του Σήφη Φιτσανάκη

Περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη χώρα, στις ΗΠΑ η ορθή άσκηση του δικαιώματος της ψήφου είναι ολόκληρη επιστήμη. Κι αυτό διότι ο εντοπισμός ουσιαστικών πολιτικών διαφορών μεταξύ υποψήφιων απαιτεί κατά κανόνα επίπονη και συστηματική έρευνα. Η επιστημονική προσέγγιση απαιτείται εκ των πραγμάτων, καθώς οι δελφίνοι των δυο μεγάλων κόμματων πολιτεύονται κατά κανόνα βασιζόμενοι στη δύναμη της εικόνας, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τα πολιτικά τους προγράμματα (1). Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους κύριους λόγους που η συντριπτική πλειοψηφία των εν δυνάμει ψηφοφόρων είτε ψηφίζουν με βάση την εικόνα είτε επιλέγουν την αποχή (2). Το ακριβές ποσοστό της αποχής, που συστηματικά ξεπερνάει το 50%, αποτελεί εξάλλου την σημαντικότερη –και γι’ αυτό την πλέον συγκαλυμμένη– είδηση των εκλογικών αναμετρήσεων στη χώρα.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το επιφαινόμενο, με ποιο τρόπο μπορούν να εντοπιστούν με σχετική ορθότητα οι ουσιώδεις πολιτικές διαφορές μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων όπως η Χίλαρι Κλίντον και ο Μπαράκ Ομπάμα; Ένας έγκυρος τρόπος (3), είναι η εξέταση της πολιτικής ταυτότητας των συμβουλευτικών τους επιτελείων, τα οποία θα στελεχώσουν σε μεγάλο βαθμό την κυβέρνηση που θα σχηματίσει ο επόμενος ή η επόμενη πλανητάρχης. Ένας άλλος τρόπος, εξίσου αποτελεσματικός, είναι η ανάλυση των πολιτικών τους διασυνδέσεων με τα εργατικά συνδικάτα, καθώς και με το οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Κι αυτό διότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους ψηφοφόρους, τα οργανωμένα συμφέροντα στις ΗΠΑ, είτε εργατικά, είτε εργοδοτικά, διερευνούν λεπτομερειακά ακόμα και τις πλέον αδιόρατες διαφορές μεταξύ των υποψήφιων, πριν τους προσφέρουν την υποστήριξή τους.

Ο ρόλος των οργανωμένων συμφερόντων

Εξετάζοντας κανείς τις χρηματικές συνεισφορές από διάφορα οργανωμένα συμφέροντα στις προεκλογικές εκστρατείες της Κλίντον και του Ομπάμα, παρατηρεί μόνο τρεις περιπτώσεις όπου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στις οικονομικές τους απολαβές. Συγκεκριμένα στους τομείς των μεταφορών, των εργατικών συνδικάτων, καθώς και των αμυντικών εξοπλισμών (4). Και στις τρεις αυτές κατηγορίες η εκστρατεία της Κλίντον έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εξασφαλίσει από 31% έως και 70% υψηλότερη χρηματοδότηση από εκείνη του εσωκομματικού της αντίπαλου.

Ποιος ο λόγος της διαφοροποίησης στη χρηματοδότηση των Ομπάμα και Κλίντον; Στην περίπτωση των εταιρειών που επιδίδονται στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών, η αιτία έχει να κάνει με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Είναι δε προφανής: κατά την οκταετία της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, παρά την πτώση του ανατολικού μπλοκ και την σχεδόν παράλληλη εξαφάνιση του «εξ ανατολών κινδύνου», η κυβέρνησή του αρνήθηκε πεισματικά να ακολουθήσει την παγκόσμια πτωτική τάση στους εξοπλισμούς. Μεταξύ 1993 και 2001, όταν όλες σχεδόν οι σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως μείωναν δραστικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, ο αντίστοιχος αμερικανικός αυξήθηκε από 292,4 δισ. σε 306 δισ. δολάρια, παραμένοντας σε γενικές γραμμές στα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου (5). Παράλληλα, οι κυβερνήσεις Κλίντον θεσμοθέτησαν την στρατοκρατική τάση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, επιθυμώντας να «διατηρήσουν με στρατιωτικά μέσα τη νεοαποκτηθείσα στρατηγική υπερίσχυση που επήλθε από τη σοβιετική κατάρρευση και [να επιδοθούν σε μια] μονόπλευρη [πολιτική, την οποία θεωρούσαν] ως την πλέον εύκολη και αξιόπιστη μέθοδο επιδίωξης του στρατηγικού αυτού στόχου» (6).

Η στρατιωτική βιομηχανία

Η τάση στρατοκρατίας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επί εποχής Μπιλ Κλίντον δεν εκδηλώθηκε μόνο με τις συνεχείς και παράνομες στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός συνόρων (Βοσνία, Κροατία, Σερβία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Αϊτή, Σουδάν, Αφγανιστάν, Ιράκ, Ζαΐρ και αλλού). Εκδηλώθηκε επίσης μέσω της δραστικής αύξησης της διάθεσης στρατιωτικού υλικοτεχνικού εξοπλισμού σε συμμαχικές κυβερνήσεις ανά την υφήλιο που επιδίδονταν στην συστηματική εξολόθρευση μερίδας του πληθυσμού τους (Ισραήλ, Ινδονησία, Τουρκία, Κολομβία και άλλες). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τουρκίας, η οποία το 1997, την εποχή δηλαδή που εξολόθρευε μαζικά τον Κουρδικό της πληθυσμό στην Ανατολία, παρέλαβε από τις ΗΠΑ στρατιωτική βοήθεια υψηλότερη από εκείνη που έλαβε σε ολόκληρη την περίοδο 1950-19837.

Συνεπώς οι κυβερνήσεις Κλίντον φρόντισαν ώστε να μην επαληθευθούν οι υπαρξιακοί φόβοι του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, που λογικά ανησυχούσε για την οικονομική του επιβίωσή μετά την εξάλειψη του «σοβιετικού κινδύνου». Φυσικά οι κολοσσιαίες εταιρίες ολιγοπωλιακού χαρακτήρα, που απαρτίζουν την αμερικανική βιομηχανία αμυντικών εξοπλισμών, προτιμούν κατά παράδοση Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Ωστόσο διαλέγοντας μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων, όπως είναι η Κλίντον και ο Ομπάμα, επιλέγουν δικαιολογημένα την Κλίντον, ο σύζυγος της οποίας στάθηκε αταλάντευτα στο πλευρό τους επί οχτώ κρίσιμα χρόνια.

Τα συνδικάτα

Οι περιπτώσεις των μεταφορών και των εργατικών συνδικάτων σχετίζονται με την οικονομική πολιτική. Είναι δε αλληλένδετες, καθώς οι μεταφορές αποτελούν έναν από τους ελάχιστους τομείς της αμερικανικής οικονομίας που ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τα εργατικά συνδικάτα, από την εποχή του Τζίμι Χόφα. Εδώ και δεκαετίες, το περιβάλλον Κλίντον διατηρεί σημαντικές προσβάσεις στα αμερικανικά συνδικάτα, τα οποία, μετά τον καταποντισμό που υπέστησαν επί Ρόναλντ Ρίγκαν, γνώρισαν μερική ανάκαμψη κατά την οκταετία της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον. Είναι χαρακτηριστικό ότι έως τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη δέκα εργατικά συνδικάτα πανεθνικής εμβέλειας είχαν δηλώσει επίσημα την υποστήριξή τους στην Χίλαρι Κλίντον, τέσσερα στον Τζον Έντουαρντς (ο οποίος αργότερα απέσυρε την υποψηφιότητά του), ενώ κανένα στον Μπαράκ Ομπάμα8. Οι αναλογίες αυτές δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά από τότε (9).

Ο λόγος της συντριπτικής υποστήριξης της Χίλαρι Κλίντον από τα συνδικάτα δεν οφείλεται μόνο στην ευγνωμοσύνη τους για την υποστήριξη που τους δόθηκε επί κυβερνήσεων Μπιλ Κλίντον. Οφείλεται κυρίως στην αισθητή διαφοροποίηση του οικονομικού της προγράμματος από εκείνο του Μπαράκ Ομπάμα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως οι δυο εφημερίδες-αντιπρόσωποι του αμερικανικού κεφαλαίου, η Wall Street Journal (10) και η αμερικανική έκδοση των Financial Times, υποστηρίζουν επίσημα τον Τζον Μακέιν και τον Μπαράκ Ομπάμα. Σε πρόσφατο άρθρο της σύνταξης, οι Financial Times κατηγόρησαν και τους δυο Δημοκρατικούς υποψήφιους ως «υποκριτές», διότι πλασάρουν προεκλογικά τον οικονομικό προστατευτισμό (δηλαδή την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τον ανταγωνισμό της ξένης) για να κερδίσουν την υποστήριξη των συνδικάτων, ενώ στην πραγματικότητα γνωρίζουν πως μετεκλογικά θα είναι δύσκολο να περιορίσουν το «ελεύθερο εμπόριο, [που αποτελεί] ζωτικό αμερικανικό συμφέρον» (11). Για τους αντιδραστικούς Financial Times, το πρόβλημα με την Κλίντον είναι ότι πραγματικά πιστεύει στον οικονομικό προστατευτισμό. Αντίθετα, το συμβουλευτικό επιτελείο του Ομπάμα έχει εμμέσως αναγνωρίσει ότι η αντίθεσή του στο ελεύθερο εμπόριο είναι απλά «πολιτική δημαγωγία», την οποία δεν σκοπεύει να τηρήσει μετεκλογικά. Άρα, καταλήγει η εφημερίδα, ο Ομπάμα μπορεί να είναι «υποκριτής, αλλά –όσο άσχημα κι αν ακούγεται αυτό– υπάρχουν και χειρότερα πράγματα, ένα από τα οποία είναι ο προστατευτισμός» στον οποίο πιστεύει η Κλίντον, αλλά όχι ο Ομπάμα (12).

Διαφορές στα σημεία

Φυσικά η πολιτική και οικονομική υποστήριξη των εργατικών συνδικάτων προς την Χίλαρι Κλίντον δεν σημαίνει απαραίτητα υπερίσχυση της υποψηφιότητάς της. Άλλωστε το 2004 ο Δημοκρατικός Τζον Κέρι κέρδισε το χρίσμα για την Προεδρία των ΗΠΑ έχοντας λάβει την υποστήριξη ενός μόνο πανεθνικού εργατικού συνδικάτου (13). Ωστόσο η προτίμηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, όπως και του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, στην εκστρατεία της Κλίντον φανερώνει μερικές από τις σπάνιες πολιτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ της συζύγου του πρώην προέδρου των ΗΠΑ και του Μπαράκ Ομπάμα.

Σε τελική ανάλυση, οι διαφορές μεταξύ της Κλίντον και του Ομπάμα, όπως διαφαίνονται από τη σύνδεση των υποστηρικτών τους, είναι πολιτικά σημαντικές ακριβώς επειδή είναι αριθμητικά ελάχιστες. Διότι εάν επιθυμεί κανείς να αποφασίσει ποιον υποψήφιο θα υποστηρίξει, όχι με βάση την εικόνα, αλλά με βάση πολιτικά κριτήρια, σε αυτές τις λίγες διαφορές θα πρέπει απαραίτητα να επικεντρωθεί.

Παραπομπές

[01] N. Chomsky «The Toothpaste Election», Counterpunch, 12/3/05.

[02] Κατατοπιστικότατη είναι η μελέτη των F.F. Piven και R.A. Cloward, Why Americans Don’t Vote, Pantheon Books, Νέα Υόρκη, 1988.

[03] Σ. Φιτσανάκης, «Το Πικρό Δίλημμα των Αμερικανικών Εκλογών», Αντί, 15/2/08.

[04] Πλήρη στοιχεία παραθέτονται στο πρόγραμμα Open Secrets του Center for Responsive Politics (www.opensecrets.org).

[05] C. Johnson, The Sorrows of Empire, Macmillan, Νέα Υόρκη, 2004 σελ. 56.

[06] C. Knight, US Military-Strategic Ambitions: Expanding to Fill the Post-Soviet Vacuum, Commonwealth Institute, Κέιμπριτζ, Ιούνιος 2000.

[07] N. Chomsky, Middle East Illusions, Rowman & Littlefield, Νέα Υόρκη, 2004, σελ. 205.

[08] J.J. Holland, «Obama Comes Up Short on Union Support», USA Today, 18/12/07.

[09] Αν και ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική διάσπαση της μεγαλύτερης αμερικανικής ομοσπονδίας εργαζομένων του δημοσίου (AFSCME), η ανώτατη ηγεσία της οποίας υποστηρίζει επίσημα την Κλίντον, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του διοικητικού της συμβουλίου υποστηρίζει τον Ομπάμα (Α. Berman, «Labor Rebels Against Clinton», The Nation, 07/01/08).

[10] Άρθρο της σύνταξης, «The Wages of HillaryCare», The Wall Street Journal, 7/2/08.

[11] Άρθρο της σύνταξης, «Primary Politics and Protectionism», The Financial Times, 10/3/08.

[12] Δείτε επίσης J. Bhagwati «Obama’s Free-Trade Credentials Top Clinton’s», The Financial Times, 3/3/08, καθώς και C. Cook, «Why Democrats Must Choose Obama», The Financial Times, 10/2/08.

[13] Ό.π. 8.

Ο Σήφης Φιτσανάκης είναι διδάκτορας πολιτικών επιστημών και ζει στις ΗΠΑ. Για άρθρα και αναλύσεις του, βλ. www.monogramma.blogspot.com

Advertisements