του Παύλου Λουκάκη

Βασικές αρχές για την νησιωτική χωροταξία

Επιχειρώντας να αντιμετωπίσουμε την χωροταξική οργάνωση νησιωτικών συμπλεγμάτων είναι απαραίτητο να επισημάνουμε προεισαγωγικά τα ακόλουθα:

α. O χαρακτηρισμός ενός συνόλου νησιών ως «συμπλέγματος» απορρέει από ένα σύνολο κριτηρίων όπως γεωγραφικά, φυσικά, ιστορικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εν τέλει διοικητικά. Η έννοια «νησιωτικό σύμπλεγμα» υποδηλώνει ότι το σύνολο των νησιών που το απαρτίζουν διέπεται από κοινά χαρακτηριστικά, ανάγκες και προοπτικές (πληθυσμός, οικονομικές δομές, ιστορικές καταβολές, φυσικά χαρακτηριστικά κ.α.). Ταυτόχρονα όμως, μέσα από τα κριτήρια αυτά, είναι αναγκαίο να αναδειχτούν και οι ιδιαιτερότητες κάθε νησιού.

β. Το κυρίαρχο στοιχείο που ενοποιεί τα νησιά ως συμπλέγματα και συγχρόνως τα διαχωρίζει είναι η θάλασσα. Το γεγονός αυτό αποκλείει ένα σημαντικό παράγοντα στις διακινήσεις και επικοινωνίες (δηλαδή τα χερσαία δίκτυα μεταφορών), ενώ συγχρόνως επιτείνει όσες δυσμενείς συνθήκες συνδέονται με τα υπόλοιπα δίκτυα μεταφορών (θαλασσίων και εναέριων). Θα πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι στη σύγχρονη εποχή η τεχνολογική βελτίωση των μέσων μεταφοράς και στις θαλάσσιες και στις εναέριες μεταφορές έχει βελτιώσει τις χωρητικότητες, την ασφάλεια, το χρόνο μετακίνησης.

γ. Η χωροταξική οργάνωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων παρουσιάζει ορισμένες ιδιαίτερες δυσκολίες και ιδιομορφίες, γιατί δεν αντιμετωπίζουμε έναν ενιαίο χερσαίο χώρο, αλλά επιμέρους χώρους (τα νησιά), οι οποίοι αφενός πρέπει να εντάσσονται σε γενικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις, αφετέρου διατηρούν τη λειτουργική, οικονομική και κοινωνική αυτονομία τους. Αντίστοιχα, η «χωρική ασυνέχεια» δεν επιτρέπει αναλογικές κατανομές. Τέλος, ένα νησιωτικό σύμπλεγμα είναι περισσότερο ευαίσθητο σε επιρροές και φαινόμενα εξαρτήσεων ή απεξαρτήσεων από ηπειρωτικές περιοχές, έτσι ώστε να επηρεάζεται η εσωτερική συνοχή του ίδιου του συμπλέγματος.

Τέτοια φαινόμενα, διαφορετικού κάθε φορά τύπου, θα τα διαπιστώσουμε π.χ. και στα Ιόνια νησιά, και στις Σποράδες, και στα νησιά του βορείου Αιγαίου, και στα Δωδεκάνησα, και στις Κυκλάδες.

Σήμερα έχουμε ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που μας επιτρέπει να δούμε την υπερτοπική κλίμακα διαφορετικά απ’ ό,τι στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Σε θεωρητικό επίπεδο τα εργαλεία που διαθέτουμε παρέχουν τη δυνατότητα να παρέμβουμε στη χωροταξική οργάνωση, όχι αμυντικά, κατασταλτικά, αλλά επιθετικά, συνολικά από το κοινωνικο-οικονομικό μέχρι το χωρικό επίπεδο ρυθμίσεων.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι επιβάλλεται να προσδιοριστούν και να ελεγχθούν οι επιθυμητές εισροές επισκεπτών και οι επιθυμητές δραστηριότητες, και να υπάρξει μια πολιτική διάχυσης των δραστηριοτήτων και των εισροών στο σύνολο των νησιών. Στην αντίθετη περίπτωση, οι ανεξέλεγκτες εισροές και εισαγωγές ενδιαφερομένων θα συνεχίσουν να αναπαράγουν το σημερινό αδιέξοδο στις προσπάθειες χωρικής αναδιάρθρωσης και οργάνωσης.

Σκέψεις για την ένταξη του νησιωτικού χώρου στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού κα Αειφόρου Ανάπτυξης

Το μεγαλύτερο και πιο κρίσιμο ζήτημα ένταξης της συνολικής και ειδικότερα της χωρικής ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου στο υπό θεσμοθέτηση ΓΠΧΣΑΑ εντοπίζεται στα μεγάλα συμπλέγματα του αιγιακού χώρου, γιατί δεν φαίνεται πώς αυτά εντάσσονται στο συνολικό πρότυπο χωρικής ανάπτυξης που, με τους πόλους και άξονες, επικεντρώνεται στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας. Το πρότυπο αυτό ενσωματώνει και συμπαρασύρει, με τις όποιες αδυναμίες του, όσα νησιά ή νησιωτικές ενότητες βρίσκονται σε εγγύτητα με την ηπειρωτική χώρα (Σαμοθράκη, Θάσος, Σποράδες, Αργοσαρωνικός, Ιόνια νησιά), με εξαίρεση την Κρήτη, που λόγω μεγέθους αντιμετωπίζεται ούτως ή άλλως σε συνάρτηση με το ηπειρωτικό τμήμα.

Όμως, ο τρόπος αντιμετώπισης των Κυκλάδων, των Δωδεκανήσων και των ανατολικών νησιών από το ΕΧΣ, παρ’ όλες τις βελτιώσεις στο τελικό σχέδιο νόμου, συνεχίζει να είναι προβληματικός, τόσο για κάθε ένα από τα παραπάνω νησιωτικά συμπλέγματα όσο και για το σύνολο του νησιωτικού χώρου. Ο νησιωτικός χώρος δεν εντάσσεται επαρκώς σε άξονες ανάπτυξης, ούτε εξασφαλίζονται επαρκείς διασυνδέσεις με άλλες πόλεις του ηπειρωτικού χώρου. Η Αττική παραμένει, όπως και σήμερα, το βασικό σημείο αλληλεξάρτησης των νησιών με την ηπειρωτική χώρα.

Η ουσιαστική προσκόλληση στο δίπολο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, που δεν αναδεικνύει το λιμάνι του Βόλου (και τη Θεσσαλία), της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης (την Άνω Μακεδονία και τη Θράκη), αλλά ούτε και άλλα αεροδρόμια –εν ολίγοις μελλοντικούς διευρωπαϊκούς κόμβους συνδυασμένων μεταφορών και δίπολα ή τρίπολα ως πραγματικά ανταγωνιστικά συμπληρωματικά στο σύνολο της χώρας– δεν οδηγεί σε μια νέα οργανική διαπεριφερειακή ένταξη του αιγιακού χώρου στο σύνολο της επικράτειας.

Κυκλάδες

Τα νησιά των Κυκλάδων αναπτύχθηκαν αυτοτελώς ως «βίοι παράλληλοι» στο πλαίσιο μια τουριστικής πολιτικής και μιας ανερμάτιστης οικιστικής πολιτικής που δεν φρόντισαν για τις απαιτήσεις σε υποδομές, σε κοινωνικό εξοπλισμό, στη διαφύλαξη των ακτών και του φυσικού περιβάλλοντος, ούτε των νησιών που υπεραναπτύχθηκαν, πολύ δε περισσότερο των ελλειμματικών. Η χωροταξική πολιτική που ασκήθηκε, χωρίς να συνοδεύεται από μια συνολικότερη οικονομική και οικιστική πολιτική, χωρίς να προβλέπει μηχανισμούς προγραμματισμού, κινητοποίησης τοπικών πόρων, έχει οδηγήσει σε μια συνεχή προσπάθεια να περισωθεί όση γεωργική, ορεινή, δασική και μη γη έχει απομείνει από τις συνεχείς πιέσεις για οικοπεδοποίηση.

Πολύ επιγραμματικά διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για ένα πλαίσιο συνολικής χωροταξικής οργάνωσης των Κυκλάδων.

Μια πρώτη σκέψη αναφέρεται στην ανάγκη απεξάρτησης των Κυκλάδων, σε όποιο βαθμό είναι εφικτό, από την κυριαρχία της πρωτεύουσας. Θα μπορούσαν για παράδειγμα να εξεταστούν οι δυνατότητες διασύνδεσης των Κυκλάδων με την Κρήτη και με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Μια δεύτερη σκέψη είναι να αποκατασταθούν οι κάθετες διασυνδέσεις των γεωγραφικών ενοτήτων. Εν προκειμένω, οι γεωγραφικές ενότητες Σερίφου-Σίφνου-Μήλου, Πάρου-Νάξου, Ίου-Θήρας και Σύρου-Τήνου-Μυκόνου, πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά τον πληρέστερο δυνατό τρόπο από πλευράς οικονομικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών αναγκών.

Μια τρίτη σκέψη είναι να αντιμετωπιστούν οι υποενότητες της Ίου-Θήρας και Φολέγανδρου-Σίκινου-Ανάφης ως υποσύστημα που θα λειτουργούσε κατά ένα συνολικό τρόπο. Αναφερόμαστε στις τεχνικές και κοινωνικές υποδομές, στις εσωτερικές μεταφορές, στην ενιαία αναπτυξιακή αντιμετώπιση, στον τουρισμό, στην αναψυχή, στην αλιεία, στα βιοτεχνικά προϊόντα.

Δωδεκάνησα – Ανατολικά νησιά Αιγαίου

Τα συμπλέγματα αυτά πρέπει να επιδιωχθεί να συγκροτήσουν τον ανατολικό νησιωτικό άξονα της χώρας. Εγχείρημα δύσκολο, γιατί είναι αποκομμένα από τον ιστορικό, γεωγραφικό ηπειρωτικό χώρο αλληλεξάρτησης, της Αιολίας, της Ιωνίας και της Μικράς Ασίας. Σήμερα έχουν αναπτυχθεί περιορισμένες σχέσεις λόγω του τουρισμού, αλλά δεν επαρκούν. Πρέπει να επιδιωχτεί η συνεργασία και σε άλλους τομείς: στο εμπόριο, στην ποιοτική γεωργία, στη μεταποιητική παραγωγή, στις μεταφορές, στους τομείς του πολιτισμού, της τεχνολογίας, της γνώσης. Πρέπει όμως [τα ανατολικά νησιά] να συνδεθούν με όλο το εύρος του ηπειρωτικού τόξου του Αιγαίου. Υπ’ αυτή την έννοια δεν αρκούν οι υποδηλούμενες ακτοπλοϊκές συνδέσεις που περιλαμβάνονται στο ΓΠΧΣΑΑ.

Σχηματικά ο ανατολικός νησιωτικός άξονας ανάπτυξης που προαναφέρθηκε, ή ακόμη και η σύνδεση με τον Βόλο και συνεπώς με τον άξονα Θεσσαλία-Ήπειρος-Γιάννενα- Ηγουμενίτσα, είναι μια ιδέα που ίσως οδηγήσει στο να αποτελέσει το Αιγαίο ένα νέο ενιαίο οργανικό τμήμα του εθνικού χώρου.

Ο Παύλος Λουκάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και εκπρόσωπος του ΣΕΠΟΧ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας.

Advertisements