του Νίκου Μπόκαρη

Μετά τις περσινές πυρκαγιές, θα περίμενε κανείς να αναλυθούν από τους συναρμόδιους φορείς οι πτυχές του προβλήματος, με τρόπο ουσιαστικό και χωρίς προσχήματα, ώστε να είναι δυνατή η αναπροσαρμογή της δασικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που αποτυπώνεται στο μέγεθος των πόρων που διατίθενται τόσο για την πρόληψη όσο και για την καταστολή των καταστροφών του δάσους. Αντίθετα, στο επιχειρησιακό επίπεδο επικράτησε η παγιωμένη συντεχνιακή αντίληψη να μετατοπίζονται  προφανείς  ευθύνες, ενώ στο κυβερνητικό επίπεδο επικράτησε η ανορθολογική πολιτική να διατίθενται, εκ των υστέρων, πολλαπλάσιοι πόροι για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων περιοχών και δασών. Μια λύση που, εκτός από χρονοβόρα και τεχνικά αμφιλεγόμενη, είναι πολιτικά ανώδυνη, διότι δημιουργεί την λάθος εντύπωση ότι η πολιτεία έλαβε τα απαραίτητα μέτρα, συγκαλύπτοντας τις υπαρκτές ευθύνες της για την ελλιπή προληπτική δασοπροστασία και για την ανοργανωσιά, παράγοντες που επιδείνωσαν το μέγεθος της περιβαλλοντικής καταστροφής. Είναι εύλογο να υποθέτει κανείς ότι αυτή η πολιτική πρακτική δεν μπορεί παρά να εντάσσεται σε μια γενικότερη προσπάθεια να υποβαθμιστεί η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων και να αλλάξει η χρήση τους. Μια προσπάθεια που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως: πρόταση αναθεώρησης των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος, πληθώρα αποσπασματικών ρυθμίσεων, αλλαγή του ορισμού του δάσους, ματαίωση του προγράμματος σύνταξης δασικών χαρτών.

Δασική Υπηρεσία

Ο τρόπος που η πολιτεία αντιμετωπίζει τους τομείς της πρόληψης και της καταστολής των δασικών πυρκαγιών αποτυπώνεται στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες τόσο σε οργανωτικό επίπεδο (διάρθρωση, επάρκεια προσωπικού) όσο και στους πόρους που διαθέτει για κάθε τομέα. Η Δασική Υπηρεσία, παρόλο που έχει την ευθύνη της πρόληψης δασικών καταστροφών, εμφανίζεται αποδιοργανωμένη και απογυμνωμένη από αρμοδιότητες. Αυτό οφείλεται στο ότι, μετά το νόμο 2503/1997 για τη διοικητική αποκέντρωση, η Κεντρική Δασική Υπηρεσία (που ασκούσε έλεγχο στον προγραμματισμό της δασικής πολιτικής και χρηματοδοτούσε δραστηριότητες ανάπτυξης και προστασίας των δασών) έχει αποκοπεί από τις Περιφερειακές Δασικές Υπηρεσίες, οι οποίες πλέον υπάγονται στις Περιφέρειες του Κράτους. Αυτό είχε ως συνέπεια την σταδιακή εμφάνιση προβλημάτων σε σχέση με την επάρκεια του προσωπικού, την υποστήριξης του προγραμματισμού, τον διοικητικό έλεγχο και την εξασφάλιση πόρων για δασικά προγράμματα.

Τα παραπάνω αποκτούν κεφαλαιώδη σημασία ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή όπου ο ανταγωνισμός Υπηρεσιών και Υπουργείων για την άσκηση αρμοδιοτήτων γιγαντώνεται, όπου η προώθηση πολυποίκιλων συμφερόντων και η διεκδίκηση πόρων και αρμοδιοτήτων από διαφόρους φορείς (Φορείς διαχείρισης, Κυνηγετική συνομοσπονδία- Ομοσπονδιακή θηροφυλακή, αναβάθμιση ρόλου Ο.Τ.Α, Κτηματολόγιο Α.Ε κλπ) ουσιαστικά υποσκάπτουν τη λειτουργία των Δασικών Υπηρεσιών, αναστέλλοντας κρίσιμες αρμοδιότητες και αποδυναμώνοντας τον κοινωνικό τους ρόλο. Το πρόβλημα της λειτουργίας της Δασικής Υπηρεσίας είναι κατεξοχήν πολιτικό. Πρέπει να ληφθούν γενναίες πολιτικές αποφάσεις για την αναδιοργάνωσή και παραπέρα ενίσχυσή της. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα νευραλγική διοικητική αρχή που έχει την ευθύνη για την προστασία των δασικών πόρων (που στη χώρα μας αποτελούν σε ποσοστό 75% δημόσια περιουσία) και για τη αειφορική διαχείριση και ανάπτυξη των δασών.

Χρηματοδότηση δασικών δραστηριοτήτων

Α. Π.Δ.Ε Συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα (ΣΑΕ 084/3)

Η χρηματοδότηση δασικών προγραμμάτων γίνεται κυρίως στα πλαίσια των επιχειρησιακών προγραμμάτων του γεωργικού τομέα. Στο 3Ο ΚΠΣ, το επίπεδο της απορρόφησης των δασικών μέτρων  ανήλθε στο ύψος των 170 εκ €, ποσό που είναι τραγικά χαμηλό, αν αναλογιστούμε ότι αυτό αντιστοιχεί σε 102 υπηρεσιακές μονάδες,  για όλη την περίοδο προγραμματισμού (7 έτη). Δηλαδή, αντιστοιχούσε  ποσό 230.000 € κατά υπηρεσιακή μονάδα για όλες τις δασικές δραστηριότητες (προστασία, αναδασώσεις, φυτώρια, ορεινά υδρονομικά έργα, δασική οδοποιία, διαχείριση κλπ). Σημειώνεται ότι η συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου (απαραίτητη για την κίνηση των πυροσβεστικών οχημάτων), αλλά και η λειτουργία δασικών φυτωρίων  δεν ήταν επιλέξιμες δράσεις για χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα η χρηματοδότηση τους να αναζητηθεί στους εθνικούς πόρους του ΠΔΕ

Β. Εθνικοί Πόροι Π.Δ.Ε

Από το 1998 μέχρι σήμερα εγγράφονται στο Π.Δ.Ε  (ΣΑΕ 084) πιστώσεις ύψους 8 εκ ευρώ περίπου, προκειμένου να καλύπτονται οι μη επιλέξιμες δράσεις που προαναφέρθηκαν (συντήρηση δρόμων, φυτώρια). Το ποσό αυτό δεν επαρκεί διότι από τα εγγραφόμενα 8 εκ.€ ένα μέρος (2 εκ. €)  διατίθενται στο Υπ.Εσωτερικών για το πρόγραμμα Θησέας και ένα μέρος (2-2,5 εκ €) καλύπτει υπερβάσεις του προηγούμενου έτους. Ετσι, στην πραγματικότητα, η διαθέσιμη κάθε χρόνο πίστωση για τη συντήρηση του οδικού δικτύου και για τα φυτώρια ανέρχεται σε 3,5- 4 εκ.€,  ποσό δυσανάλογα μικρό για το έργο αυτό.

Γ.  Τακτικός Προυπολογισμός

Μετά το 1998 και το διαχωρισμό της πρόληψης από την καταστολή, η δασική υπηρεσία χρηματοδοτείται με περίπου 12 εκ € ετησίως, για να υλοποιεί  πρόγραμμα δασοπροστασίας. Το ποσό αυτό αυξάνεται περίπου 5% ετησίως και σήμερα έχει διαμορφωθεί σε 13 εκ €. Το ποσό αυτό δεν επαρκεί . Οι απαιτήσεις για το πρόγραμμα δασοπροστασίας είναι υπερδιπλάσιες (περίπου 25 εκ €) και αυτές περιλαμβάνουν, εκτός από τη συστηματική παρουσία υπαλλήλων στα δάση, την υποστήριξη της θήρας, των εκτροφείων θηραμάτων, των ελεγχόμενων κυνηγετικών περιοχών, των κρατικών εργοστασίων ξύλου, λειτουργικά έξοδα,  κλπ.

Ειδικά φέτος, οι ανειλημμένες υποχρεώσεις από την περσινή περίοδο με τις πολλές πυρκαγιές, ανέρχονται σε 11 εκ.€ και αφορούν στη μισθοδοσία εποχιακού προσωπικού για έργα αποκατάστασης στις καμένες εκτάσεις. Το προσωπικό αυτό προσλήφθηκε και απασχολείται μέχρι σήμερα. Ενώ όμως καταβλήθηκε ένα μέρος από τις δαπάνες μισθοδοσίας του, παραμένει ένα υπόλοιπο (7,5 εκ €), το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλιστεί .

Συνεπώς, για την τρέχουσα περίοδο, από πλευράς χρηματοδότησης μέσω του Τακτικού προϋπολογισμού βρισκόμαστε σε πολύ δυσχερέστερη θέση.

Δ. Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών

Μέχρι το 1997, η διάθεση πόρων για δασοπροστασία από το Κ.Τ.Γ.Κ & Δασών γινόταν απερίσπαστα. Μετά την αποκέντρωση των δασικών Υπηρεσιών και ορισμένες αλλαγές στο Κ.Τ.Γ.Κ & Δασών, η χρηματοδότηση αυτή έγινε απαγορευτική. Με το άρθρο 8 του Ν.3208/2003 συστήθηκε ο ειδικός φορέας δασών και έτσι η δυνατότητα χρηματοδότησης επανήλθε. Από το 2003 μέχρι το 2007, παρά το ότι αναγράφονταν 8 εκ € στον προϋπολογισμό του ειδικού φορέα, η συναφής διάταξη παρέμενε ανενεργή, με ευθύνη του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης. Μόλις φέτος, έπειτα από πίεση του συνδικαλιστικού κινήματος, εκταμιεύτηκαν από τον ειδικό φορέα οι πρώτες πιστώσεις για τα δάση.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ τα έσοδα του Κ.Τ.Γ.Κ & Δασών από τα δάση (πρόστιμα, άδειες θήρας κλπ) ανέρχονται περίπου σε 45 εκ €, δεν χρηματοδοτούνται αντίστοιχες δασικές δραστηριότητες. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των πιστώσεων διατίθεται στον Γεωργικό Τομέα και ένα μικρό μόνο μέρος (περίπου 8 εκ €)  καταλήγει σε έργα δασικής προστασίας.

Αν αναλογιστούμε το μέγεθος του έργου (δασικοί χάρτες, αναδασώσεις, αποκαταστάσεις, συντήρηση δρόμων και άλλων υποδομών κλπ), τότε καταλαβαίνουμε ότι είναι αδύνατον ο τομέας να ανταπεξέλθει στην απαίτηση για σύγχρονη, αποτελεσματική δασοπροστασία.

Ο Νίκος Μπόκαρης είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων

Advertisements