του Νικόλα Φαράκλα

Ένα χωροταξικό σχέδιο πρέπει αυτονόητα να περιλαμβάνει και τις προτάσεις για τη στρατηγική που αποβλέπει στη διάσωση, διατήρηση, ανάπτυξη και την αξιοποίηση, οικονομική και κοινωνική, του περιβάλλοντος (1). Η συνήθης διάκριση τούτου σε φυσικό και τεχνητό είναι ασφαλώς αποπροσανατολιστική. Σε ιστορικούς τόπους όπως είναι κατά κύριο λόγο η Ελλάδα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τού θεωρούμενου φυσικού περιβάλλοντος είναι ανθρωπογενές, για να μη θυμηθούμε πως τα ιστορικά γεγονότα μετασχηματίζουν και γεωγραφικά στοιχεία σε μνημεία συνδεόμενων με αυτά γεγονότων. Πέρα από αυτά, μνημεία κανονικά θεωρούνται τα όποια κατάλοιπα του παρελθόντος, όποιου παρελθόντος, ή και σύγχρονες κατασκευές που σκόπιμα δημιουργούνται για να υπενθυμίζουν το παρελθόν. Ακόμα μνημεία μπορούν να θεωρηθούν και άλλες σύγχρονες κατασκευές που σκόπιμα παραπέμπουν στο παρελθόν και συχνά αποβλέπουν να το κάνουν συνειδητό στο μέλλον. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι το μνημειακό περιβάλλον δεν είναι άλλο από το περιβάλλον γενικά ως προς τη μνημειακή πραγματικότητα, λειτουργία και διαχείρισή του.

Κάθε πρόταση σχετική με την διατήρηση, προστασία και αξιοποίηση των μνημειακών στοιχείων πρέπει να περιλαμβάνει προτάσεις δύο διαφορετικών κατευθύνσεων. Εκείνης που έχει ως στόχο τα ίδια τα μνημεία, και εκείνης που κυρίως αποβλέπει στους χρήστες τους.

Στην πρώτη εντάσσονται πολιτικές που σχετίζονται κατά κύριο λόγο με μεγάλα μνημειακά σύνολα που πέρα από την όποια «παιδευτική» ή ιδεολογική βαρύτητά τους κινούν το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού και συνδεόμενα ή όχι και με άλλα στοιχεία έλξης προσελκύουν ή μπορούν να προσελκύσουν επισκέπτες, τουρίστες (όχι αναγκαστικά μόνο με την στενή έννοια). Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι κατά κύριο λόγο οικονομικό καθώς, φυσικά, και κοινωνικό-οικονομικό, αφού η προσέλκυση επισκεπτών συνεπιφέρει και προοπτικές (ή και πραγματικότητες) επιχειρηματικού χαρακτήρα, επενδύσεων, υπηρεσιών και της άλλης όψης τους, δηλαδή τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη συνακόλουθη συγκράτηση και αύξηση του πληθυσμού. Οι σχετικές προτάσεις εκκινούν από την αποτίμηση της εμβέλειας των μνημειακών αυτών συνόλων, δηλαδή της ελκτικής δυναμικότητάς τους, αν αυτή είναι υπερεθνική, εθνική, περιφερειακή ή τοπικού χαρακτήρα, πρέπει να προχωρούν σε εκτίμηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων αναβάθμισης αυτής της εμβέλειας, καθώς πιο πέρα και με τις προτάσεις δράσεων που μπορούν να επιτύχουν τούτη την αναβάθμιση. Οι σχετικές προτάσεις ξεφεύγουν από τη γενικότητα ενός εθνικού χωροταξικού, αλλά σε αυτό μπορούν να περιλαμβάνονται κάποιες σχετικά γενικότερες κατευθύνσεις, για παράδειγμα η βελτίωση και η δημιουργία μνημειακών πλεγμάτων εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, που τείνουν να συμπέσουν με τα τουριστικά δίκτυα.

Τα μεγάλα μνημειακά σύνολα έχουν επίσης σημασία για την προσέγγιση που θέτει ως κέντρο τον χρήστη, αλλά σε αυτή παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο και τα πάρα πολύ περισσότερα στοιχεία που συνθέτουν το μνημειακό περιβάλλον. Όλα μαζί συγκροτούν τον θησαυρό μνημειακής επίπλωσης του χώρου, οικισμένου και υπαίθριου που δημιουργούν στον χρήστη του, κυρίως τον κάτοικο, την αυτόματη αντίληψη για τον χαρακτήρα κάθε περιοχής, από την μικρότερη ως τη μεγαλύτερη κλίμακα, από τη γειτονιά ως τη συνολική χώρα, την αντίληψη της ιδιαιτερότητας και των ομοιοτήτων της με άλλες, που κυρίως οφείλονται στην ταυτότητα και τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής της διαδρομής. Η διαδικασία αυτή παρέχει ουσιώδη στοιχεία για την αυτόματη ανάπτυξη της αίσθησης διακριτής ταυτότητας και των διαφορών και συγγενειών της με τις άλλες, ταυτότητας κλίμακας τοπικής, περιφερειακής και εθνικής. Με αυτόν τον τρόπο εμπλουτίζεται και βελτιώνεται η ποιότητα ζωής και καθημερινότητας του κατοίκου, ενισχύεται η αίσθηση της κοινότητας, τοπικής, αλλά και του ευρύτερου εθνικού χώρου, ο υγιής πατριωτισμός, που, επειδή δεν βασίζεται σε ψευδοϊδεολογήματα ανωτερότητας, αποτελεί ασπίδα απέναντι σε ψευδείς, φυλετικού χαρακτήρα αναπαραστάσεις του ιστορικού παρελθόντος και την (ανα)παραγωγή (υπερ)εθνικιστικής και μισαλλόδοξης συνείδησης. Και αυτή είναι σήμερα πραγματικό πρόβλημα για τη χώρα μας. Η επίτευξη του στόχου αυτού είναι δυνατή μόνο με τη διάσωση και ανάδειξη όλων των στοιχείων του χώρου, μέσα και έξω από τον οικισμένο, που παραπέμπουν σε οποιοδήποτε από τα πολλαπλά παρελθόντα, παλαιότερα ή νεώτερα, αλλά και την ένταξή τους σε δίκτυα και πλέγματα με τρόπο που ο χρήστης να βρίσκεται σε επαφή με αυτά όχι όταν αποφασίζει να τα επισκεφτεί (βγαίνοντας κατά τη ρομαντική αντίληψη από την τύρβη του παρόντος και της καθημερινότητας και αναλογιζόμενος το «ένδοξο» παρελθόν), αλλά κατά κάποιον τρόπο αναγκαία, στον καθημερινό του βίο και τις λοιπές δραστηριότητές του. Η μνημειακή παρουσία στην καθημερινότητα προφανώς δεν διδάσκει από μόνη της την ιστορική διαχρονία. Οι χρήστες του χώρου δεν αναγνωρίζουν σε ποια περίοδο και με ποια διαδοχή παραπέμπει κάθε ένα μνημειακό στοιχείο. Μέσω του συνόλου τους προσλαμβάνουν το ιστορικό παρελθόν συγχρονικά, αλλά αυτό ακριβώς διαμορφώνει την ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα κάθε τόπου, κάθε περιφέρειας και του συνολικού ελληνικού χώρου.

Η προσέγγιση αυτή φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε σημαντικό μνημείο χρήζει και ειδικής προστασίας, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι η διαμόρφωση των μικρότερων ή μεγαλύτερων μνημειακών πλεγμάτων σε συνδυασμό με άλλες δράσεις και προσφορές υπηρεσιών και προϊόντων ασφαλώς μπορεί να αποτελεί και στοιχείο έλξης επισκεπτών, με τη συνακόλουθη δυνατότητα επενδύσεων και άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη βελτίωση της καθημερινότητας και τη συγκράτηση ή και αύξηση του πληθυσμού.

(1) Υπενθυμίζουμε ότι από το τελευταίο Σχέδιο της ΚΥΑ, όπως κατατέθηκε στη Βουλή, αφαιρέθηκαν οι αναφορές στην πολιτιστική κληρονομιά και τα μνημεία, που περιλαμβάνονταν στην αρχική Μελέτη του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού.

Ο Νικόλας Φαράκλας είναι αρχαιολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Advertisements