Του Πέτρου Πετρίδη

Τα ιστολόγια αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή σύνολα διαδικτυακών χώρων επικοινωνίας, ενημέρωσης, εκθεσιμότητας και κοινωνικοπολιτικής κριτικής, ενώ παράλληλα διαπλέκονται με άλλους τομείς, μέσα επικοινωνίας και δραστηριότητες της καθημερινότητας. Με τον όρο Μπλογκόσφαιρα (blogsphere) υπονοείται σε ένα βαθμό μια σχέση «κοινότητας», κατ’ επέκταση μια σχετική ομοιογένεια ως προς τις πρακτικές των χρηστών αναφορικά με το blogging. Ο όρος κοινότητα άλλωστε –συνδυασμένος με επίθετα όπως δυνητική, ηλεκτρονική, ψηφιακή, δικτυακή– είναι και ο δημοφιλέστερος από όσους επιστρατεύονται για το χαρακτηρισμό των συλλογικών μορφών ζωής που συγκροτούνται αναφορικά με το διαδίκτυο. Ο Howard Rheingold, θεωρητικός και συγγραφέας που εισήγαγε την εν λόγω έννοια, ορίζει τις δυνητικές κοινότητες ως «κοινωνικές συλλογικότητες που αναδύονται από το διαδίκτυο, όταν αρκετοί άνθρωποι για αρκετό καιρό διεκπεραιώνουν συζητήσεις επενδυμένες με επαρκή ανθρώπινη συναίσθηση, έτσι ώστε να σχηματίζουν εστίες προσωπικών σχέσεων».

ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

Σε αντίθεση με αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως «παραδοσιακή» κοινότητα (ένα χωριό, μια φυλή κ.ο.κ.), στην περίπτωση του διαδικτύου, η γεωγραφική εγγύτητα που αποτελεί βασική συνθήκη ύπαρξης των «παραδοσιακών» κοινοτήτων παύει να κατέχει κεντρική θέση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γεωγραφία δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο). Στο διαδίκτυο οι συλλογικές μορφές ζωής δε δομούνται απαραίτητα γύρω από ένα κοινό χωροχρονικό σημείο, εφόσον τα μέλη τους μπορεί να βρίσκονται σε τεράστιες γεωγραφικές αποστάσεις μεταξύ τους και σε διαφορετικές χρονικές ζώνες. Η συνάντηση των χρηστών επιτελείται στη βάση του κοινού θέματος, ενδιαφέροντος ή/και συμφέροντος. Το θέμα σε αυτήν την περίπτωση είναι ο «χώρος» στον οποίο συγκροτείται η κοινότητα. Η είσοδος και έξοδος του κάθε μέλους σε μια τέτοια κοινότητα αντιμετωπίζεται συνήθως ως πιο εθελούσια και πιο ελαστική, αποτέλεσμα που προκύπτει από τη δυνατότητα ανωνυμίας και επιλεκτικής παρουσίασης του εαυτού που μπορεί να επιτελέσει ο χρήστης. Το σημείο αυτό αποτελεί, αφενός, βασικό πεδίο κριτικής των δυνητικών κοινοτήτων, εφόσον οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι συνέπεια των παραπάνω είναι η δημιουργία μη αυθεντικών σχέσεων. Αφετέρου, για τους ένθερμους υποστηρικτές τους, οι δυνητικές κοινότητες, λόγω της ελευθερίας που φαίνεται να προσφέρει το παιχνίδι με την ταυτότητα και η ανωνυμία, προσλαμβάνουν την ιεραρχική «δομή» τους ως οριζόντια και αντιεξουσιαστική, σε αντίθεση με τις κάθετες ιεραρχήσεις που συγκροτούνται στο πλαίσιο των «παραδοσιακών» κοινοτήτων. Επιπλέον, χαρακτηριστικό των δυνητικών κοινοτήτων αποτελεί και η ανάπτυξη ιδιολέκτων (greeklish, emoticons, αρκτικόλεξα).

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Βασικό συστατικό για τη δόμηση μιας δυνητικής κοινότητας είναι ο ρόλος της φαντασίας. Ο τρόπος με τον οποίο οι χρήστες φαντάζονται τον εαυτό τους, τους άλλους και το χώρο συνάντησης τους είναι ίσως ο καθοριστικότερος παράγοντας, τόσο για την κατασκευή μιας χωρικότητας που δεν είναι απόλυτα αγκιστρωμένη στη γεωγραφία κι απαρτίζεται εν πολλοίς από ένα σύνολο προσομοιώσεων και ψηφιακής πληροφορίας, όσο και για τη δημιουργία της αίσθησης του συν – ανήκειν σε μια κοινότητα.

Το γεγονός δεν προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από την έλλειψη της πρόσωπο με πρόσωπο επαφής. Εξάλλου, όπως έχουν υποστηρίξει –πειστικά κατά τη γνώμη μου– αρκετοί συγγραφείς, όπως ο B. Anderson, ακόμη και «παραδοσιακές» κοινότητες (και μάλιστα «σκληρές» κοινότητες όπως το έθνος κράτος) κατασκευάζονται φαντασιακά, δεδομένου ότι η πρόσωπο με πρόσωπο επαφή είναι αδύνατη μεταξύ όλων των μελών τους. Όροι όπως διεθνής ή ευρωπαϊκή κοινότητα καθιστούν το γεγονός αυτό ακόμη πιο σαφές.

Παρόλα αυτά, η πρόσωπο με πρόσωπο επαφή δε απουσιάζει εξολοκλήρου στην περίπτωση των μπλογκ και άλλων διαδικτυακών μορφών κοινωνικής συνύπαρξης. Πολλοί μπλόγκερ έχουν καθημερινή δια ζώσης επαφή κι επικοινωνία πέρα από τη δικτυακή (κυρίως στις περιπτώσεις που διαβιούν στην ίδια πόλη ή χώρα) ενώ συχνά το σύνολο σχεδόν των χρηστών ενός μπλογκ μπορεί να συναντιέται και σε ένα γεωγραφικό χώρο, όπως μια έκθεση, ένα πάρτι, ένα μπαρ.

ΔΥΝΗΤΙΚΕΣ Ή ΔΥΝΗΤΙΚΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ;

Πρέπει παρόλα αυτά να σημειωθεί ότι ενώ το κοινό θέμα/ενδιαφέρον/συμφέρον είναι όντως σημαντικός παράγοντας συγκρότησης διαδικτυακών σχέσεων, δεν είναι αρκετό για να χαρακτηρίσουμε όλες τις συλλογικότητες που αναδύονται στο πλαίσιο του διαδικτύου ως κοινότητες. Αυτό που φαίνεται να προσδίδει τον ξεχωριστό κοινωνικό χαρακτήρα κάθε δικτυακού «χώρου», είναι η στάση και η δράση που οι χρήστες αναπτύσσουν σε σχέση με το θέμα και τους κανόνες δράσης και ρητορικής (ρητούς ή άρρητους) και όχι το θέμα καθαυτό. Η στάση των χρηστών ακόμη και στο πλαίσιο ενός μπλογκ –πόσο μάλλον στο πλαίσιο της μπλογκόσφαιρας εν γένει– παρουσιάζει συχνά μεγάλο κατακερματισμό και δε χαρακτηρίζεται απαραίτητα από ομοιογένεια και κοινότητα αξιών, πεποιθήσεων, πρακτικών και λόγων. Ένας ακόμη πιο βασικός λόγος που συνηγορεί προς το παραπάνω επιχείρημα είναι ότι πολύ συχνά κάποιοι χρήστες που συμμετέχουν σε ένα μπλογκ μπορεί να θεωρούν και να φαντάζονται τον εαυτό τους ως μέλος μίας κοινότητας ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Ο γράφων για παράδειγμα, αν και συμμετέχει ενεργά σε ένα μπλογκ δεν αισθάνεται ότι ανήκει σε μια κοινότητα και για την ακρίβεια δε θεωρεί καν τον εαυτό του μπλόγκερ.

Επιπλέον, ουσιοκρατικά χαρακτηριστικά όπως η χρήση κοινής γλώσσας δεν επαρκούν για την απόδοση του όρου κοινότητα σε ένα κοινωνικό μόρφωμα. Άνθρωποι που μιλούν διαφορετικές γλώσσες και ιδιολέκτους μπορούν κάλλιστα να αισθάνονται ότι ανήκουν σε μία κοινότητα και αντιστρόφως. Περιττό θα ήταν τέλος να επισημανθεί ότι η άποψη πως η διαδικτυακή ανωνυμία οδηγεί σε ψευδείς σχέσεις –και κατ’ επέκταση σε ψευδοκοινότητες– δεν μας τεκμηριώνει ότι τέτοιου είδους σχέσεις δεν υφίστανται κατά την πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, με αποτέλεσμα να εξιδανικεύει αδικαιολόγητα τις «παραδοσιακές» κοινότητες.

Επιπλέον, οι εκτιμήσεις ότι στο πλαίσιο του διαδικτύου αίρονται εξολοκλήρου οι σχέσεις εξουσίας και ασυμμετρίας (στη βάση του φύλου, της εθνότητας, της οικονομικής δύναμης, της ηλικίας, της σεξουαλικότητας) εξωτικοποιούν τις εν λόγω πολιτισμικές σχέσεις, με αποτέλεσμα συχνά να κινούνται μεταξύ γραφικότητας και πολιτικής αφέλειας. Οι προαναφερθείσες πτυχές της ταυτότητας ενός χρήστη ίσως να βιώνονται διαφορετικά κατά τη διαδικτυακή επικοινωνία και αλληλεπίδραση, ωστόσο το υποκείμενο συνεχίζει να παράγεται μέσα σε δίκτυα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) λογοθετικών σχέσεων εξουσίας. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για δυνητικές κοινότητες, απλώς ο όρος δεν καλύπτει όλες τις μορφές συλλογικών σχέσεων που αναδύονται από τα ψηφιακά τεχνοτοπία και θα πρέπει να προσεγγίζονται κατά περίπτωση.

Ο Πέτρος Πετρίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα κοινωνικής ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Advertisements