του Βασίλη Γιολδάση

Βιολογική κτηνοτροφία αποκαλείται η εκτροφή των ζώων σύμφωνα με τον Κανονισμό 2092/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον Κανονισμό 1804/99/ΕΚ του Συμβουλίου και όπως αυτοί τροποποιούνται και ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου μια εκμετάλλευση να χαρακτηριστεί ως «βιολογική» πρέπει να τηρεί τις διατάξεις του Κανονισμού (διατροφή, στάβλισμα, χώροι ελεύθερης κίνησης και άσκησης, εκτάσεις διασποράς των αποβλήτων, βοσκότοποι κ.λπ.).

Είναι γνωστό και αναμενόμενο ότι για τον παραγωγό η μετατροπή μιας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης από συμβατική σε βιολογική συνεπάγεται απώλεια παραγωγής. Με δεδομένο ότι γενικά μέχρι σήμερα η εμπορία δεν μπορεί να αναπληρώσει την απώλεια παραγωγής και κατ’ επέκταση το εισόδημα, αναγκαστικά ο κτηνοτρόφος αποβλέπει για την αναπλήρωση του εισοδήματός τους στην πριμοδότηση. Πριμοδότηση όμως για τη μετατροπή της συμβατικής εκμετάλλευσης σε βιολογική μπορεί να εισπράξουν οι κτηνοτρόφοι από το \Γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο «3.2 Βιολογική Κτηνοτροφία» του άξονα 3. Στο πλαίσιο του μέτρου αυτού επιδοτούνται η:

  • Εκτατική και ημισταυλισμένη προβατοτροφία και αιγοτροφία.
  • Εκτατική και ημισταυλισμένη βοοτροφία.
  • Εκτατική και ημισταυλισμένη χοιροτροφία.

Ωστόσο δεν επιδοτούνται η μελισσοκομία και η πτηνοτροφία, κλάδοι στους οποίους γίνονται ήδη αξιόλογες προσπάθειες μετατροπής εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές. Εδώ οι παραγωγοί προσδοκούν στην αναπλήρωση του εισοδήματός τους (από την απώλεια παραγωγής) από τη μεγαλύτερη τιμή που θα πετύχουν στην αγορά και μόνο απ’ αυτή.

Όμως και από τις παραπάνω εκμεταλλεύσεις που πριμοδοτούνται από το μέτρο 3.2, στη χώρα μας δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν όλες οι εκμεταλλεύσεις, και μάλιστα οι πιο δυναμικές\. Και αυτό γιατί επιπλέον στόχος του μέτρου 3.2 είναι η αειφορική διαχείριση των βοσκοτόπων, η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός της ευημερίας των ζώων και η παραγωγή βιολογικών προϊόντων ζωικής προέλευσης. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η εκμετάλλευση να ενταχθεί στο πρόγραμμα των επιδοτήσεων του μέτρου 3.2 είναι να υπάρχουν διαθέσιμοι βοσκότοποι και σε έκταση τέτοια που να καλύπτουν την πυκνότητα βόσκησης που ορίζουν οι κώδικες ορθής Γεωργικής Πρακτικής (ΚΟΓΠ). Μάλιστα οι εκτάσεις της εκμετάλλευσης που καλλιεργούνται για παραγωγή βιολογικών ζωοτροφών (μηδική, βίκος, άχυρα κ.λπ.) και συγκομίζονται ανεξάρτητα από το εάν χρησιμοποιούνται κατά διαστήματα για βοσκή των ζώων, δεν υπολογίζονται στις εκτάσεις των απαιτούμενων βοσκοτόπων για επιδότηση στο μέτρο 3.2. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αποκλείονται από τις επιδοτήσεις του μέτρου δύο δυναμικές κατηγορίες εκμεταλλεύσεων που τις κατέχουν πιο δυναμικοί και πιο νέοι σε ηλικία κτηνοτρόφοι: πρώτον, οι εκμεταλλεύσεις των κτηνοτρόφων των πεδινών περιοχών, που είναι γνωστό ότι δεν έχουν στην κατοχή τους και ούτε μπορεί να βρουν στην περιοχή τους απαιτούμενους βοσκότοπους και, δεύτερον, οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι χρειάζεται να έχουν βοσκοτόπους και στη χειμερινή τους πεδινή διαμονή, εκτάσεις όμως που, όπως και οι συνάδελφοί τους των πεδινών περιοχών, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν.

Ουσιαστικά λοιπόν μένουν για ένταξη οι εκμεταλλεύσεις των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών που μπορούν να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες εκτάσεις από τους κοινοτικούς και συνεταιριστικούς βοσκότοπους. Είναι όμως γνωστή η κατάσταση που επικρατεί στις εκμεταλλεύσεις αυτές: κυρίως εξαιτίας της ηλικιακής τους σύνθεσης, οι ασχολούμενοι με αυτή τη δραστηριότητα δεν είναι διατιθέμενοι να μπουν σε μια διαδικασία μετατροπής των εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές. Να λοιπόν ο πρώτος ανασταλτικός παράγοντας για να προσπαθήσουν περισσότεροι κτηνοτρόφοι να μπουν στη διαδικασία παραγωγής βιολογικών ζωικών προϊόντων.

Όμως και αυτοί που εντάχθηκαν ήρθαν στην πορεία αντιμέτωποι με έναν, δεύτερο, ανασταλτικό παράγοντα που είναι η απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της εκμετάλλευσής τους. Οι χρονοβόρες, πολύπλοκες και σε πολλές περιπτώσεις αξεπέραστες δυσκολίες ανάγκασαν πολλούς να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και άλλους να δίνουν μάχη με το χρόνο για να μην «πεταχτούν έξω» από το πρόγραμμα, ποντάροντας στις κάθε φορά παρατάσεις που δίνει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προκειμένου να καταθέσουν τις άδειες. Και αυτό παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις ότι οι διαδικασίες για την έκδοση των αδειών θα γίνουν πιο απλές. Ακούσαμε τελευταία από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ότι κάτι τέτοιο θα γίνει με το κατατεθέν για ψήφιση νομοσχέδιο για την κτηνοτροφία. Αρκεί να γίνει!!!

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη Γ’ Προγραμματική περίοδο 2000-2006 (ΚΠΣ). Αν κάνουμε έναν απολογισμό, το αποτέλεσμα είναι πενιχρό και πολύ κάτω από τους στόχους και τις επιδιώξεις, και σίγουρα η προσπάθεια παραγωγής βιολογικών ζωικών προϊόντων βρίσκεται πιο κάτω από τα στοιχεία που δίνει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στον τρίτο βασικό ανασταλτικό παράγοντα, που θα δώσει «το αγώγι στον αγωγιάτη»: στην αγορά βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων. Αυτή η αγορά μέχρι σήμερα είναι σε νηπιακή κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηρίξει τις προσπάθειες των παραγωγών και να αναπληρώσει το απολεσθέν εισόδημα από την μειωμένη παραγωγή.

Βαδίζουμε με καθυστέρηση προς τη Δ’ Προγραμματική περίοδο 2007-2013 (ΕΣΠΑ), το γνωστό και πολυδιαφημισμένο «πρόγραμμα Αλέξανδρος Μπαλτατζής», που κατά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης θα λύσει τα προβλήματα της περιφέρειας και των αγροτών. Όμως για το θέμα των βιολογικών και ιδιαίτερα της βιολογικής κτηνοτροφίας, από αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας και από τις διαμαρτυρίες αγροτικών φορέων, φαίνεται ότι έχουμε απεντάξεις κλάδων παραγωγής (από το πρόγραμμα) και μειώσεις τιμών σε άλλους. Αν αυτά ισχύουν, σίγουρα θα έχουμε παραπέρα μείωση της παραγωγής βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων.

Οι αγροτικοί φορείς, οι αγρότες και κτηνοτρόφοι πρέπει να αντιτάξουν τη δική τους θέση και να παλέψουν να πραγματοποιηθεί. Να απαιτήσουν να αρθούν τα βαρίδια της τρίτης προγραμματικής περιόδου που αναφέραμε παραπάνω και να ισχύσουν τουλάχιστον οι ίδιες πριμοδοτήσεις και στους ίδιους κλάδους και τη Δ’ Προγραμματική περίοδο. Παράλληλα όμως πρέπει να ενισχυθούν, για την παραγωγή βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων, και εκμεταλλεύσεις που δεν μπορούν να ενταχθούν στο μέτρο 3.2, όπως είναι οι εκμεταλλεύσεις πεδινών περιοχών και οι εκμεταλλεύσεις των μετακινούμενων κτηνοτρόφων. Να ενισχυθούν τουλάχιστον για ένα διάστημα και να γίνει ταυτόχρονα απ’ όλους προσπάθεια οργάνωσης της εμπορίας, για να μπορέσει η αγορά να δώσει το επιπλέον απολεσθέν εισόδημα.

Για να γίνουν όμως πράξη τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου στην εποχή των διατροφικών σκανδάλων, των καρτέλ, των μεταλλαγμένων, της ερήμωσης της περιφέρειας και της απαξίωσης του αγροτικού επαγγέλματος χρειάζεται μια άλλη αγροτική πολιτική.

  • Μια αγροτική πολιτική που θα έχει στο επίκεντρό της τον εργαζόμενο αγρότη και την παραγωγή ασφαλών προϊόντων για τους καταναλωτές.
  • Μια αγροτική πολιτική σε αντίθεση με τα καρτέλ και τους βιομήχανους και τους εμπόρους των αγροτικών μέσων και εφοδίων που απομυζούν τον ιδρώτα των αγροτών.
  • Μια αγροτική πολιτική που θα στηρίζει την οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση και των παραγωγικό συνεταιρισμό ενάντια στους μεσάζοντες και καιροσκόπους.
  • Μια αγροτική πολιτική που θα στηρίζει τους αγρότες για να παραμείνουν στις περιοχές τους, γιατί προϋπόθεση για την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπτυξή του τουρισμού είναι η μόνιμη παρουσία ανθρώπων στην περιοχή.

Χωρίς τους έστω και λίγους μετακινούμενους κτηνοτρόφους μεγάλο μέρος του ορεινού όγκου της πατρίδας μας θα παρουσίαζε μια εικόνα τέλειας απερήμωσης, αποθαρρυντική ακόμα και για τον πιο καλοπροαίρετο επισκέπτη, με εξαίρεση τις 10 ημέρες του Ιουλίου ή του Αυγούστου και μερικά Σαββατοκύριακα που έρχονται οι αστικοποιημένοι απόδημοι ως παραθεριστές.

Μια τέτοια αγροτική πολιτική μπορεί να την εφαρμόσει μια άλλη κυβέρνηση με πυρήνα τις δυνάμεις της Αριστεράς. Ο ΣΥΝ μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά σ’ αυτή την προσπάθεια.

* Ο Βασίλης Γιολδάσης είναι γεωπόνος, νομαρχιακός σύμβουλος Άρτας

Advertisements