Το να γίνεται αφιέρωμα στο ασφαλιστικό μόλις λίγες εβδομάδες μετά την ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» της κυβέρνησης ίσως φαντάζει λίγο παράδοξο. Πόσο μάλλον όταν ο στόχος αυτού του αφιερώματος δεν είναι να ασχοληθεί με το πρόσφατα ψηφισθέν νομοσχέδιο. Και όμως, όσοι γνωρίζουν έστω και ελάχιστα τα του ασφαλιστικού μπορούν να διαβεβαιώσουν ότι το ασφαλιστικό όχι μόνο δεν λύθηκε αλλά θα μας απασχολήσει ξανά στο άμεσο μέλλον. Θα μας απασχολήσει γιατί η ασφαλιστική μεταρρύθμιση της Νέας Δημοκρατίας δεν απάντησε, ούτε καν άγγιξε, τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνιστούν τον πυρήνα του ασφαλιστικού προβλήματος. Όπως σωστά τονίστηκε επανειλημμένα, η κύρια στόχευση της πρόσφατης μεταρρύθμισης ήταν η πρόσκαιρη «δημοσιονομική» τακτοποίηση των οικονομικών του συστήματος –κυρίως μέσω της εσωτερικής ανακατανομής πόρων μεταξύ των ταμείων– και η διαμόρφωση ενός γενικού πλαισίου που θα επιτρέψει στο μέλλον επιπλέον παρεμβάσεις.

Η ορατή όψη του προβλήματος είναι ότι τα ταμεία «δεν έχουν λεφτά». Όμως η οικονομική δυσπραγία των ταμείων είναι το σύμπτωμα και όχι η αιτία της κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος στη χώρα μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι «γιατί τα ταμεία δεν έχουν λεφτά;». Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι αυτονόητη. Από τη μία υπάρχουν κάποιες «εσωτερικές» τάσεις του συστήματος που χρόνο με το χρόνο επιδεινώνουν την κατάσταση. Από την άλλη υπάρχουν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και πρακτικές οι οποίες ενισχύουν αυτές τις ενδογενείς τάσεις.

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται να υπάρχει μια κατ’ αρχήν συμφωνία όσον αφορά τους παράγοντες που συγκροτούν το πρόβλημα. Λίγο πολύ αυτοί περιλαμβάνουν (α) το δημογραφικό πρόβλημα, δηλαδή στη διαχρονική επιδείνωση της σχέσης μισθωτών-συνταξιούχων εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης, (β) το πρόβλημα της χρηματοδότησης των ταμείων που οφείλεται τόσο στις μειωμένες εισροές του (εξαιτίας της εισφοροδιαφυγής και της μαύρης εργασίας) όσο και στη χρησιμοποίηση-εξανέμιση των αποθεματικών των ταμείων και (γ) τη χρησιμοποίηση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης ως «αντίβαρου» στις διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων. Επί σειρά ετών οι κυβερνήσεις έκαναν αποσπασματικές ασφαλιστικές ρυθμίσεις, αλλοιώνοντας τη δομή και τη φυσιογνωμία του συστήματος, ως αντάλλαγμα της απροθυμίας τους να ικανοποιήσουν μισθολογικά αιτήματα που θα συνεπάγονταν άμεσες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις. Κάπως έτσι, την προηγούμενη της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, το ασφαλιστικό σύστημα χαρακτηριζόταν από πληθώρα μικρών ταμείων και ένα «μεγάλο κουβά» (το ΙΚΑ) ο οποίος δέχονταν όλα τα βάρη.

Τα παραπάνω συνιστούν τη «λογιστική» βάση του προβλήματος (χωρίς όμως να υπάρχει συμφωνία για το βάρος κάθε παράγοντα). Η απάντηση όμως δεν θα είναι –ούτε ποτέ υπήρξε– λογιστική. Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί, η λύση του ασφαλιστικού θα είναι πολιτική γιατί το ίδιο το πρόβλημα είναι πολιτικό, υπό την έννοια ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης αντικατοπτρίζει ενός τύπου κοινωνικό συμβόλαιο, τόσο μεταξύ των γενεών όσο και μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων.

Εν αναμονή επομένως του «δεύτερου γύρου» μπορούμε να ξανανοίξουμε τη συζήτηση ξεκινώντας από κάποια βασικά ερωτήματα: υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα και εάν ναι, πόσο σημαντικό είναι; Γιατί το ασφαλιστικό δεν μπορεί να λυθεί με τα μέτρα της κυβέρνησης; Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που το επηρεάζουν; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός αναδιανεμητικού και ενός κεφαλαιοποιητικού ασφαλιστικού συστήματος; Που πήγαν τα λεφτά των ταμείων; Τα κείμενα του αφιερώματος προσπαθούν να θίξουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα. Στόχος του πρώτου αφιερώματος για το ασφαλιστικό δεν είναι να προτείνει λύσεις. Σε τελική ανάλυση για να λύσεις ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να το ορίσεις σωστά.

Advertisements