Απερίφραστα ναι, αν η κυβέρνηση ενδιαφερθεί περισσότερο για τον κλάδο και αν εφαρμόσει μέτρα προάσπισης των συμφερόντων των παραγωγών, με βελτίωση των συνθηκών πρωτογενούς παραγωγής ζωοκομικών προϊόντων.

Και οι πλέον δύσπιστοι δέχονται πλέον ότι η Ελλάδα έχει μεγάλες δυνατότητες παραγωγής ζωικών προϊόντων καλής ποιότητας και απόλυτα ασφαλή, τα οποία επιζητεί όλο και περισσότερο ο σημερινός καταναλωτής ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες διατροφικές κρίσεις (διοξίνες, νόσος τρελών αγελάδων κ.λπ.).

Ο αυστηρός έλεγχος των εισαγόμενων προϊόντων, η καταπολέμηση του φαινομένου της ελληνοποίησής τους και η δυνατότητα αναγνώρισης των ελληνικών προϊόντων από τον καταναλωτή μπορούν να αυξήσουν τη ζήτηση των ελληνικών προϊόντων, να βελτιώσουν το επίπεδο των τιμών του παραγωγού και να δώσουν νέα δυναμική στην ανάπτυξη της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Ιδιαίτερη δυναμική ανάπτυξης εμφανίζει ο κλάδος της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας. Η αύξηση της εθνικής μας ποσόστωσης, η αποσύνδεση της ενίσχυσης θηλαζουσών αγελάδων, καθώς και η συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση του νωπού (παστεριωμένου) αγελαδινού γάλακτος, μπορεί να δώσουν νέα ώθηση στον κλάδο.

Τέλος, η παραγωγή επώνυμων και καινοτόμων προϊόντων είναι ένας χώρος στον οποίο η ελληνική κτηνοτροφία θα πρέπει να στρέψει την προσοχή της. Ιδιαίτερα η ανάδειξη των ιδιοτήτων του γιδίσιου γάλακτος και η παραγωγή ειδικών προϊόντων από γιδίσιο γάλα μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στον τόσο σημαντικό για τη χώρα μας κλάδο της αιγοτροφίας.

Μερικά χρήσιμα στατιστικά στοιχεία…

Με την ευκαιρία παρουσίασης της πορείας και της κατάστασης της κτηνοτροφίας στη χώρα μας και ως ένα είδος απολογισμού, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον τομέα αυτό ως τον «φτωχό συγγενή» και γι’ αυτό επί δεκαετίες παραγνωρισμένο και αδικημένο.

Σήμερα όλοι ξέρουμε ότι η κτηνοτροφία αποτελεί νευραλγικό τομέα της αγροτικής παραγωγής. Σε μια αειφορική και αναπτυγμένη γεωργία υπάρχει ισόρροπη ανάπτυξη και στενή σύνδεση φυτικής και ζωικής παραγωγής. Στην Ελλάδα η ζωική παραγωγή αντιπροσωπεύει μόλις το 1/4 της ακαθάριστης αξίας της γεωργικής παραγωγής και παρά τη βελτίωσή της, παραμένουν ακόμα διαρθρωτικές αδυναμίες και δυσκαμψίες από το παρελθόν που εμποδίζουν την αναπτυξιακή πορεία της.

Η εφαρμογή διαρθρωτικών προγραμμάτων, η χορήγηση εισοδηματικών ενισχύσεων, η εξισωτική αποζημίωση κ.ά. συνέβαλαν κυρίως στη σταθεροποίηση της παραγωγής και όχι στην ποσοτική αύξησή της. Η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στην ελληνική κτηνοτροφία.

Σήμερα η ελληνική γεωργία, σε αντίθεση με τις γεωργίες των αναπτυγμένων χωρών, έχει μεγάλη παραγωγή σε φυτικά προϊόντα, τα οποία είναι μεγάλου όγκου, μικρής αξίας και έχουν μεγάλες δυσκολίες στην αποθήκευση και μεταφορά, και μικρή παραγωγή σε ζωικά προϊόντα, τα οποία είναι μεγάλης αξίας, μικρού όγκου και έχουν μικρότερες δυσκολίες στην αποθήκευση και μεταφορά.

Η κάλυψη των αναγκών της χώρας στα κυριότερα προϊόντα ζωικής παραγωγής από την εγχώρια παραγωγή ανέρχεται περίπου σε 30% στο βόειο κρέας 40-45% στο χοιρινό κρέας, 85-87% στο πρόβειο και αίγειο κρέας καθώς και στο κρέας των πουλερικών, σε 50% στο αγελαδινό γάλα, 100% σε πρόβειο και αίγειο γάλα, 97% σε αυγά και 87% σε μέλι. Η έννοια της αυτάρκειας σε μία ενιαία κοινοτική αγορά είναι σχετική, όμως η πρωτογενής παραγωγή συνδέεται με την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, την παραμονή του αγροτικού πληθυσμού σ’ αυτές, την εξασφάλιση πρώτης ύλης για τη μεταποίηση στον ιδιαίτερα ευαίσθητο κλάδο των τροφίμων, το ισοζύγιο πληρωμών κ.λπ.

Η μέση κατανάλωση ανά άτομο και έτος στην Ελλάδα είναι για μεν το βόειο κρέας 19 κιλά περίπου, για το αιγοπρόβειο κρέας 13 κιλά περίπου, για το χοίρειο κρέας 30 κιλά περίπου, για το κρέας των πουλερικών 20 κιλά περίπου και για το νωπό αγελαδινό γάλα 40 κιλά περίπου.

Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης καταναλώνει ετησίως περίπου την ίδια ποσότητα βοείου κρέατος και κρέατος πουλερικών με τον Έλληνα, αλλά καταναλώνει περίπου 45 κιλά χοίρειο κρέας, 70 κιλά νωπό αγελαδινό γάλα και μόλις 4 κιλά αιγοπρόβειο κρέατος.

Αν και οι Έλληνες καταναλωτές προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα ιδίως μετά τις αλλεπάλληλες διατροφικές κρίσεις, εν τούτοις στην πλειοψηφία τους διατρέφονται με εισαγόμενα.

Οι εισαγωγές κρέατος αποτελούν το 21% και οι εισαγωγές γάλακτος-γαλ/κών το 16% των συνολικών γεωργικών μας εισαγωγών. Αποτέλεσμα περίπου 1,5 δισεκατ. ευρώ να δαπανώνται κάθε χρόνο για εισαγωγές κρεάτων και γαλακτοκομικών.

Advertisements