του Σήφη Φιτσανάκη

Ένα σημαντικότατο στοιχείο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής είναι αυτό του μεγέθους. Η κολοσσιαία γεωγραφική έκταση των ΗΠΑ συνήθως παραβλέπεται από τους ξένους αναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πολιτικά τεκταινόμενα στην υπερδύναμη. Αγνοείται για παράδειγμα η πολιτική σημασία του γεγονότος πως οι εθνικές εκλογές στις ΗΠΑ διεξάγονται σε οχτώ τοπικές ζώνες ώρας στις οποίες κατοικούν γεωγραφικά διάσπαρτοι πληθυσμοί που συχνά έχουν ελάχιστη σχέση ή επαφή μεταξύ τους.

Συνεπώς είναι πολλαπλά εσφαλμένη η άποψη πως η πολιτική ποικιλομορφία, που αναγκαστικά διέπει την πολυπρόσωπη πληθυσμιακή σύνδεση της γιγαντιαίας αυτής χώρας, εξαντλείται στην απλοϊκή δικομματική αντιπαράθεση μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων. Αντίθετα, τα δυο αυτά κόμματα αποτελούν ουσιαστικά συνασπισμούς συγγενών πολιτικών τάσεων, που συχνά έχουν γεωγραφικές καταβολές. Στο Δημοκρατικό κόμμα, για παράδειγμα, συνυπάρχουν πολιτικές τάσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν από κεντροδεξιές με ρατσιστικές ρίζες (Νότος), έως ευρωσοσιαλιστικές (στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας) και ριζοσπαστικές με στοιχεία αγροτοσυνδικαλισμού (Μεσοδυτικές πολιτείες). Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως εδώ και 15 περίπου χρόνια το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ προσφέρει την εκλογική του υποστήριξη –και ενεργεί κατά βάση μέσα– στο Δημοκρατικό κόμμα. Παρόμοια δεδομένα ισχύουν και στην περίπτωση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, που ενεργεί ως ευρεία πολιτική ομπρέλα υπό την οποία συζούν τάσεις, συχνά αντιμαχόμενες, που ξεκινούν από τον αναρχοφιλελευθερισμό και καταλήγουν στον απροκάλυπτο φασισμό.

Τα παραπάνω στοιχεία συγκροτούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει απαραίτητα να αξιολογηθεί η κοινωνική δυναμική των πολιτικών στρατοπέδων της Χίλαρι Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα. Παρατηρώντας κανείς την σύνθεση της βάσης των ψηφοφόρων του κάθε στρατοπέδου, μπορεί να διακρίνει αυτήν ακριβώς την πολιτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το Δημοκρατικό κόμμα.

Οι εκλογές της οδοντόκρεμας

Κατά παράδοση, η εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ βασίζεται στις προδιαγραφές της αγοράς. Συγκεκριμένα, κατά την εύστοχη ρήση του Νόαμ Τσόμσκι, «οι [αμερικανικές] εκλογές διεξάγονται υπό την εποπτεία των ίδιων ανθρώπων που [μας] πουλάνε οδοντόκρεμα […]. Συνεπώς, η βιομηχανία [δημοσίων σχέσεων] χρησιμοποιεί την ίδια τακτική για να πουλήσει υποψήφιους μ’ εκείνη που χρησιμοποιεί για να πουλήσει οδοντόκρεμα» (1). Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων πως οι ίματζ μέικερ των πολιτικών αναλύουν το εκλογικό σώμα πάνω σε καταναλωτικές βάσεις. Για παράδειγμα, γνωρίζουν πως ο Μπαράκ Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης περίπου του 70% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων κάτω των 29 ετών (2). Το ακριβώς αντίστροφο συμβαίνει με τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους άνω των 65 ετών, σχεδόν τα τρία τέταρτα των οποίων προτιμούν την Χίλαρι Κλίντον (3). Γνωρίζουν επίσης πως ο Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης 12% περισσότερων αρσενικών ψηφοφόρων από την Κλίντον, η οποία όμως υπερτερεί του Ομπάμα κατά 21% στις γυναίκες (4). Ξέρουν ακόμα πως η Κλίντον προηγείται με 30% στις προτιμήσεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που προέρχονται από λατινοαμερικανικές (5) και ασιατικές μειονότητες (6), ενώ λαμβάνει μόνο το 10% των ψήφων των αφροαμερικανών, οι οποίοι υποστηρίζουν μαζικά την υποψηφιότητα Ομπάμα (7).

Αξίζει να σημειωθεί πως τα παραπάνω δεδομένα είναι γενικευμένα. Οι περισσότερες έρευνες του είδους κυριολεκτικά διυλίζουν τον κώνωπα περιέχοντας στοιχεία όπως πρόθεση ψήφου γονέων με ένα, δύο ή τρία παιδιά, με ένα ή περισσότερα αυτοκίνητα, ανάλογα με το είδος ή την αξία του αυτοκινήτου, με σπίτι που διαθέτει ή δε διαθέτει πισίνα, και πάει λέγοντας. Γνωρίζοντας αυτές τις λεπτομέρειες, οι πολιτικοί μπορούν να ρυθμίσουν την προεκλογική τους τακτική, την εξωτερική τους εικόνα, ακόμα και το περιεχόμενο των ομιλιών τους, ώστε να προσελκύσουν τις ψήφους συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Φυσικά κατηγοριοποιήσεις του εκλογικού σώματος με βάση φυλετικά, ηλικιακά, ή ευρύτερα καταναλωτικά κριτήρια, ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες των «εκλογών της οδοντόκρεμας», όπως τις ονομάζει ο Τσόμσκι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πρόσφατη σχετική δημοσκόπηση, μόνο ένας στους τρεις Δημοκρατικούς ψηφοφόρους επιλέγει την Κλίντον ή τον Ομπάμα με γνώμονα τις ιδέες τους και τα πολιτικά τους προγράμματα. Οι περισσότεροι τους ψηφίζουν βασιζόμενοι στο «αρχηγικό στιλ και στην εμπιστοσύνη που εμπνέουν» (8), δηλαδή με βάση καθαρά μή-πολιτικά κριτήρια.

Ωστόσο, για μια αυστηρά πολιτική αξιολόγηση των δυο υποψήφιων, τα στοιχεία των παραπάνω ερευνών δεν είναι εντελώς άχρηστα. Κι αυτό διότι δείχνουν πως, σε γενικές γραμμές, η πολιτική βάση της Χίλαρι Κλίντον αποτελείται από ψηφοφόρους που ανήκουν στην εργατική τάξη, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή κατά κανόνα δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση, με χειρονακτικού τύπου επαγγελματική απασχόληση (ή συνταξιούχοι), και με χαμηλότερο εισόδημα (9). Αντίθετα, η πολιτική βάση του Μπαράκ Ομπάμα απαρτίζεται από εύπορους ψηφοφόρους της ανώτερης και μικροαστικής τάξης, με προπτυχιακή ή μεταπτυχιακή μόρφωση και με σχετικά ανεξαρτητοποιημένη πολιτική ταυτότητα (10). Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι αφροαμερικανοί, οι οποίοι ψηφίζουν μαζικά Ομπάμα προφανώς με βάση φυλετικά κριτήρια.

Σε πρόσφατο άρθρο της η επιθεώρηση The Economist περιγράφει την ταξική διαφοροποίηση μεταξύ της πολιτικής βάσης του Μπαράκ Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον ως «πολιτικό διαχωρισμό μεταξύ [Δημοκρατικών] ψηφοφόρων που προτιμούν κρασί ή μπύρα με το φαγητό τους» (11) (στις ΗΠΑ το κρασί, σε αντίθεση με τη μπύρα, θεωρείται ποτό πολυτελείας). Φυσικά, ανάμεσα στους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους που, κατά την αναλογία του Economist, προτιμούν «μπύρα με το φαγητό τους» συγκαταλέγονται τα περισσότερα μέλη των εργατικών συνδικάτων. Οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν πως η Κλίντον προηγείται πανεθνικά έναντι του Ομπάμα κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες στις προτιμήσεις συνδικαλισμένων εργατών. Η διαφορά αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη σε βιομηχανικές πολιτείες με δυναμική συνδικαλιστική παρουσία, όπως είναι το Οχάιο, το Ιλινόι, ή το Μίσιγκαν (12).

Ταξική διαφοροποίηση

Γιατί αυτή η βαθιά ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των δυο στρατοπέδων; Οι λόγοι σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτικές κατευθύνσεις των δυο διεκδικητών του χρίσματος. Οι πολιτικές προτεραιότητες της Χίλαρι Κλίντον (δυνατή οικονομία, προστατευτισμός, ισχυροποίηση της δημόσιας ασφάλισης, ίδρυση εθνικού συστήματος υγείας) χαίρουν ιδιαίτερης απήχησης στις τάξεις των μικρομεσαίων, των ανέργων και των συνταξιούχων. Οι τελευταίες, όπως παραδέχονται ακόμα και δεξιά έντυπα όπως ο Economist, «βλέπουν το επίπεδο διαβίωσής τους να παραμένει στάσιμο εδώ και χρόνια και ανησυχούν [πρωτίστως] εάν θα καταφέρουν να πληρώσουν τους λογαριασμούς του μήνα» (13).

Αντίθετα, οι πολιτικές προτεραιότητες του Μπαράκ Ομπάμα (παγκόσμια ειρήνη, αποκατάσταση της φήμης των ΗΠΑ στο εξωτερικό, φυλετική ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, οικολογία) βρίσκουν απήχηση στις τάξεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που έχουν λύσει τις άμεσες βιοποριστικές τους ανάγκες, έχοντας έτσι την πολυτέλεια να προσανατολιστούν πολιτικά με γνώμονα ευρύτερα ηθικά ζητήματα. Παράλληλα, λόγω της ανώτερης εκπαιδευτικής τους στάθμης, οι τάξεις αυτές των ψηφοφόρων έχουν μάθει να επιβραβεύουν τη διανοητική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πρωτοτυπία και τη ρητορική επιδεξιότητα, ικανότητες δηλαδή στις οποίες ο Μπαράκ Ομπάμα υπερτερεί άνετα έναντι της αντιπάλου του.

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορετικές τάσεις που εκπροσωπούν η Κλίντον και ο Ομπάμα έχουν μεν ταξικό προσανατολισμό, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει σε βάθος την πολιτική ταυτότητα της προεκλογικής τους διαμάχης. Άλλωστε οι δυο κατεξοχήν εκπρόσωποι του αριστερού ρεύματος του Δημοκρατικού κόμματος, ο βουλευτής Ντένις Κουσίνιτς και ο γερουσιαστής Τζον Έντουαρντς, αποσύρθηκαν από τη διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος από πολύ νωρίς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οποιοσδήποτε από τους Κλίντον ή Ομπάμα κερδίσει το προεδρικό χρίσμα θα λάβει παράλληλα την ολική και άνευ όρων υποστήριξη ολόκληρου του Δημοκρατικού εκλογικού σώματος. Τότε είναι που θα ξεκινήσει η προσπάθεια μέχρι τελικής πτώσης για να αποφευχθεί η διαιώνιση της Ρεπουμπλικανικής εξουσίας στην Ουάσιγκτον.

Παραπομπές

[1] E. Luce, «Democratic Struggle Stresses Faultlines», The Financial Times, 6/2/08.

[2] Exit polls για όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ βρίσκονται στη σελίδα του MSNBC: (http://www.msnbc.msn.com/id/21660890)

[3] Ό.π.

[4] A. Fram, «Candidates’ Backers Not As Predictable», Associated Press, 29/2/08.

[5] Ανών., «The Exit Polls: What Was Behind Tuesday’s Vote», CQ Politics, 4/3/08.

[6] Ό.π. 1.

[7] Ό.π. 1.

[8] C. Todd, M. Murray και D. Montanaro, «First Thoughts: The Great ’08 Paradox», MSNBC, 13/3/08.

[9] Διάφοροι, «Who Voted and Why? A Roundtable Discussion on the Ethnic, Religious and Social Makeup of Voters in the Elections», Democracy Now!, 10/11/06.

[10] Ό.π. 1.

[11] Ανών., «Obamaworld Versus Hillaryland», The Economist, 5/3/08.

[12] Ό.π. 4.

[13] Ό.π. 11.

Ο Σήφης Φιτσανάκης είναι διδάκτορας πολιτικών επιστημών και ζει στις ΗΠΑ. Για άρθρα και αναλύσεις του, βλ. www.monogramma.blogspot.com

Advertisements