του Ηλία Ιωακείμογλου

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των άλλων εισαγομένων πρώτων υλών, αποτελεί σημαντικό παράγοντα όξυνσης του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων και των εργαζομένων για την διανομή του προϊόντος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διατίθεται, πλέον, ένα αυξημένο μερίδιο του ΑΕΠ για την πληρωμή των εισαγομένων πρώτων υλών, αφήνοντας προς διανομή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ένα μικρότερο μέρος του εγχωρίου προϊόντος. Κάθε πλευρά θα πρέπει τώρα να υπερασπιστεί το εισοδηματικό της μερίδιο σε μια μάχη που μόλις άρχισε.

Η πρώτη κίνηση έχει ήδη γίνει από τις επιχειρήσεις, που αυξάνουν τις τιμές τους προσπαθώντας να διατηρήσουν την κερδοφορία τους στα υψηλά επίπεδα προηγουμένων ετών. Η άνοδος των τιμών σχετίζεται και με το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα επιβραδύνεται από το 2004, περιορίζοντας έτσι τις δυνατότητες μείωσης του κόστους παραγωγής.

Η «ακρίβεια», λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο από την απόπειρα των επιχειρήσεων να ανακτήσουν τα «απολεσθέντα» κέρδη από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και των άλλων πρώτων υλών. Την απόπειρα αυτή μπορεί να την ακυρώσει μια άνοδος των μισθών ανάλογη προς την αύξηση των τιμών.

Μια τέτοια αύξηση των μισθών είναι καταφανώς ανεπιθύμητη από την κυβέρνηση και από την αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό εξηγεί τις μεγάλες συζητήσεις περί περιορισμού των καρτέλ και των δυνατοτήτων των επιχειρήσεων να αυξάνουν τις τιμές, και την σιωπή σχετικά με το ύψος των μισθών.

Η όλη συζήτηση ακούγεται κάπως έτσι: «Οι τιμές είναι υψηλές, δεν είναι οι μισθοί χαμηλοί. Ας μειώσουμε, λοιπόν, τις τιμές».

Και όμως, το 40% των μισθωτών στην Ελλάδα είχαν, το 2007, ακαθάριστες αποδοχές μικρότερες των 1080 ευρώ, και το 22% μικρότερες των 830 ευρώ. Οι μισοί μισθωτοί είχαν αποδοχές μικρότερες των 1250 ευρώ. Από τις αποδοχές αυτές θα πρέπει να αφαιρέσουμε τις εισφορές των εργαζομένων στα ασφαλιστικά τους ταμεία και τον φόρο εισοδήματος που καταβάλλουν. Εάν συγκρίνουμε τον μέσο μισθό που καταβάλλεται στην Ελλάδα με τους αντίστοιχους μέσους μισθούς στις 15 πιο προηγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών σε άλλες χώρες είναι υψηλότερες και σε άλλες χαμηλότερες, θα βρούμε ότι το 2007, η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα υστερεί κατά 17% του μέσου όρου της ΕΕ-15. Βεβαίως, θα είχε δίκαιο κάποιος να ισχυρισθεί πως η παραγωγικότητα είναι χαμηλότερη στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτόν είναι λογικό να είναι χαμηλότερη και η αγοραστική δύναμη του δικού μας μέσου μισθού. Η παραγωγικότητα της εργασίας, όμως, έχει αυξηθεί σημαντικά μετά το 1995, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σήμερα στο 91% του μέσου όρου της ΕΕ-15 και άρα δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια διαφορά 17% στην αγοραστική δύναμη.

Αυτά ακούγονται κάπως έτσι: «Δεν είναι οι τιμές υψηλές, είναι οι μισθοί χαμηλοί. Ας αυξήσουμε, λοιπόν, τους μισθούς».

Εδώ, συναντάμε τον φόβο όσων ανησυχούν για τις ισορροπίες του οικονομικού μας συστήματος: δικαιολογημένα θα ισχυριστούν ότι οι αυξήσεις των μισθών σε απάντηση των αυξήσεων των τιμών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πληθωριστική χιονοστιβάδα καθώς κάθε πλευρά (οι επιχειρήσεις και οι μισθωτοί) θα επιχειρούσαν να ανακτήσουν το χαμένο τους εισόδημα.

Ο κίνδυνος της πληθωριστικής έξαρσης είναι, πράγματι, υπαρκτός. Ας υποχωρήσουν, λοιπόν, οι επιχειρήσεις, ας αποδεχθούν ότι τα εισοδηματικά μερίδια του κεφαλαίου και της εργασίας θα παραμείνουν σταθερά, και τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει έξαρση του πληθωρισμού.

Κάθε πλευρά θα πρέπει τώρα να υπερασπιστεί το εισοδηματικό της μερίδιο. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη μπει στην μάχη και είναι απίθανο, αν όχι αδύνατο, να υποχωρήσουν οικειοθελώς. Τι θα κάνει, άραγε, η Αριστερά για να οργανώσει τις δικές μας δυνάμεις, τις δυνάμεις της εργασίας;

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι οικονομολόγος, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Θέσεις

Advertisements