του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Υπάρχει μια άποψη που αντιμετωπίζει τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής με όρους σουπερμάρκετ. Η όποια κυβέρνηση μπορεί, με το καλαθάκι της, να διασχίσει το διάδρομο όπου εκδίδονται οι διάφορες επιλογές οικονομικής πολιτικής, και να επιλέξει αυτές τις αρεσκείας της – λίγο ευελιξία από τη Λισσαβόνα, λίγη ασφάλεια από την Δανία και πάει λέγοντας. Με αυτό το τρόπο κάθε χώρα μπορεί να έχει τον συνδυασμό πολιτικών που της ταιριάζει. Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι. Από τη μια μεριά έννοιες όπως η ευελιξία και ασφάλεια είναι εξαιρετικά σύνθετες, και από την άλλη το κατά πόσο μπορούν να συνδυαστούν σηκώνει πολύ κουβέντα.

Ας αρχίσουμε με την ευελιξία. Ποιο είναι το ερώτημα στο οποίο η ευελιξία είναι η απάντηση; Τα προηγούμενα χρόνια η πιο συνηθισμένη απάντηση ήταν ότι η ευελιξία είναι το κλειδί να καταλάβουμε τη σχετικά χειρότερη απόδοση των αγορών εργασίας στην Ευρώπη σε σχέση με τις ΗΠΑ. Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει μια αγορά εργασίας, με όμοιο θεσμικό πλαίσιο, αλλά πολλά μοντέλα με σημαντικές διαφοροποιήσεις όσο αφορά την ευελιξία. Επί πλέον δεν ισχύει καθόλου ότι οι χώρες με το πιο προστατευτικό περιβάλλον, και το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος, έχουν να επιδείξουν χειρότερη επίδοση σε όρους απασχόλησης ή ανεργίας.

Βέβαια είναι σχετικά εύκολο να υποστηρίξεις το αντίθετο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά αν είσαι έτοιμος να αποδείξεις κάποια «ευελιξία» με τα στατιστικά στοιχεία. Έτσι αυτοί που πριν από λίγα χρόνια έκαναν κριτική στους Γάλλους φοιτητές, στη μάχη τους κατά το συμβόλαιο πρώτης εργασίας, τους κατηγορούσαν ότι δεν έπαιρναν σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η Γαλλία, σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους. Στην ουσία όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η ανεργία μετριέται ως ποσοστού των απασχολούμενων εργαζόμενων. Με αυτό το μέτρο όντως υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους στη Γαλλία. Αλλά ο λόγος έχει να κάνει με τη γεγονός ότι οι νέοι απασχολούμενοι είναι λιγότεροι στην Γαλλία γιατί σπουδάζουν περισσότερο και δεν δουλεύουν τόσο πολύ στη διάρκεια των σπουδών τους. Δηλαδή ο παρανομαστής του δείκτη ανεργίας είναι μικρότερος στη Γαλλία και έτσι φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερο πρόβλημα – αν η σύγκριση γινόταν σε σχέση με των αριθμών των νέων ανέργων ως ποσοστό των νέων γενικώς (και όχι των εργαζόμενων νέων), οι αποδόσεις των δυο χωρών δεν διαφέρανε. Και κάποιος θα μπορούσε να προσθέσει ότι η μακροπρόθεσμη δυναμική της Γαλλικής οικονομίας ενισχύεται από το να έχει περισσότερους φοιτητές και άτομα σε προγράμματα κατάρτισης.

Γενικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ορθόδοξων οικονομολόγων δεν έχουμε αξιόπιστες μελέτες που να αποδεικνύουν ότι η έλλειψη ευελιξίας προκαλεί μεγάλο κόστος – οι πιο πολλές μελέτες είτε δεν βρίσκουν ισχυρή σχέση μεταξύ ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, είτε βρίσκουν ότι αυτή η σχέση είναι εξαιρετικά ασταθής με την έννοια ότι αλλάζει όταν αλλάξει η χρονική περίοδο της μελέτης, ή αν ενσωματωθούν και άλλοι παράγοντες. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να εξηγηθεί ακόμα και από τη σκοπιά της ορθόδοξης προσέγγισης. Η ευελιξία στις απολύσεις, για παράδειγμα, σημαίνει ότι σε καλούς καιρούς οι επιχειρηματίες είναι πιο έτοιμοι να προσλάβουνε προσωπικό, αλλά όταν οι καιροί αλλάξουν προς το δυσμενέστερο είναι και πιο εύκολο να απολύσουν. Η μια επίδραση εξουδετερώνει την άλλη. Συγχρόνως, η δυνατότητα να προσλάβουν φτηνό εργατικό δυναμικό επιτρέπει τις επιχειρήσεις να βγάζουν κέρδη χωρίς να ασχοληθούν με την τεχνολογική αναβάθμιση, την καινοτομία και όλους τους άλλους παράγοντες που προωθούν την απόδοση μακροπρόθεσμα.

Αλλά βέβαια ότι η ευελιξία αυξάνει τα κέρδη εξηγεί γιατί την προτιμάει το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά της αριστεράς οι αγορές εργασίας εξαρτούνται από τη σχέση του κεφαλαίου με την εργασία. Ο λόγος που η ευελιξία μπήκε τόσο δυναμικά στην ημερήσια διάταξη εξηγείται εν πολλοίς από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο συσχετισμός δύναμης έχει αλλάξει υπέρ του κεφαλαίου. Και η προτεινόμενη ασφάλεια που υποτίθεται ότι θα συμπληρώσει την ευελιξία δεν έρχεται να παρέμβει σε αυτό το συσχετισμό, δεν πρόκειται δηλαδή να δυναμώσει το χέρι των εργαζόμενων αφού δεν επηρεάζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απολύσουν εργαζόμενους. Δεν έχουν με τα προτεινόμενα μέτρα οι εργαζόμενοι περισσότερη ασφάλεια να διεκδικήσουν, για παράδειγμα, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Η ασφάλεια έρχεται να ενισχύσει τον ατομικισμό των εργαζόμενων που υποτίθεται αυτοί, και όχι το κράτος, είναι υπεύθυνοι για την απασχόληση τους. Και με αυτό τον τρόπο βέβαια ενισχύει και των ανταγωνισμό μεταξύ εργαζόμενων. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο συνδυασμός της ευελιξίας και της ασφάλειας είναι να ενισχύσει συλλογικές λύσεις. Αυτό θα ήταν εκτός του πλαισίου της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Advertisements