του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Α) Μία νομοθετική πρόταση που απαντά σε μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη

Η επικείμενη κατάθεση στο Κοινοβούλιο του σχεδίου νόμου, που αφορά τη θεσμοθέτηση μίας εναλλακτικής μορφής μόνιμης συμβίωσης, έρχεται με αρκετή καθυστέρηση να καλύψει ένα σοβαρό κενό της ελληνικής έννομης τάξης. Όπως αναφέρεται στο ενημερωτικό σημείωμα που απέστειλε στους βουλευτές και τους ευρωβουλευτές όλων των κομμάτων ο Υπουργός Δικαιοσύνης, σκοπό της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας αποτελεί η ρύθμιση μίας κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία αφορά το 5% των παιδιών που γεννιούνται σήμερα στην Ελλάδα εκτός γάμου καθώς και τις χιλιάδες απροστάτευτες μονογονεϊκές οικογένειες. Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη πρόκειται να δώσει τη δυνατότητα σε εκείνους τους ανθρώπους, που δεν επιθυμούν για λόγους ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς να συνάψουν γάμο, αφ’ ενός να ορίσουν με δεσμευτικό τρόπο ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, το οποίο θα διέπει τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις, και αφ’ ετέρου να κατοχυρώσουν μία σειρά δικαιωμάτων για τα τέκνα τους. Μετά την ψήφιση, μάλιστα, του νομοσχεδίου αυτού από το ελληνικό Κοινοβούλιο αναμένεται να ακολουθήσει και μια σειρά ευρύτερων νομοθετικών αλλαγών, καθώς πρόθεση της Κυβέρνησης αποτελεί η εξίσωση των εννόμων αποτελεσμάτων του γάμου με εκείνα της υπογραφής του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό έχει διαρκέσει τουλάχιστον 5 έτη, στα πεδία του εργατικού, ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού και δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου.

Από την άλλη, όμως, πλευρά πρέπει να επισημανθεί ότι το εν λόγω σύμφωνο συνδέεται με λιγότερα δικαιώματα σε σχέση με το θρησκευτικό και τον πολιτικό γάμο, ενώ επίσης λύεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν. Εν όψει των παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση εμπεριέχει πολλές πτυχές, οι οποίες κρίνεται προτιμότερο να εξετασθούν χωριστά, ώστε να αναδειχθούν πέρα από τα αναμφισβήτητα προοδευτικά της χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και τα σημεία εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντιπαραθέσεις αναφορικά με τη σκοπιμότητά τους.

Β) Τρόπος σύναψης και λύσης του συμφώνου

Ως προς τον τύπο της σύναψης του σ.ε.σ. τα δύο μέρη οφείλουν απλά να συνυπογράψουν μια συμβολαιογραφική πράξη, η οποία θα καταχωρίζεται σε ειδικό ληξιαρχικό βιβλίο και θα προβλέπει τη ρύθμιση των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων.

Το σύμφωνο θα μπορεί να λυθεί είτε κατόπιν συμφωνίας των δύο συντρόφων είτε χωρίς καμία μεταξύ τους συνεννόηση, αφού αρκεί η μονομερής δήλωση του ενός εξ αυτών και η κοινοποίησή της με δικαστικό επιμελητή στον άλλον. Η ρύθμιση αυτή, που περιέχεται στο άρθρο 4 του προσχεδίου του νόμου, χρήζει τροποποίησης, καθώς δεν προβλέπει ένα εύλογο χρονικό περιθώριο, κατά τη διάρκεια του οποίου θα είναι δυνατή για τους δύο συντρόφους η υπαναχώρηση από την αρχική τους απόφαση να λύσουν το σύμφωνο. Κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να απαιτούνται δύο δηλώσεις, είτε συναινετικές είτε μονομερείς, που να απέχουν μεταξύ τους ένα διάστημα ολίγων μηνών, μετά την παρέλευση του οποίου να επέρχεται το έννομο αποτέλεσμα της παύσης της ισχύος του συμφώνου.

Εγείρει, επίσης, ερωτήματα η σκοπιμότητα της ρύθμισης για την αυτοδίκαια λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης στην περίπτωση κατά την οποία το ένα από τα δύο μέρη τελέσει γάμο με κάποιο τρίτο πρόσωπο. Η πρόβλεψη αυτή υποβαθμίζει υπέρμετρα το σύμφωνο έναντι του γάμου.

Γ) Διαφορές από το γάμο

i) Κληρονομικά δικαιώματα

Διαφορετικά ρυθμίζονται από το άρθρο 11 του προσχεδίου οι κληρονομικές σχέσεις των προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης σε σχέση με τις αντίστοιχες των συζύγων. Σε περίπτωση, λοιπόν, που ο κληρονομούμενος δεν έχει συντάξει διαθήκη, ο σύντροφός του δικαιούται το 1/6 της κληρονομιάς, εάν υπάρχουν τέκνα, και το 1/3 εάν δεν υπάρχουν. Τα αντίστοιχα ποσοστά του συζύγου, σε περίπτωση που έχει τελεσθεί γάμος, είναι 1/4 και 1/2 βάσει του άρθρου 1820 του Αστικού Κώδικα. Η σκοπιμότητα αυτής της απόκλισης είναι συζητήσιμη.

ii) Μη αναγνώριση του τεκμηρίου συμβολής του ενός συντρόφου στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης

Το άρθρο 1400 του ΑΚ προβλέπει ότι εάν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος τεκμαίρεται ότι έχει συμβάλει κατά το1/3 στην αύξηση αυτή και, επομένως, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους αυτού. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, καθώς μπορεί να αποδειχθεί τελικά ενώπιον του δικαστηρίου μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης συμβολή.

Ανάλογο τεκμήριο δεν αναγνωρίζει το άρθρο 6 του προσχεδίου του νόμου για το σ.ε.σ., αφού προβλέπει ότι, σε περίπτωση που δεν υφίσταται σχετική διάταξη στο σύμφωνο, η ύπαρξη οπιασδήποτε συμβολής του ενός συντρόφου στα αποκτήματα του άλλου πρέπει να αποδεικνύεται.

iii) Μη αναγνώριση του δικαιώματος της υιοθεσίας στο ζεύγος που έχει υπογράψει το σ.ε.σ.

Δ) Κριτική επί των παραλείψεων του προσχεδίου νόμου

Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης είναι αναμφισβήτητο ότι εναρμονίζεται κατ’ αρχήν με την αρχή της αυτονομίας του ατόμου, καθώς έρχεται να κατοχυρώσει μια σειρά δικαιωμάτων προς όφελος εκείνων που επιλέγουν να μην επισφραγίσουν τη σχέση τους με την τέλεση ενός γάμου. Το φιλελεύθερο, όμως, πνεύμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης φαίνεται να έχει στενούς ορίζοντες, καθώς από τη μία πλευρά δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτών που έχουν υπογράψει το σύμφωνο να αποκτήσουν θετά τέκνα και από την άλλη αποκλείει πλήρως από το πλαίσιο της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης τα ομόφυλα ζευγάρια. Το ελληνικό κράτος, δηλαδή, σε αντίθεση με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο σε άλλες χώρες της Ευρώπης, θεωρεί ότι οφείλει να μεριμνήσει μόνο για εκείνες τις κοινωνικές ομάδες των οποίων οι επιλογές δεν αποκλίνουν σημαντικά από τα κυρίαρχα στερεότυπα. Με άλλα λόγια, η αυτονομία της βούλησης του προσώπου γίνεται σεβαστή από τον Έλληνα νομοθέτη υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι πλήρως αυτόνομη.

Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμ. Νομικής του Παν. Αθήνας

Advertisements