Της Ελίνας Καπετανάκη

.

Τα νέα σύνορα της ενωμένης Ευρώπης άρχισαν να παράγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος «ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης». Οι αλλαγές στη φύση των συνόρων ξεκίνησαν με την υπογραφή της σύμβασης Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, η οποία είχε στόχο την «προοδευτική κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα και την εισαγωγή ενός καθεστώτος ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των προσώπων που είναι υπήκοοι των κρατών τα οποία την έχουν υπογράψει» (1). Έτσι, το κεκτημένο Σένγκεν υιοθέτησε μέτρα που αφορούσαν τον κοινό καθορισμό των όρων διέλευσης των εξωτερικών συνόρων και την εναρμόνιση των όρων εισόδου και θεώρησης για τις σύντομες διαμονές (καταρτίζοντας μια λίστα 129 χωρών οι υπήκοοι των οποίων χρειάζονται θεώρηση για να εισέλθουν στη ζώνη Σένγκεν).

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η συνέχεια δόθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (Οκτώβριος 1997), η οποία αντικατέστησε τις εθνικές περί μετανάστευσης και ασύλου νομοθεσίες των μελών της ΕΕ από την «Κοινοτική Δράση», υπάγοντάς τις από το 1999 και έπειτα στην κοινή ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με απώτερο σκοπό την προστασία της καλής λειτουργίας της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς, η ΕΕ θέσπισε το 1999 ένα κοινό σύστημα ελέγχου της μετανάστευσης, των συνόρων και της κινητικότητας των ατόμων.

Αποφασίστηκε από τους Ευρωπαίους εταίρους ότι η ΕΕ είναι μια περιοχή «ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» (2), όπου θα διασφαλίζεται η ελεύθερη διακίνηση ατόμων και αγαθών, παράλληλα όμως με συγκεκριμένα μέτρα που θα αφορούν τον έλεγχο των εξωτερικών της συνόρων, το άσυλο, τους μετανάστες –και γενικά τα άτομα που εισέρχονται ή επιθυμούν να εισέλθουν στην ενιαία ευρωπαϊκή επικράτεια– και την καταπολέμηση του εγκλήματος. Τα μέτρα αυτά κρίθηκαν αναγκαία προκειμένου Ευρωπαίοι αλλά και μη Ευρωπαίοι πολίτες να μπορέσουν να απολαύσουν την ασφάλεια που εγγυάται η ΕΕ.

Προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να μπορέσουν τα κράτη-μέλη να ενεργήσουν ελεγκτικά, δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα προγράμματα (Odysseus, 1998-2002, ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας, εκπαίδευση ειδικών σε θέματα μετανάστευσης και ασύλου, Argo, 2002-2006, εξέταση των αιτήσεων για βίζα και εφαρμογή ενός κοινού συστήματος ασύλου), τα οποία χρηματοδοτούνται από κοινοτικούς πόρους. Διατέθηκαν κονδύλια για την πρόσληψη συνοριοφυλάκων, την κατασκευή συνοριακών χώρων κράτησης και τη συνεργασία των κρατών-μελών με «ανεξάρτητους» φορείς (ΜΚΟ). Η παρέμβαση των τελευταίων έχει στόχο την προάσπιση των δικαιωμάτων των μετακινούμενων, κυρίως δε των προσφύγων –όπως ο όρος έχει αποδοθεί από τη Σύμβαση της Γενεύης.

Το 2001 εγκρίθηκε από την ΕΕ ένα ποσό για την ενίσχυση της δράσης που αφορά τις σχέσεις της ΕΕ με τις χώρες προέλευσης των προσφύγων και μεταναστών, με στόχο τη μελλοντική επαναπροώθησή τους σε αυτές. Η δράση αυτή ονομάστηκε «Συνεργασία με τρίτες χώρες» και σκοπός της είναι, μέσω χρηματικής ενίσχυσης για υποδομή και θέσεις εργασίας προς τις χώρες αποστολής μεταναστών και προσφύγων, να μειωθεί ο αριθμός των ατόμων που μεταναστεύουν στην Ευρώπη. Στην ουσία, χορηγείται βοήθεια για την εθελούσια επιστροφή των μεταναστών και προσφύγων και για την υποδοχή τους στις χώρες καταγωγής.

Έτσι, με την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ και με τα προγράμματα που έχει θέσει σε εφαρμογή, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει  αν στο μέλλον θα αυτοπροσδιοριστεί ως «μεταναστευτική κοινωνία» ή θα αρνηθεί έναν τέτοιο χαρακτήρα και θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να ελέγξει την είσοδο και παραμονή των μεταναστών χαρακτηρίζοντάς την παράνομη. Αν στο δίλημμα αυτό επιλέξει την άρνηση της εισόδου στους μετανάστες, οι διαμένοντες στην ΕΕ πρόσφυγες και μετανάστες, ακόμα και ως νόμιμοι για κάποιο διάστημα, θα έχουν τη θέση «φιλοξενούμενων» που όμως στην ουσία δεν θα ανήκουν στην Ευρώπη (3).

Σε σχέση με τη γενικότερη μεταμόρφωση των συνόρων, οι συνοριακοί χώροι κράτησης είναι που επιφέρουν την τομή. Διότι οι χώροι αυτοί μετατρέπουν τη μεθοριακή γραμμή σε μεθοριακή ζώνη, δηλαδή όχι σε τόπο διάβασης, αλλά σε τόπο που αν και πορώδης –αφού παρά τις απαγορεύσεις μετακίνησης είναι διαπερατός– ταυτόχρονα είναι και πεδίο στάσης και περιστασιακής διαμονής.

(1) Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, Βασικές Συνθήκες, Συμβάσεις και Συμβούλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, http://www.imepo.gr

(2) Βλ. «Freedom, security and justice», http://europa.eu.int/comm/fsj/intro/fsj_intro_en.htm

(3) Steve Peers, «Building fortress Europe: The development of EU migration law», Common Market Law Review 35, 1998, σ. 1235.

.

Η Ελίνα Καπετανάκη είναι κοινωνική ανθρωπολόγος.

Advertisements