του Κωστή Παπαϊωάννου

Όπως είναι γνωστό πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η πρόθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να προχωρήσει στην κατάθεση νομοσχεδίου περί Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης.

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) επεσήμανε αμέσως στο Υπουργείο πως ενώ το προτεινόμενο Σύμφωνο σαφώς απαντά σε ρεαλιστικές κοινωνικές ανάγκες, η μη συμπερίληψη των ζευγαριών ιδίου φύλου στις ρυθμίσεις του συνιστά εξαρχής σημείο αδυναμίας του όλου εγχειρήματος, καθώς επιλέγει αφενός να μην θεραπεύσει πραγματικές και διαπιστωμένες εκκρεμότητες αστικής και οικογενειακής φύσεως, και αφετέρου να μην συμμορφωθεί με σειρά δεσμευτικών και για την χώρα μας ρυθμίσεων που απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Υπενθύμισε μάλιστα ότι ήδη από τον Δεκέμβριο του 2004 είχε τοποθετηθεί συνολικά επί των θεμάτων που άπτονται των εν λόγω διακρίσεων και έχει καταθέσει σειρά προτάσεων προς τους αρμόδιους φορείς, εκ των οποίων η πρώτη αφορά την νομική αναγνώριση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου: «Η ΕΕΔΑ υποστηρίζει τη νομική αναγνώριση της πραγματικής συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, ούτως ώστε να αρθούν οι δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους σε κληρονομικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, υγειονομικό, συνταξιοδοτικό, προνοιακό και εργασιακό επίπεδο. Προτείνεται η σύσταση Ομάδας Εργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία θα διερευνήσει όλες τις όψεις αυτής της αναγνώρισης, αξιοποιώντας την υπάρχουσα διεθνή πρακτική και το υφιστάμενο εγχώριο νομικό πλαίσιο, και προσμετρώντας τις τοποθετήσεις μιας σειράς φορέων που μπορούν να συνεισφέρουν προς την κατεύθυνση του αποτελεσματικού χειρισμού του ζητήματος».

Η θετική ανταπόκριση του Υπουργείου στο διαδικαστικό σκέλος της παρέμβασης, δηλαδή τη σύσταση ομάδας εργασίας, είναι ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, η ΕΕΔΑ αμέσως επεσήμανε πως δε θα συμφωνούσε σε μια κλιμακωτή ρύθμιση του ζητήματος, δηλαδή άμεση αναγνώριση της συμβίωσης ετεροφύλων και μελλοντική μελέτη (όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος παραπομπής στις ελληνικές καλένδες) της συμβίωσης ομοφύλων. Με τον τρόπο αυτόν η πολιτεία θα θεσμοθετούσε σήμερα μια διάκριση σε βάρος μιας κατηγορίας συμπολιτών μας και θα τους υποσχόταν πως ίσως η διάκριση αυτή αρθεί αύριο. Μια τέτοια εξέλιξη πρέπει να αποφευχθεί.

Συνοψίζοντας, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ορισμένα ερωτήματα. Πρώτον, είναι απαραίτητο ένα σύμφωνο συμβίωσης; Καλύπτει πραγματικές ανάγκες μέρους της ελληνικής κοινωνίας; Η απάντηση δε μπορεί παρά να είναι καταφατική. Η κοινωνική πραγματικότητα υποδεικνύει την ανάγκη να προβλεφθούν ρυθμίσεις για τον όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που επιλέγουν να συμβιώσουν χωρίς την τυπική δέσμευση του γάμου. Δεύτερον, είναι ορθή η εισαγόμενη νομοθετική ρύθμιση; Ναι, είναι ορθή αφού διευκολύνει δύο πρόσωπα να ασκούν το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή τους επιλέγοντας ελεύθερα τον ή την σύντροφό τους και προσφέρει ευελιξία στην επιλογή της μορφής που θέλουν να έχει αυτή η σχέση. Ταυτόχρονα όμως όχι, δεν είναι ορθή η νέα ρύθμιση, αφού αυτό το δικαίωμα δεν παρέχεται σε κάθε άτομο, καθώς αποκλείονται τα ομόφυλα ζευγάρια. Αγνοούνται έτσι οι δεσμευτικές για την χώρα μας ρυθμίσεις που απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Για τον λόγο αυτόν, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ζήτησε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης να επεκτείνει το συζητούμενο σύμφωνο συμβίωσης και για τα ομόφυλα ζευγάρια.

Εντέλει, η πατερναλιστικού τύπου ηθική καθοδήγηση στον τρόπο που διάγουμε τον αυστηρά ιδιωτικό μας βίο είναι αναμενόμενη όταν εκπορεύεται από έναν θεσμό όπως η εκκλησία. Δεν είναι όμως θεμιτό να διεκδικεί αυτόν το ρόλο μια δημοκρατική πολιτεία.

Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Advertisements