Της Αθηνάς Σίμογλου

Παραμεθόριες περιοχές

Σοβαρές παραβιάσεις παρουσιάζονται στα σημεία εισόδου, όπου καταρχήν όλοι ανεξαιρέτως οι αλλοδαποί αντιμετωπίζονται ως παράνομα εισερχόμενοι, χωρίς να διακρίνονται τα άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας ή ειδικής μεταχείρισης. Μεγάλος αριθμός των παρανόμως εισερχομένων αλλοδαπών έχουν χάσει τη ζωή τους στα ναρκοπέδια του Έβρου ή σε ναυάγια, ενώ πολλοί επαναπροωθούνται στην Τουρκία άμεσα και βίαια κατά παράβαση του εθνικού και διεθνούς νομοθετικού πλαισίου. Η εφαρμογή του πρωτοκόλλου επανεισδοχής με την Τουρκία προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στο βαθμό που πρόσωπα τα οποία χρήζουν διεθνούς προστασίας επαναπροωθούνται εκεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλειά τους.

Ο χαρακτηρισμός συλλήβδην από τη διοίκηση όσων συλλαμβάνονται και παραμένουν στο ελληνικό έδαφος ως «λαθρομετανάστες» έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση για όλους απόφασης διοικητικής απέλασης, χωρίς να τηρούνται οι στοιχειώδεις εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό και διεθνές δίκαιο (δικαίωμα ακρόασης, άμεση ενημέρωση για τα δικαιώματα, διερμηνεία, αποτελεσματική προσφυγή) και κατά παράβαση του άρθρου 33.1 της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 3 της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων ή άλλων μορφών κακομεταχείρισης και άλλων κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος. Μετά την έκδοση απόφασης απέλασης ακολουθεί η έκδοση απόφασης κράτησης. Η κράτηση δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Το ανώτατο χρονικό όριο διοικητικής κράτησης είναι 3 μήνες (1). Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι απελάσεις είναι ανέφικτες και συνεπώς θα πρέπει να αναστέλλονται, οι πρόσφυγες παραμένουν κρατούμενοι. Πρόκειται για αυθαίρετη πρακτική, καθώς η διάρκεια της κράτησης καθορίζεται από τις κατά τόπο αρμόδιες αστυνομικές αρχές.

Επομένως κρατούνται:

  • Άτομα που επιθυμούν να υποβάλουν αίτημα ασύλου ή εμπίπτουν σε άλλη μορφή διεθνούς προστασί ή ήδη υπέβαλαν αίτημα, αλλά και όσοι εμπίπτουν στις ως άνω κατηγορίες και αγνοούν τη διαδικασία υποβολής αιτήματος προστασίας.
  • Άτομα των οποίων η απέλαση είναι αντικειμενικά ανέφικτη (πρόσωπα που προέρχονται από Ιράκ, Αφγανιστάν, Σομαλία, Ρουάντα κ.α.). Ωστόσο, πρόσφατη πρακτική να εκδίδεται απόφαση απέλασης χωρίς κράτηση και να αφήνονται ελεύθερα σε 5-7 ημέρες άτομα των οποίων η απέλαση είναι ανέφικτη φαίνεται να ακολουθείται προκειμένου να αποτραπεί η υποβολή αιτήματος ασύλου από αυτά.
  • Άτομα για τα οποία δεν επιτρέπεται η κράτηση, όπως ανήλικοι, θύματα βίας, εμπορίας και διακίνησης, που αντιμετωπίζουν σοβαρά σωματικά ή ψυχικά προβλήματα υγείας ή έχουν ειδικές ανάγκες και αναπηρίες, γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λεχώνες και υπερήλικες.

Η απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης ως προς τα δικαιώματα προσφυγής κατά των ως άνω αποφάσεων απέλασης και κράτησης, αλλά και η απομόνωση των προσώπων αυτών από μηχανισμούς συνδρομής (ΜΚΟ, συλλογικότητες, δικηγόροι), συνιστά κατάφωρη παραβίαση των στοιχειωδών δικαιωμάτων τους ως κρατουμένων.

Επιπλέον, η απελευθέρωση των κρατουμένων συνοδεύεται κατά κανόνα με κοινοποίηση της απόφασης απέλασης και διαταγής για εγκατάλειψη του ελληνικού εδάφους εντός 30 ημερών, με αποτέλεσμα την πλήρη καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των προσώπων που χρήζουν άλλης μορφής διεθνούς προστασίας, τη στέρηση της ελευθερίας τους, τη μη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και την ομηρία τους εν τέλει, καθώς καθίστανται πρόσωπα που δεν «υπάρχουν» για την ελληνική διοίκηση.

Αστικά κέντρα

Κατά παράβαση του Π.Δ. 61/1999 (άρ. 1.1), του ν. 2452/1996 και της Σύμβασης της Γενεύης, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967, οι πρόσφυγες δεν έχουν κατά κανόνα πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, όχι μόνο στις παραμεθόριες περιοχές αλλά και στα αστικά κέντρα.

Η πρακτική της διοίκησης να εκδίδει για όλους απόφαση διοικητικής απέλασης παρατηρείται και στα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα τη διοικητική κράτηση προσώπων σε κρατητήρια που δεν πληρούν ούτε τις ελάχιστες προδιαγραφές κράτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «πλέον οργανωμένο» κέντρο διοικητικής κράτησης αλλοδαπών στη Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής, όπου κρατούνται και ανήλικοι, δεν υπάρχει προαύλιος χώρος, ενώ η επικοινωνία με δικηγόρους γίνεται πίσω από διαχωριστική σίτα.

Σοβαρότατες πλημμέλειες παρουσιάζονται ως προς τις βασικές εγγυήσεις που προβλέπονται υπέρ του αιτούντος άσυλο. Τόσο στις παραμεθόριες περιοχές, όσο και στα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένης και της Αττικής, όπου καταγράφονται και τα περισσότερα αιτήματα ασύλου, απουσιάζει η εξειδικευμένη αρχή για την εξέταση αιτημάτων ασύλου. Πολλές φορές η συνέντευξη δεν γίνεται από βαθμοφόρο αλλά μόνο από μεταφραστή, ενώ δεν υπάρχουν διαπιστευμένοι διερμηνείς. Ο αιτών δεν λαμβάνει γνώση σε γλώσσα που κατανοεί για τα δικαιώματά του και για την όλη διαδικασία (έλλειψη υποδομής και χρόνου για προφορική ενημέρωση και απουσία εντύπου υλικού). Σημειώνονται σοβαρές παρεκκλίσεις από τις στοιχειώδεις εγγυήσεις του δικαιώματος ακρόασης. Δεν εξασφαλίζεται το απόρρητο της συνέντευξης. Ακόμα και στην εκσυγχρονισμένη αίθουσα του Τμήματος Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής δεν υπάρχουν ξεχωριστοί χώροι που να διασφαλίζουν το απόρρητο της συνέντευξης.

Η απόρριψη σε πρώτο βαθμό του συνόλου σχεδόν των αιτημάτων ασύλου, με πανομοιότυπη μάλιστα αιτιολογία, αποδεικνύει την ουσιαστική κατάργηση του πρώτου βαθμού εξέτασης. Ο δεύτερος βαθμός εξέτασης καθίσταται και ο μοναδικός, στερώντας από τον αιτούντα το δικαίωμα ουσιαστικής προσφυγής.

Πολλές περιπτώσεις υπάγονται στην ταχύρυθμη διαδικασία, χωρίς κατά κανόνα να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο (άρ. 4 Π.Δ. 61/1999). Σημειωτέον ότι η ταχύρυθμη διαδικασία προβλέπεται ως εξαίρεση από την κανονική διαδικασία για λόγους συγκεκριμένους και συσταλτικά ερμηνευόμενους, δεδομένου ότι συνιστά διαδικασία περιορισμού δικαιωμάτων. Όμως συχνά αποτελεί τον κανόνα, όπως στο Τμήμα Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, που καταλήγει να υπάγει στην ταχύρυθμη διαδικασία πρόσωπα που προέρχονται από χώρες που δικαιολογούν διεθνή προστασία (Αφγανιστάν, Σουδάν, Σρι-Λάνκα, Αιθιοπία κλπ) ή πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης για τον χαρακτηρισμό του αιτούντος ως πρόσφυγα.

Άσυλο

Τα χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα χαρακτηρίζουν την πολιτική ασύλου στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Παρότι τα τελευταία δύο χρόνια ο δείκτης βελτιώθηκε –από το 0,6% που σημειώθηκε το 2003– τα ποσοστά παραμένουν σκανδαλωδώς χαμηλά σε σχέση με το μέσο όρο στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Σημαντικές καθυστερήσεις που παρατηρούνται σε σοβαρές περιπτώσεις που δικαιολογούν την υπαγωγή στο άρ. 1.Α.2 της Σύμβασης της Γενεύης και τη χορήγηση ασύλου εγκλωβίζουν σε καθεστώς ομηρίας πολλούς πρόσφυγες στην Ελλάδα.

(1) Προς το παρόν, διότι στις 18 Ιουνίου εγκρίθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο, με τις ψήφους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Φιλελευθέρων και της Ένωσης για την Ευρώπη των Εθνών, κοινοτική οδηγία η οποία κατοχυρώνει τη δυνατότητα να κρατούνται ως και 18 μήνες οι παράνομοι μετανάστες (ακόμη και ανήλικοι και παιδιά) και να απαγορεύεται για μια πενταετία η επάνοδός τους στη χώρα από την οποία απελάθηκαν, ακόμη και εάν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις (για άσυλο κλπ).

Η Αθηνά Σίμογλου είναι δικηγόρος και μέλος της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών. Το κείμενο βασίστηκε στο υπόμνημα έξι οργανώσεων προς το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης (2007).

Advertisements