του Κώστα Παπασπύρου

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού που ακολούθησε μετά την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 επέφερε μια σειρά ανακατατάξεις, σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Εστιάζοντας στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, παρατηρείται διαχρονικά η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας με τη διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, την καταστρατήγηση της εργασιακής νομοθεσίας και την καθήλωση των πραγματικών μισθών, ενώ παράλληλα εμφανίζονται υψηλά ποσοστά ανεργίας. Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση έρευνας (1), στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί μια σύντομη παρουσίαση της νέας εργασιακής πραγματικότητας που βιώνουν σήμερα οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας και η σύνδεσή της με την εκπαίδευση.

Τα βασικά ευρήματα της έρευνας συνοψίζονται στα εξής: Ενώ η συντριπτική πλειονότητα των πτυχιούχων δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεργίας 5 με 7 έτη μετά την αποφοίτησή τους, σχεδόν οι μισοί από αυτούς δεν είναι ακόμα επαγγελματικά ενταγμένοι – με άλλα λόγια, δεν έχουν σταθερή και ποιοτική απασχόληση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ένα πέμπτο των ερωτηθέντων εργάζεται με σύμβαση έργου σε έναν εργοδότη (που στις επίσημες στατιστικές καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι), ενώ άλλο ένα 20 % εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Στην ουσία, επομένως, το 45 % της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας εργάζεται με ευέλικτες μορφές απασχόλησης και για ένα μεγάλο μέρος τους, η κατάσταση αυτή τείνει να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Ένα επίσης ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι ακόμα και όταν αποκτούν σταθερή απασχόληση, οι νέοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της απουσίας θετικών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης και της ετεροαπασχόλησης, με την τελευταία να εμφανίζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου κατά κανόνα, οι θέσεις εργασίας δεν ανταποκρίνονται στα προσόντα του υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

Όσον αφορά τη χρονική διάρκεια της μετάβασης από την εκπαίδευση στην εργασία, καθοριστικός είναι ο ρόλος αφενός των μεταπτυχιακών σπουδών και της κινητικότητας της εργασίας, αφετέρου. Ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων προχωρά στην πραγματοποίησή μεταπτυχιακών σπουδών, επιτείνοντας έτσι και τη διαδικασία μετάβασης. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μόνο ατομική επιλογή των πτυχιούχων αλλά συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Το άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε σε «υπερπαραγωγή» πτυχιούχων, με αποτέλεσμα την ακύρωση επί της ουσίας της λειτουργίας του πτυχίου ως «φίλτρου» για την επιλογή εργαζομένων από τις επιχειρήσεις. Τα ευρήματα της έρευνας, σε σχέση με την κινητικότητα της εργασίας, δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πτυχιούχων έχουν αποκτήσει 2 με 3 εμπειρίες εργασίας, κυρίως σε θέσεις στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας και με επισφαλείς συνθήκες, με στόχο την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας. Το στοιχείο αυτό ανατρέπει τις διαδεδομένες αντιλήψεις περί «χλιδάνεργων» και νέων που προτιμούν την ανεργία μέχρι να βρουν ικανοποιητική απασχόληση.

Φυσικά, σε όλα τα παραπάνω, όπως και σε κάποιες άλλες παραμέτρους του ζητήματος που δεν θα εξεταστούν εδώ, επιδρούν πολλοί παράγοντες όπως το φύλο, η κοινωνική/ταξική προέλευση, ο επιστημονικός κλάδος σπουδών, η εργασιακή εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών κ.α. Τα χαρακτηριστικά αυτά, όμως, καλύπτουν μόνο τη μια πλευρά του ζητήματος. Από την άλλη, η δυνατότητα εξεύρεσης απασχόλησης και η ποιότητά της θέσης εργασίας εξαρτώνται, κατά κύριο λόγο και σε τελευταία ανάλυση, από τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να δημιουργεί νέες και σταθερές θέσεις απασχόλησης. Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτά που συνήθως εκφέρονται από επίσημα χείλη, για την υψηλή ανεργία των νέων δεν φταίει το εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα το πανεπιστήμιο – άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η έρευνα αφορούσε πτυχιούχους των ετών 1998-2000, δηλαδή πριν από την αποφοίτηση της πρώτης γενιάς φοιτητών που εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τη «μεταρρύθμιση Αρσένη» και τη δημιουργία δεκάδων νέων τμημάτων και πανεπιστημίων ανά την επικράτεια. Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια, ιδίως με τον τρόπο που προωθήθηκε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εντείνει τις συνέπειες που αναπτύχθηκαν παραπάνω με την περαιτέρω «προλεταριοποίηση» των πτυχιούχων, ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη και η γενικότερη οικονομική συγκυρία και το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Τα δεδομένα που παρουσιάζονται στην έρευνα οδηγούν στην εξαγωγή ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων. Πρώτο, και ίσως πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι η επισφαλής εργασίας τείνει να αποτελεί πλέον τον κανόνα για τους νέους εργαζόμενους, ιδίως στα πρώτα βήματα της επαγγελματικής τους διαδρομής, με πολλές συνέπειες σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η ανασφάλεια στην εργασία ακυρώνει οποιαδήποτε προσπάθεια προγραμματισμού της κοινωνικής ζωής ενός νέου ανθρώπου. Η ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς και η δημιουργία οικογένειας παραπέμπονται στις καλένδες. Αν συνυπολογιστούν η καταστρατήγηση του 8ώρου, τα ελαστικά ωράρια και η προσωρινή/μερική απασχόληση, επέρχεται η κατάτμηση ή και η εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου. Στο επίπεδο της οργάνωσης της εργασίας, επίσης, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, εκτός του ότι αποσκοπούν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας – ή με μαρξιστικούς όρους στην απόσπαση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας οδηγούν και σε μεγαλύτερη ένταση του πολιτικού ελέγχου του κεφαλαίου πάνω στην εργασία κατά την παραγωγική διαδικασία. Όλα τα παραπάνω επιφέρουν στο κοινωνικό επίπεδο μια συνολική μετατόπιση των κοινωνικών αξιών, με κύρια χαρακτηριστικά τη σταδιακή εξαφάνιση των συλλογικών ταυτοτήτων, την υποχώρηση του δημοσίου, την υποβάθμιση των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης και την ανάδειξη της ατομικότητας και του ανταγωνισμού στις βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής.

(1) Μαρία Καραμεσίνη κ.α (2008), Η Απορρόφηση των Πτυχιούχων Πανεπιστημίου στην Αγορά Εργασίας: Πανελλαδική έρευνα στους αποφοίτους των ετών 1998-2000, Οριζόντια Δράση Υποστήριξης Γραφείων Διασύνδεσης Πανεπιστημίων, Αθήνα: Διόνικος.

Ο Κώστας Παπασπύρου είναι οικονομολόγος

Advertisements