Τα ζητήματα που αφορούν ελαστικές και επισφαλείς εργασιακές σχέσεις, οι οποίες έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις, δεν ειναι δυνατόν να ρυθμιστούν μόνο με μια νομοθετική ρυθμίση, παρά με συνολική πολιτική γύρω από το οικονομικό ζήτημα καθώς και με πολιτικές απασχόλησης που θα δίνουν έμφαση στην σταθερή και μόνιμη εργασία. Παρόλα αυτά η πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για την διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου συμβάλλει στον έλεγχο και τη ρύθμιση ορισμένων πεδίων που σήμερα βρίσκονται εκτός ελέγχου. Για την ιστορία, η πρόταση νόμου καταψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ.

«Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου και μέτρα για την αποτροπή καταστρατήγησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων στον ιδιωτικό τομέα, στο δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στο ευρύτερο δημόσιο τομέα»

Βασικό χαρακτηριστικό της πρότασης είναι ότι ως προς τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υιοθετείται το λειτουργικό (και όχι το τυπικό) κριτήριο. Η έμφαση συνεπώς δίνεται στο πραγματικό γεγονός της παροχής εργασίας από κάποιο φυσικό πρόσωπο για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως του ειδικότερου χαρακτηρισμού της σχέσης και ανεξαρτήτως αν έχει συναφθεί τηρουμένων τυπικών όρων ή μη.

Άρθρο 1: Ορισμοί

«Σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου» κάθε εν τοις πράγμασι παροχή εργασίας από φυσικό πρόσωπο που έχει τα χαρακτηριστικά σχέσης εξαρτημένης εργασίας και που η λήξη της έχει καθοριστεί από αντικειμενικούς όρους όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της ως σύμβασης έργου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σχέση κατάρτισης κ.α. και ανεξαρτήτως αν έχει συναφθεί εγκύρως ή ακύρως, εγγράφως ή ατύπως (παρ. 1).

«Πάγιες και διαρκείς ανάγκες» οι ανάγκες που εκ της φύσεώς τους δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο, ότι θα λήξουν καθώς και οι ανάγκες των οποίων το χρονικό σημείο λήξης δεν είναι εκ των προτέρων ούτε κατά προσέγγιση προβλέψιμο, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για την ολοκλήρωση έργων ή προγραμμάτων, πραγματοποίηση γεγονότων ή άλλες δραστηριότητες (παρ. 2).

«Εργοδότης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο παρέχεται εν τοις πράγμασι η εργασία ή/και ανάγκες του οποίου εξυπηρετεί η παροχή της εργασίας. Οι όμιλοι επιχειρήσεων και οι εποπτεύοντες και εποπτευόμενοι φορείς του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα θεωρούνται ενιαίος εργοδότης στον οποίο παρέχεται η εργασία, ανεξαρτήτως της νομικής αυτοτέλειας των επιμέρους επιχειρήσεων ή φορέων και ανεξαρτήτως της παροχής της εργασίας σε διάφορες επιμέρους αυτοτελείς νομικά επιχειρήσεις ή φορείς που υπάγονται στον ίδιο όμιλο ή εποπτεύοντα φορέα. Ειδικά το δημόσιο και τα εποπτευόμενα από αυτό νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου θεωρούνται ως ενιαίος εργοδότης (παρ. 3).

Άρθρο 2: Επιτρεπόμενη σύναψη συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Συνέπειες παραβάσεων

Η σύναψη «συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου» επιτρέπεται μόνο εφόσον με αυτές καλύπτονται στην πραγματικότητα πρόσκαιρες ή εποχικές ή απρόβλεπτες ή επείγουσες ανάγκες του εργοδότη.

Τα όργανα του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα που παραβιάζουν την παραπάνω απαγόρευση τιμωρούνται με φυλάκιση (παρ.3).

Οι «συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου» πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως, στο δε σχετικό έγγραφο να αναφέρονται οι λόγοι. Η παράβαση της διάταξης δημιουργεί τεκμήριο ότι πρόκειται πραγματικά για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (παρ. 4).

Η σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με σκοπό τη δοκιμασία του εργαζομένου απαγορεύεται (παρ. 5)

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και εργαζόμενων σε αυτόν με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής τεκμαίρεται ότι όλες οι σχετικές συμφωνίες υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (παρ. 6-7).

Άρθρο 3: Συνέπεια της σύναψης μη επιτρεπόμενων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης φέρει ο εργοδότης.

Άρθρο 4: Μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Τεκμήριο κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών.

Τεκμαίρεται ότι οι ανάγκες που καλύπτονται με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι πάγιες και διαρκείς:

Αν οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου έχουν ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστον μία φορά και έχουν συνολική χρονική διάρκεια δέκα οκτώ μηνών τουλάχιστον με ενδιάμεση διακοπή όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων μηνών (παρ. 2).

Αν οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου έχουν ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστον μία φορά και έχουν συνολική χρονική διάρκεια άνω των είκοσι τεσσάρων μηνών, ανεξαρτήτως διακοπών (παρ. 3).

Άρθρο 5: Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα

Προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού δικαίου και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα και συμπληρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (παρ. 1).

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στο προσωπικό των Δήμων και Κοινοτήτων και των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (παρ. 3).

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στο προσωπικό, που προσελήφθη και απασχολήθηκε με σχέσης κατάρτισης στο Δημόσιο (παρ. 4).

Άρθρο 9: Διατήρηση σε ισχύ ευνοϊκότερων ρυθμίσεων

Ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους διατάξεις δεν θίγονται με τον παρόντα νόμο και εξακολουθούν να ισχύουν. (παρ. 1).

Κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης της διοίκησης αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργείται (παρ. 4)

Αθήνα, 8 Νοεμβρίου 2004

Advertisements