Ο Θ. Κ. Παπαχρίστου είναι καθηγητής Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της επιτροπής που συνέταξε το προσχέδιο νόμου για το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης». Οι απαντήσεις του στο «Μαχητό Τεκμήριο» στηρίζονται στις ρυθμίσεις του προσχεδίου της επιτροπής και όχι σε κάποιο τελικό σχέδιο νόμου, άγνωστο στον ίδιο.

Ποιές είναι οι κοινωνικές ανάγκες τις οποίες φιλοδοξεί να καλύψει το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης; Θεωρείτε τις ρυθμίσεις του επαρκείς ή θα τις χαρακτηρίζατε ως ένα πρώτο βήμα σε μια προοδευτική κατεύθυνση;

Το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης» προορίζεται για τα ζεύγη που επιθυμούν την αναγνώριση από το δίκαιο της συμβίωσης, αλλά με βάση ρυθμίσεις που, κατά κύριο λόγο, θα βασίζονται στην ελεύθερη βούλησή τους. Για τούτο και το σύμφωνο καταρτίζεται και λύνεται χωρίς παρέμβαση πολιτειακού οργάνου ή θρησκευτικού λειτουργού, ενώ και οι σχέσεις των συντρόφων ρυθμίζονται καταρχήν συμβατικά. Το συμβατικό αυτό μόρφωμα ανταποκρίνεται στο αίτημα εκείνων που αντιμετωπίζουν τη συμβίωση ως κατά βάση ιδιωτική υπόθεση. Η βαρύνουσα σημασία που αποδίδεται στην ιδιωτική αυτονομία και, επομένως, στην ελεύθερη βούληση, εξηγεί και την ονομασία της συμβίωσης ως «ελεύθερης». Σε μια κοινωνία δημοκρατική και πλουραλιστική η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού είναι επιβεβλημένη. Αυτή είναι και η απάντηση στην ένσταση «τι χρειάζεται το σύμφωνο, αφού τα ετερόφυλα πρόσωπα μπορούν να συνάψουν γάμο».

Από μία άλλη οπτική γωνία, πιο πραγματιστική, το Σύμφωνο καλύπτει σοβαρές κοινωνικές ανάγκες. Κατά πρώτο λόγο, κατοχυρώνει απολύτως τα παιδιά που θα γεννηθούν από τη συμβίωση, τα οποία αυτομάτως έχουν θεμελιωμένη πατρότητα –όπως ακριβώς συμβαίνει με την έγγαμη συμβίωση- χωρίς την αβεβαιότητα της εκούσιας αναγνώρισης ή την ταλαιπωρία της δικαστικής, ενώ είναι και πλήρως εξομοιωμένα με τα παιδιά που προέρχονται από γάμο. Επιπλέον, το σχέδιο νόμου διασφαλίζει ένα minimum δικαιωμάτων στους συντρόφους (κληρονομικά δικαιώματα, διατροφή μετά τη λύση, αποκτήματα), έστω και σε μικρότερη κλίμακα από ό,τι στο γάμο, αφού αυτό είναι το τίμημα του συμβατικού χαρακτήρα του Συμφώνου. Θα είναι επίσης υποχρεωτική η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, την οποία αρνήθηκε, εν έτει 2007(!) ο Άρειος Πάγος, για τον οποίο οι εξώγαμοι σύντροφοι δεν αποτελούν οικογένεια! Τέλος, η δυνατότητα κοινής υιοθεσίας από το ζεύγος ετερόφυλων προσώπων –που προβλέπεται από το προσχέδιο της επιτροπής, αλλά την οποία με δηλώσεις του απέρριψε ο κύριος Υπουργός της Δικαιοσύνης- συνιστά σημαντική καινοτομία.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές οι ρυθμίσεις του προσχεδίου είναι επαρκείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επιδέχονται βελτιώσεις.

Γιατί δεν έχουν συμπεριληφθεί τα ομόφυλα ζευγάρια στο προσχέδιο του νόμου;

Η αναγνώριση από το δίκαιο της συμβίωσης ομόφυλων προσώπων αποτελεί ασφαλώς κοινωνική αναγκαιότητα και ανταποκρίνεται στο αίτημα για προσαρμογή του νόμου στην πολλαπλότητα των προτύπων συμπεριφοράς, πέρα από ηθικολογικές κοινοτοπίες, φοβικά σύνδρομα και ιδεοληπτικές αγκυλώσεις. Η διαφορετικότητα όμως της συμβίωσης των ομόφυλων προσώπων επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, διαφορετική -όχι μειονεκτική- ρύθμιση, με την υπαγωγή της σε ένα άλλο παραπλήσιο μόρφωμα. Το αμφιλεγόμενο και ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα της υιοθεσίας από ομόφυλα ζεύγη –στο οποίο η θετική ή αρνητική απάντηση δεν πρέπει να εγκλωβίζεται στο απλουστευτικό σχήμα «προοδευτικό ή αντιδραστικό»- δεν είναι παρά μια πτυχή του ζητήματος.

Η ενιαία, λοιπόν, αντιμετώπιση των ομόφυλων και ετερόφυλων συμβιώσεων αντιφάσκει σε τελική ανάλυση, με το δικαίωμα στη διαφορά των ομόφυλων συντρόφων, για τους οποίους η αναγνώριση και κατοχύρωση από το δίκαιο της σχέσης τους δεν μπορεί να «μιμείται» αυτή των ετερόφυλων. Παρόμοια «μίμηση» καταλήγει στη γραφικότητα, με συνέπεια να αδυνατίζει το δίκαιο του αιτήματος και να διακυβεύεται η πραγματοποίησή του.

Advertisements