Εφ’ όσον το Δίκαιο έχει ως αποστολή να ρυθμίζει με δεσμευτικό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις, ο νομοθέτης είναι πάντα αναγκασμένος να παρακολουθεί τις κάθε είδους αλλαγές, οικονομικές ή ιδεολογικές, στο εσωτερικό μιας κοινωνίας και να προσαρμόζει αναλόγως σε αυτές τους κανόνες δικαίου. Από τη στιγμή που ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας έχει φιλελευθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια και επιλέγει πλέον να συμβιώνει και να δημιουργεί οικογένεια χωρίς να ακολουθεί την παραδοσιακή οδό της τέλεσης του γάμου, η πολιτεία εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να ρυθμίσει, έστω και με καθυστέρηση, τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Κάθε φορά βέβαια που μία μειονότητα κατορθώνει να αναγνωρισθεί θεσμικά και να κατοχυρώσει μια σειρά δικαιωμάτων, ξεκινά μία πολεμική από τις συντηρητικές εκείνες δυνάμεις της κοινωνίας που θεωρούν ότι απειλούνται από τις εξελίξεις. Στη χώρα μας οι πιο οξείες αντιδράσεις απέναντι στο προσχέδιο νόμου περί του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης προήλθαν, όπως αναμενόταν, από ένα μειοψηφικό φονταμενταλιστικό κομμάτι της ιεραρχίας, το οποίο έσπευσε να απαξιώσει ηθικά την κάθε μορφής μόνιμη σχέση, η οποία αναγνωρίζεται από το Κράτος χωρίς να έχει λάβει την ευλογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι δηλώσεις περί πορνείας του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης έδωσαν το έναυσμα για τη διεξαγωγή ενός δημόσιου διαλόγου περί του περιεχομένου των εννοιών της οικογένειας, της αυτονομίας, των ατομικών δικαιωμάτων, του φιλελευθερισμού.

Επειδή φιλοδοξία του Μαχητού Τεκμηρίου δεν αποτελεί η επίλυση ηθικών ή φιλοσοφικών ζητημάτων, αλλά η παράθεση στοιχείων και πληροφοριών επί πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων της επικαιρότητας, η δική μας συμβολή στο διάλογο θα περιορισθεί αφ’ ενός στην παρουσίαση και την κριτική των ρυθμίσεων του προσχεδίου του ελληνικού νόμου και αφ’ ετέρου στη σύγκριση του περιεχομένου του με τα αντίστοιχα νομοθετήματα άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Ως προς το προσχέδιο νόμου που πρόκειται να κατατεθεί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στο ελληνικό Κοινοβούλιο δύο είναι τα θέματα που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον: το πρώτο σχετίζεται με τα μειωμένα δικαιώματα που προβλέπει για όσους πρόκειται να συνάψουν το σύμφωνο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα των συζύγων, ενώ το δεύτερο αφορά τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από τις σχετικές ρυθμίσεις. Η αναφορά που γίνεται στη συνέχεια σε ανάλογους κανόνες δικαίου που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ σε αρκετά κράτη της Ευρώπης φανερώνει από τη μία πλευρά ότι η θεσμοθέτηση μιας εναλλακτικής προς το γάμο μορφής μόνιμης συμβίωσης αποτελεί ήδη κεκτημένο σε μεγάλο τμήμα της ηπείρου μας, ενώ από την άλλη ότι οι πρωτοβουλίες του Έλληνα νομοθέτη ήταν συγκριτικά μάλλον άτολμες.

Advertisements