του Βασίλη Κάππα

Η παραγωγή γάλακτος για τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη είναι ταυτόσημη με την παραγωγή αγελαδινού γάλακτος. Στην Ελλάδα όμως η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική, καθώς η παραγωγή του αιγοπρόβειου γάλακτος αποτελεί σχεδόν το 60% (1.150.000 τόνοι) της συνολικής παραγωγής, ενώ το υπόλοιπο 40% είναι αγελαδινό γάλα (περίπου 800.000 τόνοι). Οι Έλληνες μαζί με τους Γάλλους κατέχουν τις πρώτες θέσεις στην κατά κεφαλήν κατανάλωση τυροκομικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικά η φέτα (η οποία παράγεται αποκλειστικά από αιγοπρόβειο γάλα) κατέχει σημαντική θέση στο διαιτολόγιο του Έλληνα, κάτι που ερμηνεύει και την πολύ σημαντική παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος στη χώρα μας. Μία πολύ σημαντική παράμετρος της αιγοπροβατοτροφίας είναι η εξασφάλιση εισοδήματος στους κατοίκους ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, όπου οι εναλλακτικές πηγές εισοδήματος είναι πολύ περιορισμένες. Βέβαια παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για εκσυγχρονισμό, η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος γίνεται με αρκετά παραδοσιακό τρόπο, υπό δύσκολες συνθήκες ενώ το εισόδημα των αιγοπροβατοτρόφων έχει μειωθεί δραματικά μετά τις τελευταίες ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις τιμές των δημητριακών, ώστε μπορούμε να μιλάμε ακόμη και για πρόβλημα επιβίωσης του συγκεκριμένου κλάδου, αν δεν υπάρξει κάποια δραστική παρέμβαση.

Στην αντίπερα όχθη η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος γίνεται με πολύ πιο σύγχρονο τρόπο και το μέσο μέγεθος των αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων έχει αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες γαλακτοπαραγωγικά χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα τελευταία 20 χρόνια η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος αποτελεί ένα κλειστό επάγγελμα, υπό την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να ξεκινήσει μια μονάδα παραγωγής αγελαδινού γάλακτος αν δεν έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα παραγωγής (τη λεγόμενη ποσόστωση στη γλώσσα των παραγωγών). Το καθεστώς των ποσοστώσεων (δηλαδή το δικαίωμα κάθε κράτους-μέλους να παράγει συγκεκριμένη ποσότητα αγελαδινού γάλακτος, με επιβολή προστίμου σε περίπτωση υπέρβασης) επιβλήθηκε από την τότε ΕΟΚ, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών του παραγωγού, μετά από την εμφάνιση του φαινομένου των λιμνών γάλακτος που δημιουργήθηκαν από την υπερπαραγωγή (αγελαδινού γάλακτος) στη δεκαετία του ’80 στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη. Βέβαια η ποσότητα παραγωγής γάλακτος που εγκρίθηκε τότε για τη χώρα μας είναι ανεξήγητα χαμηλή, κάτι που έχει ως πρακτική συνέπεια το πολύ χαμηλό ποσοστό αυτάρκειας της Ελλάδας σε γαλακτοκομικά προϊόντα (περίπου στο 50%) σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, έχει ήδη ανακοινώσει την οριστική κατάργηση του καθεστώτος των ποσοστώσεων το 2015, μέσω σταδιακών αυξήσεων των ποσοτήτων που έχει δικαίωμα να παράγει το κάθε κράτος-μέλος. Ήδη σε εφαρμογή αυτής της πολιτικής το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας ανακοίνωσε την αύξηση των ποσοστώσεων στην Ε.Ε. κατά 2% από τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους. Φυσικά η πολιτική αυτή συναντά αρκετές αντιδράσεις από χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία, ενώ η Γαλλία κρατά μια στάση ουδετερότητας. Υπέρ της κατάργησης των ποσοστώσεων τάσσονται χώρες όπως η Βρετανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Ιταλία, που προφανώς βλέπουν ευκαιρίες επέκτασης στην ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη αγορά γαλακτοκομικών, για την οποία το καθεστώς των ποσοστώσεων αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Βέβαια οι αγελαδοτρόφοι σε διάφορες χώρες αντιδρούν φοβούμενοι τη μείωση των τιμών του γάλακτος αλλά και την απώλεια ενός σημαντικού περιουσιακού στοιχείου όπως είναι το δικαίωμα παραγωγής αγελαδινού γάλακτος, το οποίο είναι άμεσα εμπορεύσιμο.

Στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες ο κλάδος της γαλακτοπαραγωγής βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά τις αποκαλύψεις για την ύπαρξη σύμπραξης μεταξύ βιομηχανιών γάλακτος, αφενός για τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τον παραγωγό και αφετέρου για τον καθορισμό των τιμών πώλησης του φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος – οι οποίες ομολογουμένως είναι από τις ακριβότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, τέτοια φαινόμενα πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και δραστικά από τις αρμόδιες αρχές γιατί συνιστούν νόθευση του υγιούς ανταγωνισμού, δημιουργία υπερκερδών σε βάρος των πολιτών (και όχι καταναλωτών) και σαφή καταστρατήγηση του δικαιώματος επιλογής που έχει ο πολίτης. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού επέβαλε όντως πολύ υψηλά πρόστιμα στους πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης, αν και θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να τελεσιδικήσουν οι αποφάσεις αυτές στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια στα οποία έχουν προσφύγει οι βιομηχανίες γάλακτος. Θα πρέπει βέβαια ο συνειδητοποιημένος και ενημερωμένος πολίτης να στέκεται νηφάλια και από απόσταση στην υπερπροβολή κάποιων γεγονότων, στις υπερβολές, στις ακρότητες, στις κραυγές καθώς και στο λαϊκισμό στον οποίο ενίοτε καταφεύγουν τα Μέσα Ενημέρωσης. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι υπάρχει μια σύγκρουση επιχειρηματικών συμφερόντων μεταξύ αφενός ευρωπαϊκών βιομηχανιών (με τεράστια πλεονάσματα γάλακτος, τα οποία πιθανόν να αυξηθούν μετά το 2015) και εγχώριων βιομηχανιών για κατάληψη μεριδίων στην αγορά γάλακτος (με στόχο από πλευράς των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, την επικράτηση του γάλακτος υψηλής παστερίωσης) και αφετέρου μεταξύ των βιομηχανιών γάλακτος και των αλυσίδων λιανεμπορίου, με στόχο από την πλευρά των σούπερ-μάρκετ την κυριαρχία τους στην παραγωγή και εμπορία του γάλακτος μέσω των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η ΦΑΓΕ έχει ήδη αποσυρθεί από την παραγωγή φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος (επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στην παραγωγή γάλακτος υψηλής παστερίωσης), κάτι το οποίο μπορεί να συνδεθεί με τα παραπάνω.

Βέβαια, στο βαθμό που η διάδοχη κατάσταση μετά το τέλος αυτής της υπόθεσης δεν θα είναι, αν μη τι άλλο, χειρότερη από την υφιστάμενη, οι επιχειρηματικές διενέξεις δεν αφορούν τον μέσο πολίτη.

Όμως υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση του καρτέλ του γάλακτος να επηρεάσει αρνητικά το εισόδημα των κτηνοτρόφων, αφού η πίεση που θα δεχθούν οι βιομηχανίες από την μείωση των τιμών είναι πολύ πιθανόν να μετακυλιστεί στην τιμή αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, με αποτέλεσμα, ελλείψει διαπραγματευτικής δύναμης, οι κτηνοτρόφοι να εξαναγκαστούν σε νέα μείωση των εισοδημάτων τους. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υφίσταται η ασπίδα προστασίας του εισοδήματός που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι κτηνοτρόφοι μέσω των συνεταιρισμών τους, οι οποίοι διακινούν περίπου το 50% του παραγόμενου γάλακτος (φωτεινό παράδειγμα, η εταιρεία FRIELSLAND που παράγει το γάλα ΝΟΥΝΟΥ, η οποία αποτελεί μια κολοσσιαία συνεταιριστική επιχείρηση των Ολλανδών αγελαδοτρόφων με σημαντικά μερίδια στη χώρα μας). Με δεδομένα τα παραπάνω η ανάγκη αυτοοργάνωσης των Ελλήνων γαλακτοπαραγωγών, με οποιοδήποτε τρόπο κρίνουν πρόσφορο, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και επιβεβλημένη.

Για τους πιο τολμηρούς, ίσως είναι και μια πολύ καλή περίοδος για τη δημιουργία μικρών μονάδων παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, υψηλής ποιότητας και τοπικής εμβέλειας, ακόμη και βιολογικού χαρακτήρα. Από την πλευρά μας εμείς ως συνειδητοποιημένοι πολίτες πρέπει να στηρίξουμε την προσπάθεια μικρών παραγωγών οι οποίοι θα μας προσφέρουν ποιοτικά προϊόντα σε λογικές τιμές. Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνουμε: α) την κατανάλωση των πλέον φρέσκων προϊόντων, β) την ενίσχυση της εγχώριας κτηνοτροφίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας, και γ) τη συγκράτηση των τιμών μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού.

Ο Βασίλης Κάππας είναι γεωπόνος με ειδίκευση στην επιστήμη των τροφίμων, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης.

Advertisements