του Γιάννη Αλαβάνου

Διαβάζοντας τις προτάσεις του ΕΜΠ για την αποκατάσταση από τις πυρκαγιές του Νομού Ηλείας και την αποτροπή επανάληψης του κύκλου της καταστροφής (οι θεμελιώδεις αιτίες που την υποθάλπουν υποβόσκουν πολύ πριν αυτή συμβεί), διαπιστώνει κανείς μία βασική πρόταση: να λειτουργήσει το μοντέλο της «συμπαγούς πόλης». Δηλαδή οι επεκτάσεις των πόλεων και των οικισμών να είναι απόλυτα ελεγχόμενες, να υπάρχει σεβασμός στην αγροτική γη, στο τοπίο, τις περιοχές πολιτιστικής κληρονομιάς και φυσικού κάλους, να προστατευθεί το δάσος· οι επενδύσεις να γίνουν κατά τέτοιον τρόπο που να μην υπάρξει μονόπλευρη ανάπτυξη-εκμετάλλευση της παράλιας ζώνης, τα έργα να μην συγκεντρωθούν μόνο κατά μήκος του «δυτικού» οδικού άξονα. Στην αγωνία να υπάρξουν θέσεις εργασίας, ώστε να παραμείνει αλλά και να προσελκυσθεί νέος κόσμος, η απάντηση είναι μέτρα μακροπρόθεσμης προοπτικής, που θα διατηρήσουν τις συνέργιες οικισμών ορεινών, ημιορεινών, πεδινών και παράλιων, χωρίς την επέκταση του φαινόμενου της εκτός σχεδίου δόμησης.

Με λίγα λόγια έχουμε ένα σχεδιαστικό πρότυπο, τις επιπτώσεις του οποίου άμεσα κατανοούμε και, αν εφαρμοσθεί, θα αντιληφθούμε. Η αφετηρία αυτών των μέτρων, ως γενικές προγραμματικές κατευθύνσεις, θα έπρεπε να προέρχεται από ένα Εθνικό Χωροταξικό (ο επίσημος τίτλος «Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης» – ΓΠΧΣΑΑ). Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο στο Νομό Ηλείας, όπου μέχρι τώρα έχουμε μια από τις πλέον ισόρροπες χωροταξικές διευθετήσεις, αλλά σε όλη την Ελλάδα θα έχουμε ένα παρεμφερές μοντέλο.

Αναφέρεται στο ΓΠΧΣΑΑ η συμπαγής πόλη ως επιδιωκόμενο πρότυπο. Όπως αναφέρονται και μια σειρά όρων, ορισμών και εννοιών που, χωρίς να προσδιορίζονται τυπικά σε ένα άρθρο, είναι θετικοί. Δεν υποστηρίζεται όμως αυτό από τις βασικές κατευθύνσεις του ΓΠΧΣΑΑ, αυτές που τελικά το προσδιορίζουν. Το ΓΠΧΣΑΑ δεν στερείται «ονείρου». Μόνο που δεν μοιάζει παραμυθένιο (αν και οραματίζεται την Ελλάδα μετά από δεκαπέντε χρόνια), αλλά ρεαλιστικότατα αποτυπώνει τις προθέσεις μιας κυβέρνησης, που δεν συμπαθεί το σχεδιασμό, εξυπηρετείται από την «αταξία» αλλά, ταυτόχρονα, θέλει και να την ανατρέψει στις μορφές που δεν της είναι αρεστή.

Το ΓΠΧΣΑΑ θεωρεί ότι το 50% της έκτασης της Ελλάδας δεν έχει προοπτικές ανάπτυξης. Και ας περιλαμβάνεται σ’ αυτό μέρος από τους 13.000 οικισμούς της Ελλάδας, και σημαντικό κομμάτι οικοτόπων. Οι ορεινές και μειονεκτικές περιοχές θα πρέπει να προσδοκούν πιθανά οφέλη όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα των μεγάλων έργων. Οι νησιωτικές περιοχές εξαρτώνται, κατά κύριο λόγο, από τα μητροπολιτικά κέντρα. Η ενδοχώρα προσδοκά από τα παράπλευρα οφέλη της ανάπτυξης κατά μήκος των οδικών αξόνων, οι οποίοι έχουν μετατραπεί ουσιαστικά σε άξονες ανάπτυξης (οι θαλάσσιοι άξονες χαρακτηρίζονται άξονες σύνδεσης, οι οδικοί, άξονες ανάπτυξης). Όπου δεν υπάρχουν ισχυρά άκρα, υπάρχουν διακοπές και δύο μητροπολιτικά κέντρα: της Αθήνας, για να μεγεθύνει τα πλεονεκτήματα της «έναντι» των μητροπολιτικών κέντρων της ΕΕ και της Μεσογείου, και της Θεσσαλονίκης, για τον ίδιο λόγο «έναντι» αυτών των Βαλκανίων και ταυτόχρονα για να εξισορροπήσει σταδιακά προς την Αθήνα (αναφέρεται ακριβώς έτσι). Πουθενά δεν προκύπτει ότι επιδιώκεται να σπάσει ένα μοντέλο, που καταγράφεται με δεκάδες τρόπους. Όπως στην τελευταία ανακοίνωση της ΕΣΥΕ για το επίπεδο της ανεργίας. Στην Αττική είναι πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο, τη χρονιά που οι Ολυμπιακοί αγώνες γίνονται στο Πεκίνο. Οι πόροι των τριών ΚΠΣ δεν στάθηκαν ικανοί να δημιουργήσουν οπουδήποτε στην Περιφέρεια παραγωγικές δράσεις και μηχανισμούς, ανά- και αυτοτροφοδοτούμενους. Στις προβλέψεις του ΕΣΠΑ αναφέρεται ότι το 80% των πόρων θα κατευθυνθούν στην Περιφέρεια, αλλά το 50% αυτών θα κατανεμηθούν με αποφάσεις κεντρικές και με σαφείς τις ενδείξεις πως σε σημαντικούς τομείς, όπως αυτός της έρευνας, τεχνολογίας, καινοτομίας, δεν θα μπορέσουν να απορροφηθούν.

Αυτό το «υδροκεφαλικό» μοντέλο αναπαράγεται και ενισχύεται από τις προβλέψεις επιμέρους πολιτικών στο ΓΠΧΣΑΑ. Πώς θα επιτύχουμε την ισόρροπη ανάπτυξη της Ελλάδας; Με τις πολιτικές για τη πριμοδότηση της αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας και την εξειδικευμένη τοπικά αλλά σύγχρονη βιομηχανία; Δεν υπάρχουν. Με την πολιτική που αφορά τους μετανάστες; Δεν αναφέρεται. Με την πολιτική για την παραθεριστική κατοικία; Αυτή ονομαστικά προσδιορίζεται μόνο στην Αττική και συνδέεται, ανορθόδοξα, με την αξιοποίηση των μεγάλων τουριστικών επενδύσεων. Με την υπαγωγή των μεγάλων επενδύσεων σε κανόνες που συνδιαμορφώνονται με τις χωροταξικές επιλογές; Αυτές εξαιρούνται ρητά των δεσμεύσεων του ΓΠΧΣΑΑ (αντίθετα υπόκειται στις προοπτικές και προτεραιότητες τους κάθε χωροταξικό εργαλείο). Με την περιφερειακή διάρθρωση; Αγνοείται ότι η μορφή της είναι κυρίως θεσμική – πολιτική και οικονομική, ότι τα περιφερειακά όργανα κάθε μορφής πρέπει να είναι αυτοδιοικούμενα, ισχυρά, με αρμοδιότητες και πόρους. Όλη η «συζήτηση» περιορίζεται στη μείωση του αριθμού τους.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η κυβέρνηση προτείνει το «συγκεντρωτικό μοντέλο» ως μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Αντίθετα, το ΤΕΕ υποστηρίζει ότι στόχος πρέπει να είναι η άμβλυνση των διαπεριφερειακών και ενδοπεριφερειακών διαφορών και η ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Τόσο το μοντέλο χωρικής ανάπτυξης όσο και η διάταξη του οικιστικού πλέγματος οφείλουν να προσανατολίζονται στην απελευθέρωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των Περιφερειών, στην πολυκεντρική δομή αλληλοσυμπληρούμενων δυναμικών αστικών κέντρων και στην εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης μεταξύ αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου.

Ο Γιάννης Αλαβάνος είναι πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ).

Advertisements