Αισίως η Ελλάδα, χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και 60 περίπου έτη μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφτασε στο 2008 χωρίς να διαθέτει ακόμα Εθνικό Κτηματολόγιο και Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο (ΕΧΣ). Όχι τυχαία ασφαλώς, μιας και στη χώρα μας, επικράτησε το αίτημα για μια ταχύρυθμη ανάπτυξη, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στην εντατική και ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του χώρου. Κατά διαστήματα υπήρξαν βέβαια κάποιες πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές δυνάμεις που προσπάθησαν να προωθήσουν μιαν άλλη αντίληψη περί διαχείρισης του χώρου, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Το αποτέλεσμα αυτής της άνισης μάχης ήταν «ένα βήμα μπρος, δύο πίσω»: θεσμικές ρυθμίσεις και προτάσεις πολεοδομικού και χωροταξικού χαρακτήρα, ενίοτε ιδιαίτερα προωθητικές, οι οποίες όμως προσέκρουαν συχνά στην πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών και έμεναν ανολοκλήρωτες, αν όχι ανεφάρμοστες.

Τι είναι όμως ένα ΕΧΣ; Με δυο λόγια, ένα στρατηγικό σχέδιο που δίνει τις βασικές κατευθύνσεις για τη χωρική ανάπτυξη της χώρας. Ειδικότερα, ο Ν.2742/1999 περιλαμβάνει στους στόχους του χωροταξικού σχεδιασμού την προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, την προβολή και ανάδειξη των συγκριτικών (γεωγραφικών, φυσικών κ.ά.) πλεονεκτημάτων της χώρας, την ενίσχυση της διαρκούς (αειφόρου) και ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης, την ανταγωνιστική παρουσία της χώρας στον ευρύτερο (ευρωπαϊκό, μεσογειακό κ.ά.) περίγυρο της, τη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής του εθνικού χώρου και, ιδίως, στις περιοχές που παρουσιάζουν προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης, έντονων κοινωνικών διαφοροποιήσεων και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, καθώς και στις περιφερειακές και απομονωμένες περιοχές.

Ως μέσα του χωροταξικού σχεδιασμού ορίζονται: 1) το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, που καθορίζει τις βασικές κατευθύνσεις για τη χωρική διάρθρωση των στρατηγικής σημασίας υποδομών και μεταφορών, των κόμβων διευρωπαϊκής ακτινοβολίας, των παραγωγικών τομέων, το ρόλο των μητροπολιτικών και λοιπών αστικών κέντρων και τη σχέση τους με την ενδοχώρα, τη διατήρηση της ποικιλομορφίας της υπαίθρου, τη συνετή διαχείριση των φυσικών πόρων, τη διατήρηση, ανάδειξη και προστασία της εθνικής φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, κ.ά. Το Γενικό Πλαίσιο αναθεωρείται ανά πενταετία, εφόσον από την αξιολόγηση που υποχρεωτικά διενεργείται καθ’ όλη την ενδιάμεση περίοδο, «προκύπτει τεκμηριωμένη προς τούτο ανάγκη» 2) τα Ειδικά Πλαίσια, με τα οποία εξειδικεύονται ή και συμπληρώνονται οι κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου και 3) τα Περιφερειακά Πλαίσια, που καταρτίζονται για κάθε περιφέρεια της χώρας.

Ακούγεται ότι σύντομα πρόκειται να κατατεθεί στη Βουλή προς κύρωση το Γενικό Πλαίσιο. Πριν απ’ αυτό, όμως, απαιτείται η γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και η έγκριση της Επιτροπής της Βουλής. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα και τα παράξενα: ήδη οι καθ’ ύλην αρμόδιοι φορείς (ΤΕΕ, ΣΕΠΟΧ, ΣΑΔΑΣ), που χρόνια παλεύουν για τη δημιουργία ενός εθνικού χωροταξικού, έχουν καταψηφίσει στο Εθνικό Συμβούλιο το Σχέδιο του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ όλα τα μέλη του Συμβουλίου, φορείς και κοινωνικοί εταίροι, κάνουν λόγο για ανυπαρξία ουσιαστικού διαλόγου και για αυταρχική συμπεριφορά εκ μέρους του υπουργείου, το οποίο υιοθέτησε μόνο δευτερεύουσες προτάσεις που έγιναν από τη μεριά τους, αλλά καμία βασική. Η πίεση προς την κυβέρνηση εντείνεται: να το αποσύρει και να δοθεί χρόνος για να γίνει η απαιτούμενη διαβούλευση, που θα οδηγήσει σε συγκερασμό των διισταμένων απόψεων. Για να υπάρξει ένα χωροταξικό με όραμα, δεσμεύσεις και χρονοδιαγράμματα και όχι ένα χωροταξικό που θα νομιμοποιεί απλώς και θα διαιωνίζει την υπάρχουσα κατάσταση.

Θέλοντας να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο για θέματα χωροταξίας που, επιτέλους, άνοιξε με αφορμή το ΕΧΣ, κάνουμε ένα διπλό αφιέρωμα. Στο Α΄ Μέρος ζητήσαμε από μία εκ των μελετητών να μας παρουσιάσει τις βασικές διαφορές ανάμεσα στην αρχική Μελέτη του Γενικού Πλαισίου και το προωθούμενο από το υπουργείο Σχέδιο Κοινής Υπουργική Απόφασης (ΚΥΑ), καθώς και συνοπτικά πως φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Παραθέτουμε, επίσης, αποσπάσματα από την κριτική άλλων εμπλεκόμενων φορέων. Το Β΄ Μέρος θα εστιάσει σε τέσσερα επιμέρους ζητήματα: την πολιτική αποκέντρωση, τη χωρική οργάνωση των νησιών, την εκτός σχεδίου δόμηση και, τέλος, τη διατήρηση και ανάδειξη του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Advertisements