της Χάριτος Συμεωνίδου

Είναι γνωστό ότι ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα, ο μέσος δηλαδή αριθμός παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, βρίσκεται, από το 1983, σε επίπεδο κατώτερο του 2,1, που είναι απαραίτητο για την αντικατάσταση των γενεών (1,33 παιδιά το 2005). Οι συνέπειες είναι γνωστές: μείωση του ποσοστού αύξησης του πληθυσμού, μηδενική και στη συνέχεια αρνητική αύξηση, δημογραφική γήρανση.

Σε ευρωπαϊκό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία, στην τελευταία θέση όσον αφορά τη γονιμότητα, ενώ παρουσιάζει και τον ταχύτερο ρυθμό πληθυσμιακής γήρανσης. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων των απογραφών του 1951 και του 2001 είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: η βάση της πυραμίδας ηλικιών έχει περιοριστεί ενώ η κορυφή της διευρύνθηκε (Διάγραμμα 1).

Επιπλέον, οι προβλέψεις πληθυσμού αναφέρουν ότι μέχρι το 2050 περίπου ο ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας θα είναι 65 ετών και άνω, ενώ τα ποσοστά των νέων θα μειωθούν σημαντικά, με αποτέλεσμα το ποσοστό των ατόμων τρίτης ηλικίας να είναι τριπλάσιο από το ποσοστό των ατόμων κάτω των 15 ετών (Διάγραμμα 2).

Το δημογραφικό ζήτημα συνδέεται στενά, εκτός των άλλων, και με το ασφαλιστικό. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο λόγος του αριθμού των οικονομικά ενεργών ατόμων ως προς τα άτομα σε ηλικία συνταξιοδότησης θα μειωθεί από 3,74 το 2006 σε 1,7 το 2050. Όπως είναι εύλογο, η αλλαγή στη δομή του πληθυσμού θα επιφέρει μακροχρόνια ένα βαρύ φορτίο στα οικονομικά του εθνικού δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος και θα θίξει ιδιαίτερα τα ταμεία του ΙΚΑ και του ΟΓΑ.

Επομένως, εκτός των γνωστών οικονομικών, θεσμικών και οργανωτικών παραγόντων που έχουν παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην αποδυνάμωση του ασφαλιστικού, έχει ιδιαίτερη σημασία και η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της πληθυσμιακής γήρανσης, μέτρων που σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ αφορούν κυρίως την αντιμετώπιση της μείωσης της γονιμότητας.

Σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ για τη γονιμότητα μια συνεπής οικογενειακή – δημογραφική πολιτική θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος. Το γεγονός αυτό φαίνεται καθαρά από τα αποτελέσματα των ερευνών που παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Ο επιθυμητός αριθμός παιδιών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με 2,3 παιδιά, δηλαδή υπερβαίνει το όριο αντικατάστασης των γενεών.

Η Eurostat αναφέρει για την Ελλάδα τρία σενάρια (εκδοχές) για το έτος 2020. Σύμφωνα με το απαισιόδοξο σενάριο, η γονιμότητα θα φτάσει το 1,40 παιδιά ανά γυναίκα. Η μεσαία εκδοχή υποστηρίζει ότι θα φτάσει το 1,70, η δε αισιόδοξη εκδοχή ότι θα φτάσει το 1,90 παιδιά ανά γυναίκα. Στο απαισιόδοξο σενάριο έχει θεωρηθεί ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές από την πολιτεία ως προς την τρέχουσα φροντίδα των παιδιών, τα οικογενειακά επιδόματα κ.ά. Στο αισιόδοξο σενάριο αντίθετα, όλες οι συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν στις γυναίκες να συνδυάσουν εργασιακή ζωή και μητρότητα θα εκπληρωθούν πλήρως και η οικογένεια θα ενισχυθεί οικονομικά. Και στα δυο σενάρια όμως, η μέση ηλικία της μητέρας κατά την απόκτηση του πρώτου παιδιού θα αυξηθεί σημαντικά.

Με τα παραπάνω ευρήματα και συμπεράσματα της Eurostat, συμφωνούν και τα αποτελέσματα των ελληνικών ερευνών που καταλήγουν ότι για να πραγματοποιηθεί ο υψηλός επιθυμητός αριθμός παιδιών, θα πρέπει να ενισχυθεί η κρατική μέριμνα για την οικογένεια, τόσο μέσω οικογενειακών επιδομάτων όσο και μέσω παροχής υπηρεσιών για τη φύλαξη των παιδιών.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες που έχουν υιοθετήσει μια συνεπή οικογενειακή-δημογραφική πολιτική παρατηρείται αύξηση των γεννήσεων και αντίστοιχα μείωση της πληθυσμιακής γήρανσης. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου, λόγω της άσκησης κατάλληλης πολιτικής, ο δείκτης γονιμότητας έχει ήδη φτάσει στα όρια της αντικατάστασης των γενεών. Η πολιτική αυτή περιλαμβάνει παροχή υψηλών οικογενειακών επιδομάτων (καθολική κάλυψη), έμφαση στις υπηρεσίες δημόσιου προσχολικού συστήματος για τα παιδιά από 3-6 ετών, αλλά και για παιδιά ηλικίας μέχρι 2 ετών. Παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τις αυστηρές οικονομικές πιέσεις και τις προσπάθειες να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, η Γαλλία συνεχίζει να διατηρεί τις υποστηρικτικές πολιτικές της για το παιδί και την οικογένεια.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ, όπου έχει διεξαχθεί και σχετική ανάλυση κόστους-οφέλους, μια αποτελεσματική δημογραφική πολιτική θα είχε ως εξής:

· Παροχή άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων στην οικογένεια, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών (και κατάργηση των φοροαπαλλαγών για εξοικονόμηση μεγάλου μέρους του σχετικού κόστους).

· Ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης, η οποία λειτουργεί θετικά και όχι όπως συνήθως υποστηρίζεται αρνητικά στη γονιμότητα, με την προϋπόθεση ότι συνδυάζεται με τις κατάλληλες υπηρεσίες φροντίδας και φύλαξης των παιδιών.

· Καθιέρωση αμειβόμενης, μερικά τουλάχιστον, γονικής άδειας, σε αντικατάσταση της υπάρχουσας μη αμειβόμενης που ισχύει στην Ελλάδα, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε.

· Κάλυψη των αναγκών σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, για τους οποίους υπάρχει μεγάλη ανάγκη (μόνον 3% των παιδιών κάτω των 2,5 ετών καλύπτονται από κρατικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς).

· Ενεργοποίηση του θεσμού των «βοηθών μητέρων» και αξιοποίηση του δυναμικού των μητέρων που έχουν μέχρι σήμερα εκπαιδευτεί για το σκοπό αυτό.

· Κατάργηση της διπλοβάρδιας στα σχολεία και κάλυψη των αναγκών σε πρωινά μόνο τμήματα.

· Επέκταση του θεσμού των ολοήμερων σχολείων.

Επισημαίνεται ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει συνδυασμένη χρήση των παραπάνω μέτρων και όχι αποσπασματική εφαρμογή, όπως μέχρι τώρα συμβαίνει. Σύμφωνα με την έρευνα κόστους-οφέλους του ΕΚΚΕ, η συνδυασμένη χρήση των μέτρων που αναφέρονται οδηγεί και σε σημαντική μείωση του κόστους υλοποίησης της οικογενειακής-δημογραφικής πολιτικής, ενώ τα αποτελέσματα είναι πολλαπλασιαστικά.

Η Χάρις Συμεωνίδου είναι οικονομολόγος–δημογράφος, διευθύντρια ερευνών ΕΚΚΕ

Advertisements