Της Ελίνας Καπετανάκη

Στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1990 η συνοριακή πολιτική συνδέθηκε στενά με τη μεταναστευτική. Η πρώτη όρισε το πλαίσιο της δεύτερης τόσο καθοριστικά και συγκεκριμένα που σχεδόν ταυτίστηκαν. Έτσι, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η οικονομική παγκόσμια συγκυρία, η αναζήτηση της «ασφάλειας» ως απόλυτου αγαθού λειτούργησαν «οχυρωματικά» σε σχέση με τα σύνορα. Έκτοτε τα σύνορα επανδρώθηκαν με περισσότερους φύλακες, αλλά και με νομικούς, κοινωνικούς επιστήμονες, συμβούλους, γιατρούς, ψυχολόγους.

Τα μετακινούμενα άτομα, οι μετανάστες και πρόσφυγες που αδυνατούν να έχουν βίζα και πορεύονται συνήθως παράνομα προς έναν τόπο προκειμένου να βρουν εργασία, συγγενείς, ασφάλεια, κατά την πορεία τους μπορεί να έλθουν αντιμέτωποι με τις αρχές ενός κράτους ή μιας ένωσης κρατών. Αυτό συμβαίνει λίγο αφότου εισχωρήσουν στην κυρίαρχη επικράτειά του ή και λίγο πριν. Στην Ελλάδα και την ΕΕ οι «λαθραία» μετακινούμενοι εντοπίζονται από την Υπηρεσία Δίωξης Λαθρομεταναστών, δηλαδή από συνοριοφύλακες, και έπειτα οδηγούνται σε χώρους κράτησης.

Οι χώροι αυτοί ονομάζονται συνήθως «συνοριακοί χώροι κράτησης», ενώ κάποιες φορές αναφέρονται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ως «συνοριακοί χώροι υποδοχής» ή «φύλαξης». Μάλιστα, αντίστοιχοι χώροι μπορεί να βρίσκονται και στην ενδοχώρα, ενώ η διάρκεια της κράτησης είναι ίδια και οι στόχοι που εξυπηρετούνται παρόμοιοι: Υπάρχουν «τμήματα αλλοδαπών» ή «κρατητήρια αλλοδαπών» σε πόλεις, που έχουν τον ίδιο αριθμό κρατουμένων και υπάγονται στο ίδιο καθεστώς –ή σχεδόν το ίδιο– με ακριτικούς χώρους κράτησης. Ας σημειωθεί βέβαια ότι κάποιοι μεγάλοι χώροι κράτησης που βρίσκονται σε μεγάλες πόλεις δεν λειτουργούν απλά ως τόποι «υποδοχής», αλλά κυρίως ως τόποι απέλασης, αφού σε αυτούς κρατούνται και άτομα όχι μόνο λόγω παράνομης εισόδου στη χώρα, αλλά και λόγω παράνομης διαμονής ή και κάποιου άλλου ποινικού αδικήματος, που συνεπάγεται την απέλασή τους (1).

Οι συνοριακοί χώροι κράτησης δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό ή ευρωπαϊκό φαινόμενο. Στην Ιταλία βρίσκουμε «κέντρα προσωρινής παραμονής και βοήθειας», στη Γαλλία  «ζώνες αναμονής», ενώ η συνοριακή κράτηση για την Ισπανία ξεκινά ήδη από την αφρικανική ήπειρο, δηλαδή από τα στρατόπεδα που βρίσκονται στις πόλεις Θέουτα (στο Γιβραλτάρ) και Μελίγια. Στις ΗΠΑ το ζήτημα της μετακίνησης και του ελέγχου των συνόρων έχει λάβει χρόνια τώρα τεράστιες διαστάσεις. Έτσι, εκτός από τις ομοσπονδιακές φυλακές, υπάρχουν πλέον και ιδιωτικές, συμβεβλημένες με το ομοσπονδιακό κράτος.

Οι συνοριακοί χώροι κράτησης στη χώρα μας, δηλαδή στο νοτιανατολικό άκρο της Ευρώπης, αυξάνονται βαθμιαία, ενώ η κατασκευή τους επιδοτείται αδρά από ευρωπαϊκά κονδύλια. Στους χώρους αυτούς οι παράνομα εισερχόμενοι στην Ελλάδα μπορεί να κρατηθούν μέχρι τρεις μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ο εγκλεισμός σημαίνει για τους παράνομα μετακινούμενους απαγόρευση της κυκλοφορίας τους στην υπόλοιπη επικράτεια, ενώ οι αιτήσεις τους για άσυλο εξετάζονται από την αστυνομία, η οποία και αποφασίζει ποιες θα γίνουν δεκτές. Ο νεότερος στόχος της διοίκησης που ασχολείται με τη γραφειοκρατία των αιτήσεων για χορήγηση πολιτικού ή ανθρωπιστικού ασύλου είναι οι διαδικασίες να γίνουν «συνοπτικές». Έτσι, ενδέχεται οι διαδικασίες να γίνονται πιο σύντομες αλλά ταυτόχρονα και πιο προβληματικές, αφού κάποιες φορές απελαύνονται ή κινδυνεύουν με επαναπροώθηση στην Τουρκία, και έπειτα στη χώρα τους, άτομα για τα οποία η επιστροφή μπορεί να σημαίνει θάνατο. Γενικά, ο εγκλεισμός σε χώρους κράτησης αποτελεί ένα συνεχές και δυνάμει εμπόδιο για τη μετακίνηση, ωστόσο πολύ λίγοι είναι εκείνοι εντός των κρατητηρίων που αποφασίζουν να απελαθούν εκούσια επειδή κουράστηκαν από την κράτηση ή τις αλλεπάλληλες κρατήσεις.

Ποια είναι όμως η «χρησιμότητα» των χώρων αυτών για την ενιαία Ευρώπη από τη στιγμή που τα σύνορα, παρά τα εμπόδια, διαπερνώνται; Για τις συνοριακές χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου η εισροή μεταναστών είναι συνεχής και μεγάλη, καθώς η χώρα αποτελεί φθηνό και εύκολο πέρασμα προς τη Δύση, είναι μία διαδικασία που ευνοεί ένα πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», δηλαδή την καταγραφή των παράνομα εισερχομένων στη χώρα, αφού τα στοιχεία τους –πλην των δακτυλικών αποτυπωμάτων– μπαίνουν σε λίστες και αποτελούν στοιχεία στατιστικών αναφορών που αργότερα θα αποσταλούν στην Ευρώπη.

Εκτός από την καταγραφή και τον έλεγχο, ένας επιπλέον λόγος ύπαρξης των χώρων αυτών είναι η ένταξη και η διατήρηση των μετακινούμενων σε καθεστώς παρανομίας, το οποίο τους εισάγει και σε μία αντίστοιχη «ταχύτητα» εργασίας και ζωής, άλλη από την «ταχύτητα» με την οποία κινούνται εκείνοι στους οποίους η Συνθήκη του Άμστερνταμ εγγυάται «έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».

Ο εγκλεισμός λοιπόν σε έναν συνοριακό τόπο, αν δεν δίνει λύση στο πρόβλημα της ανεπιθύμητα μεγάλης εισροής μεταναστών και προσφύγων, τουλάχιστον αποτελεί κάποιου είδους δειγματοληπτική μέθοδο, ικανή να οδηγήσει σε συνολικά συμπεράσματα και αποφάσεις χάραξης πολιτικής. Επίσης, ο εγκλεισμός με συνοπτικές διαδικασίες μπορεί να διαχωρίσει ή έστω να δώσει το πρώτο στίγμα για έναν μετέπειτα διαχωρισμό ανάμεσα σε χρήσιμους και απελάσιμους, και όλα αυτά μακριά από την κοινή γνώμη.

(1) Το μεγαλύτερο Τμήμα Αλλοδαπών βρίσκεται στην Αθήνα, είναι χωρητικότητας 500 περίπου ατόμων και λειτουργεί και ως κέντρο από το οποίο οι μετακινούμενοι από όλη την Ελλάδα, αφού μεταφερθούν εκεί από κάποιο άλλο κρατητήριο, απελαύνονται.

Η Ελίνα Καπετανάκη είναι κοινωνική ανθρωπολόγος

Advertisements