του Γιώργου Ιωαννίδη

Ο πληθωρισμός είναι ένα στατιστικό μέγεθος που μετρά την μεταβολή του επιπέδου τιμών μέσα σε μία δεδομένη χρονική περίοδο. Ο δείκτης υπολογίζεται βάσει του «καλαθιού της νοικοκυράς». Ωστόσο το «καλάθι της νοικοκυράς» είναι ένας σταθμισμένος μέσος όρος. Συνίσταται, δηλαδή, σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνόλου των προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνονται από το σύνολο των νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα όμως ούτε όλα τα νοικοκυριά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ούτε καταναλώνουν τα ίδια πράγματα και στις ίδιες ποσότητες αφού το καταναλωτικό προφίλ των νοικοκυριών διαφοροποιείται αναλόγως του μεγέθους (αριθμός μελών), της περιοχής (αστικές, ημιαστικές, αγροτικές περιοχές) και φυσικά του εισοδήματός τους. Για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό που δαπανά το 20% του μηνιαίου εισοδήματός του σε κρέας, επηρεάζεται πολύ περισσότερο από μια αύξηση της τιμής του κρέατος απ’ ό,τι ένα νοικοκυριό που δαπανά το 7% του μηνιαίου εισοδήματός του στο ίδιο προϊόν. Όταν αναφερόμαστε στον πληθωρισμό, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τα διάφορα νοικοκυριά.

Το καταναλωτικό προφίλ των νοικοκυριών

Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η ποσοστιαία κατανομή της μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, αναλόγως του μηνιαίου εισοδήματός τους, στις δώδεκα βασικές κατηγορίες δαπανών.

Όπως φαίνεται τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη διατροφής.

Μεγάλες διαφορές εμφανίζονται και στις δαπάνες για την κατοικία με σημαντικές εσωτερικές διαφοροποιήσεις εντός της κατηγορίας. Για παράδειγμα, τα ενοίκια αποτελούν το 44% των δαπανών για κατοικία των φτωχών νοικοκυριών, έναντι 18% των πλουσιότερων νοικοκυριών (1). Αντίθετα, οι επισκευές αντιπροσωπεύουν το 25% της δαπάνης για κατοικία της ανώτερης ομάδας, έναντι 12% της δαπάνης των φτωχών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή της δαπάνης για θέρμανση. Τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν αναλογικά λιγότερα χρήματα για πετρέλαιο σε σχέση με τα πλουσιότερα (46% οι φτωχοί έναντι 51% οι πλουσιότεροι). Χαρακτηριστικό είναι ότι για τα νοικοκυριά με μηνιαία εισοδήματα έως 750€ (οι φτωχότεροι των φτωχών), το πετρέλαιο θέρμανσης αντιπροσωπεύει μόλις το 44% της δαπάνης για θέρμανση. Αυτά τα νοικοκυριά προσανατολίζουν το 12% των σχετικών δαπανών σε στερεά καύσιμα (έναντι μόλις 2% των πλουσιότερων). Αντίθετα η δαπάνη για φυσικό αέριο, του οποίου οι τιμές είναι ίδιες για όλους, αντιπροσωπεύει το 8% των φτωχότερων, έναντι 2% των πλουσιότερων νοικοκυριών.

Ο ρόλος των τιμών του πετρελαίου φαίνεται στις δαπάνες για μεταφορές, όπου τα πλουσιότερα νοικοκυριά εμφανίζουν υπερδιπλάσια ποσοστά από αυτά των φτωχών. Η μεγάλη διαφορά οφείλεται στα δαπανώμενα ποσά για αγορά και συντήρηση μεταφορικών μέσων (42% και 49% αντίστοιχα για τους πλουσιότερους, έναντι 29% και 44% για τους φτωχούς). Επιπλέον, η μετακίνηση με μέσα μαζικής μεταφοράς αντιπροσωπεύει το 26% των δαπανών μετακίνησης των φτωχών, έναντι 9% των πλουσιότερων.

Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και στις δαπάνες υγείας (και εδώ παρατηρούνται μεγάλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις). Για παράδειγμα τα φάρμακα αντιπροσωπεύουν το 32% της σχετικής δαπάνης για τους φτωχούς, έναντι μόλις 13% για τους πλουσιότερους. Αντίθετα οι τελευταίοι προσανατολίζουν το 76% σε αμοιβές ιατρών εκτός των νοσοκομείων (κυρίως σε οδοντίατρούς), έναντι 56% των φτωχών.

Στην εσωτερική κατανομή των υπόλοιπων κατηγοριών τα πράγματα είναι τα αναμενόμενα. Οι φτωχοί μιλάνε λιγότερο στο τηλέφωνο αλλά πληρώνουν αναλογικά περισσότερα, πάνε σινεμά ενώ οι πλούσιοι πάνε ομαδικά ταξίδια, δεν ξοδεύουν μεγάλα ποσά σε φροντιστήρια, δαπανούν λιγότερα σε διασκέδαση, δεν κάνουν ασφάλεια ζωής ή υγείας που κάνουν οι πλουσιότεροι.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι άλλα είναι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που επηρεάζουν τον προϋπολογισμό των φτωχών και άλλα είναι αυτά που επηρεάζουν τον προϋπολογισμό των πλουσιότερων. Το ερώτημα είναι πόσο αυξήθηκαν αυτά τα προϊόντα ή με άλλα λόγια πόσο είναι ο πληθωρισμός των φτωχών και πόσο των πλουσιότερων;

Η εξέλιξη των τιμών και ο πληθωρισμός των φτωχών και των πλουσιότερων νοικοκυριών

Στον Πίνακα 2 παρουσιάζεται ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για το σύνολο των νοικοκυριών, για τα φτωχά νοικοκυριά και για τα νοικοκυριά που ανήκουν στην ανώτερη εισοδηματική ομάδα (2).

Όπως φαίνεται από το 1999 έως και το 2004, τα φτωχά νοικοκυριά αντιμετώπιζαν έναν πληθωρισμό ελαφρά χαμηλότερο του μέσου όρου. Ωστόσο από το 2005 και μετά ο ΔΤΚ (συνεπώς και ο πληθωρισμός) των φτωχών νοικοκυριών είναι σταθερά υψηλότερος από τον μέσο όρο. Ειδικά κατά τα έτη 2006 και 2008 ο πληθωρισμός των φτωχών είναι αυξημένος κατά μισή μονάδα.

Ειδικά για το 2008, οι κύριες αιτίες υπέρβασης του μέσου όρου προσδιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις δαπάνες για διατροφή και στέγαση (Πίνακας 3). Ο πληθωρισμός των τροφίμων αποτελεί το 1,6% του συνολικού πληθωρισμού των φτωχών, έναντι 1,2% του μέσου όρου και ο πληθωρισμός της δαπάνης για στέγαση (ως αποτέλεσμα της αύξησης κατά 22,2% των δαπανών θέρμανσης) αποτελεί το 1,7% του πληθωρισμού των φτωχών έναντι 1,1% του μέσου όρου. Με αυτά και με εκείνα ο συνολικός πληθωρισμός των φτωχών είναι κατά 0,5% υψηλότερος από τον μέσο όρο.

Τελικά υπάρχει ακρίβεια των φτωχών και πόσο σημαντική είναι;

Στα παραπάνω φάνηκε ότι τα φτωχά νοικοκυριά, από το 2005 και μετά αντιμετωπίζουν υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο. Και πάλι όμως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι διαφορές που καταγράφονται, είναι σημαντικές μεν στις επιμέρους κατηγορίες, αλλά στο σύνολο δεν είναι τεράστιες. Σημαίνει αυτό ότι τα πράγματα για τους φτωχούς δεν είναι τόσο άσχημα όσο δηλώνουν στην τηλεόραση; Το επιπλέον 0,5% είναι μεν σημαντικό ποσοστό, αλλά είναι ικανό να «ρίξει έξω» τον οικογενειακό προϋπολογισμό; Πως συνδυάζεται ο τηλεοπτικός πανικός με τα παραπάνω νούμερα; Εκτός της δεδομένης υστερίας των δημοσιογράφων η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία.

Το πρώτο αφορά τις ατέλειες της μεθοδολογίας μέτρησης του πληθωρισμού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια «συνομωσία» της ΕΣΥΕ, αλλά με τα όρια της όποιας μέτρησης. Για παράδειγμα, η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, βάσει της οποίας διαμορφώνεται «το καλάθι της νοικοκυράς» πραγματοποιείται περίπου κάθε 5 χρόνια. Αντίθετα, οι καταναλωτικές συνήθειες των νοικοκυριών μπορεί να αλλάζουν συχνότερα (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σημαντικής αύξησης των τιμών). Με άλλα λόγια, το «καλάθι της νοικοκυράς» αντικατοπτρίζει το καταναλωτικό προφίλ του 2005, αλλά υπάρχει το ενδεχόμενο οι καταναλωτικές συνήθειες να έχουν αλλάξει (άρα και οι σταθμίσεις βάσει των οποίων παράγεται ο συνολικός πληθωρισμός). Ένα επιπλέον στοιχείο αφορά την έννοια της ποιότητας. Για παράδειγμα, ο ΔΤΚ δεν διακρίνει ανάμεσα σε εισαγόμενο και ντόπιο κρέας. Εάν οι τιμές του ντόπιου κρέατος αυξηθούν, τότε είναι εύλογη η υπόθεση ότι μέρος της κατανάλωσης θα προσανατολιστεί στο εισαγόμενο κρέας. Σε αυτό το σενάριο η συνολική δαπάνη για κρέας μπορεί να παραμένει η ίδια (π.χ. 100€/μήνα), ο πληθωρισμός να παραμένει σταθερός, η ποιότητά όμως είναι χειρότερη, άρα και η ποιότητα ζωής είναι χαμηλότερη. Το ποιοτικό στοιχείο ο ΔΤΚ δεν μπορεί να το εκφράσει απόλυτα.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της τηλεοπτικής δήλωσης κάποιου-ας. Έχω την εντύπωση ότι η δήλωση «οι τιμές έχουν φτάσει στα ύψη» στην πραγματικότητα σημαίνει «δεν μου φτάνουν τα λεφτά». Με άλλα λόγια, είτε η ερώτηση γινόταν φέτος, είτε πέρσι, είτε πριν 4 χρόνια, από ένα τμήμα των ερωτώμενων την ίδια απάντηση θα παίρναμε. Η αιτία είναι οι εξαιρετικά χαμηλοί μισθοί και συντάξεις. Αυτό που αναφέρουμε ως «φτωχά νοικοκυριά» είναι τα νοικοκυριά με μηνιαία εισοδήματα έως 1.100€. Τα νοικοκυριά αυτά αποτελούν το 26% του συνόλου και αποτελούνται κατά μέσο όρο από 1,7 άτομα έκαστο. Οικονομικά ενεργοί είναι μόλις το 22%, ενώ το 36% είναι συνταξιούχοι. Στο εσωτερικό αυτής της ομάδας υπάρχουν και τα νοικοκυριά που έχουν μηνιαία εισοδήματα έως 750€ (10,8% του συνόλου), μέσο μέγεθος 1,5 άτομα και 43% συνταξιούχους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον τα μισά από αυτά αποτελούνται από 2 άτομα, έκαστος των οποίων έχει εισοδήματα 325€ το μήνα!!! Αυτός ο κόσμος βρίσκεται στα όρια της απόλυτης φτώχειας. Είτε το λάδι κάνει 6€ είτε 7€ δεν πρόκειται να το αγοράσουν, γιατί απλά(; ) δεν έχουν. Η άνοδος επομένως των τιμών, έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη υπάρχον πιεστικό πρόβλημα: το γεγονός ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί και οι συντάξεις ανύπαρκτες.

(1) Με τον όρο «πλουσιότερα νοικοκυριά» αναφερόμαστε στα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα άνω των 3.500€ (Πίνακας 4). Παρά το γεγονός ότι αυτά τα νοικοκυριά βρίσκονται αρκετά πάνω από τον μέσο όρο, δύσκολα θα χαρακτηριζόταν ως «πλούσια». Για παράδειγμα ένα νοικοκυριό τεσσάρων μελών όπου εργάζονται οι δύο γονείς (με μισθό π.χ. 1.400€ έκαστος) και το ένα παιδί (με μισθό 850€), ενώ συντηρεί άλλο ένα παιδί (που ακόμη πάει σχολείο) θα κατατασσόταν σε αυτή την κατηγορία. Το παραπάνω νοικοκυριό προφανώς δεν είναι η οικογένεια Βαρδινογιάννη. Δυστυχώς η κατηγορία (3.501€ και άνω) είναι η ανώτερη κατηγορία που δίνει η ΕΣΥΕ.

(2) Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή είναι ένα μέγεθος που λέει πόσο άλλαξαν οι τιμές αναφορικά με ένα έτος βάσης. Το έτος βάσης είναι το 2005 και παίρνει την τιμή 100. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι εάν το 2000 ο ΔΤΚ είναι 84 και το 2007 είναι 106, τότε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που το 2005 (έτος βάσης) κόστιζε 100€, το 2000 κόστιζε 84€ και το 2007 κόστιζε 106€. Η ετήσια ποσοστιαία μεταβολή του ΔΤΚ μας δίνει τον ετήσιο πληθωρισμό.

Ο Γιώργος Ιωαννίδης είναι οικονομολόγος, υπ. διδάκτορας στο Τμ. Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Advertisements