολιτικής ουσίας. Ένα άλλο βασικό πρόβλημα είναι η δαιδαλώδης διαδικασία ανάδειξης του υποψηφίου στο Κόμμα των Δημοκρατικών, που όμως περιπλέκεται από ασυνήθιστους παράγοντες όπως η ψήφος των υπερεκλεκτόρων. Το κυριότερο ίσως εμπόδιο για την κατανόηση των διαφορών μεταξύ των δύο υποψηφίων είναι το ίδιο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, προσανατολισμένο εδώ και δεκαετίες στη συμμόρφωση σε αρχές που άπτονται των λειτουργιών του ιδιωτικού τομέα, και ιδιαίτερα της γιγαντωμένης βιομηχανίας δημοσίων σχέσεων. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτές τις δυσκολίες, είναι εύλογο να επιχειρήσουμε να χειριστούμε το θέμα σε δύο επίπεδα.

Ποιοι κανόνες διέπουν την εκλογική διαδικασία στις προκριματικές του Δημοκρατικού Κόμματος, και ποιες είναι οι βασικές θέσεις των υποψηφίων; Ποιοι φορείς στηρίζουν τον κάθε υποψήφιο; Από ποιες πηγές λαμβάνουν τη χρηματοδότησή τους; Ποιες πολιτικές τάσεις εκπροσωπούν; Ποιες κοινωνικές ομάδες εκφράζουν; Οι διαφορές μεταξύ τους μπορεί να είναι λεπτές και συχνά δυσδιάκριτες, μεταφράζονται όμως σε μεγάλες πολιτικές διακυμάνσεις όταν έχουμε να κάνουμε με μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Advertisements