του Γαβριήλ Σακελλαρίδη

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το 2005 προχώρησε σε αναλογιστική μελέτη για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με σκοπό να συνεχίσει και να συμπληρώσει την προηγούμενη μελέτη του Ινστιτούτου (2001). Η τελευταία αναλογιστική μελέτη καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα αφού στο μεσοδιάστημα προέκυψε ο νόμος 3029/02 (νόμος Ρέππα) που δεν μπορεί παρά να αποτελεί σημείο αναφοράς σε κάθε μελέτη για το ασφαλιστικό.

Το βασικό υπόδειγμα

Προτού παρατεθούν τα πολύ σημαντικά συμπεράσματα, είναι χρήσιμο να παρουσιαστεί το πολύ απλό υπόδειγμα του ΙΝΕ για να κατανοηθεί η λογική της όλης μελέτης.

Οι συντάξεις που καταβάλλονται χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τη συμμετοχή του κράτους και τις αποδόσεις των αποθεματικών και των επενδύσεων. Οι τέσσερις αυτές παράμετροι λειτουργούν συμπληρωματικά. Με άλλα λόγια αν μειωθεί η συνεισφορά μίας παραμέτρου, θα πρέπει να αυξηθεί αντίστοιχα κάποια άλλη, ώστε οι συντάξεις να παραμείνουν σταθερές.

Τα αποθεματικά των ταμείων

Η μελέτη του ΙΝΕ εντοπίζει τη βασική πηγή της παθογένειας του ασφαλιστικού στην «σαφώς προβληματική συνεισφορά των αποδόσεων των αποθεματικών και των επενδύσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ». Η αφαίμαξη των αποθεματικών του ΙΚΑ από τη δεκαετία του 1950 έως τις μέρες μας, με σκοπό την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας σε βάρος της κοινωνικής πολιτικής, στέρησε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τεράστιους πόρους που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την οικονομική του βιωσιμότητα χωρίς σημαντικά προβλήματα.

Οι επιπτώσεις της εισφοροδιαφυγής

Η μελέτη προχωρά στον έλεγχο ορισμένων σεναρίων και καταλήγει σε κάποια ουσιώδη συμπεράσματα.

Πρώτα από όλα θέτει το μείζον ζήτημα της εισφοροδιαφυγής. Η πλειονότητα των αναλογιστικών μελετών που είχαν γίνει παλιότερα λάμβανε ως δεδομένη την καθολική εισπραξιμότητα των αποδοχών, κάτι που εμφανώς αντίκειται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, με ηλικία συνταξιοδότησης το 61ο έτος και με μέση ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ στο 3%, το σύστημα επιβιώνει ώς το 2024, ενώ η μείωση της εισπραξιμότητας κατά 20% οδηγεί σε μείωση της επιβίωσής του κατά 7 έτη (2017), η οποία ισχύει ακόμη και αν αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης στα 65 έτη. Επομένως, μια μείωση της εισπραξιμότητας κατά 20% οδηγεί γενικά σε μείωση του χρόνου βιωσιμότητας του ασφαλιστικού κατά 35% περίπου. Συνεπώς, η εισφοροδιαφυγή αποτελεί έναν μείζονος σημασίας παράγοντα που απειλεί τη βιωσιμότητα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και θα έπρεπε να αποτελέσει πρώτιστη προτεραιότητα σε κάθε ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Η απασχόληση ανασφάλιστων εργαζομένων και ταυτόχρονα η μη απόδοση των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία αποτελούν ένα διαρκές σκάνδαλο που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για έναν επιπλέον λόγο: το ρόλο που διαδραματίζει η πολιτεία. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις εθελοτυφλούν συστηματικά, αρνούμενες να ενεργοποιήσουν τις ελεγκτικές υπηρεσίες, ενώ από την άλλη, όχι μόνο δεν απαιτούν τις οφειλές των εργοδοτών, αλλά τις «ρυθμίζουν» με χαριστικές υπουργικές αποφάσεις και νόμους, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την αποθράσυνση και την ασυδοσία (βλ. τις πρόσφατες ρυθμίσεις χρεών της Alpha Bank, αλλά και άλλων τραπεζών).

Η συνεισφορά των μεταναστών

Μια άλλη παγιωμένη αντίληψη που έρχεται να ανατρέψει η μελέτη του ΙΝΕ είναι πως η ένταξη των οικονομικών μεταναστών στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μπορεί να εξασφαλίσει τη «σωτηρία» του ταμείου. Αυτό δεν επαληθεύεται, παρόλο που η ασφάλιση των αλλοδαπών εργαζομένων στο ΙΚΑ εξασφαλίζει μια «ηλικιακή ανάσα». Ο λόγος είναι πως οι μετανάστες εργάζονται λιγότερες μέρες κατά μέσο όρο από ό,τι οι Έλληνες (14,17 έναντι 176,4), ενώ αμείβονται κατά μέσο όρο λιγότερο. Επομένως, ένας ασφαλισμένος οικονομικός μετανάστης δεν επιφέρει ανάλογη αύξηση στα έσοδα του ταμείου με έναν ημεδαπό εργαζόμενο.

Το ύψος των συντάξεων

Η μελέτη καταλήγει σε ένα ακόμα συμπέρασμα: οι συντάξεις του ΙΚΑ είναι τόσο χαμηλές που δεν μπορεί με κανένα τρόπο να λυθεί το ζήτημα της βιωσιμότητας του ταμείου με περαιτέρω μείωση των συντάξεων. Τρεις στους τέσσερις συνταξιούχους (73%) εισπράττουν συντάξεις μικρότερες από 500 ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι μια μείωση των συντάξεων θα οδηγούσε σε επιπρόσθετη αύξηση της φτώχειας. Συνεπώς, ο νόμος Πετραλιά (2008), με τις μειώσεις που επιφέρει στις επικουρικές συντάξεις, κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις συστάσεις της αναλογιστικής μελέτης του ΙΝΕ. Κάτι τέτοιο ισχύει και για το νόμο Ρέππα (2002), σύμφωνα με τον οποίο αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων από 1/1/2008, οδηγώντας σε μείωση τους.

Η αύξηση των ορίων ηλικίας

Ένα ακόμη ενδιαφέρον συμπέρασμα της μελέτης αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων μιας αύξησης της μέσης ηλικίας συνταξιοδότησης (συνταγή που αποτελεί τον κανόνα σε κάθε νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού). Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής είναι περιορισμένο, αφού για κάθε αύξηση του μέσου πραγματικού ορίου συνταξιοδότησης κατά έναν χρόνο, η βιωσιμότητα του συστήματος επεκτείνεται κατά μερικούς μήνες. Το κόστος αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης είναι πολύ μεγαλύτερο από το όφελος για τη βιωσιμότητα του συστήματος.

Οι επιπλέον πόροι

Τέλος, η μελέτη εξετάζοντας το περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά την ψήφιση του νόμου Ρέππα καταλήγει στο συμπέρασμα πως για να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έως το 2032 (που είναι και ο διακηρυγμένος στόχος του νόμου), το κράτος θα πρέπει να το χρηματοδοτεί όχι με 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, αλλά με 2,4%, ξεκινώντας από το 2005.

Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι οικονομολόγος, συνεργάτης του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»

Advertisements