Του Βασίλη Καρύδη

Το πορτρέτο του ανήλικου κρατούμενου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα (Φυλακή Ανηλίκων), συγκροτείται από άτομα χαμηλού (επιπέδου Δημοτικού) μορφωτικού επιπέδου και χαμηλής κοινωνικοοικονομικής προέλευσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των γονέων αυτών των παιδιών είναι είτε αγράμματοι, είτε στην καλύτερη περίπτωση απόφοιτοι του Δημοτικού. Σε ποσοστό 40% είναι αλλοδαποί.

Κατόπιν τούτου, δεν εκπλήσσει η άποψη εκπαιδευτικού στο ειδικό σχολείο που λειτουργεί στη φυλακή, ότι «θα έπρεπε να κωδικοποιηθούν και να μεθοδευτούν ως μάθημα που να διδάσκεται, γνώσεις τις οποίες τα παιδιά δεν έχουν αποκτήσει. Για παράδειγμα να μάθουν να βάζουν όρια. Ότι την ώρα του μαθήματος δεν πάμε τουαλέτα χωρίς άδεια και αλόγιστα, ότι δεν πεταγόμαστε μέχρι το καρτοτηλέφωνο να πάρουμε τους φίλους μας, και τέτοια ανάλογα. Πώς χρησιμοποιούμε τους γιατρούς, πώς πλενόμαστε, πώς μαγειρεύουμε πολύ απλά φαγητά, ποια ρούχα φοράμε το χειμώνα και ποια το καλοκαίρι, ότι οι παντόφλες είναι για μέσα και τα παπούτσια για έξω…»

Προκύπτει κατά συνέπεια το ερώτημα εάν η συζήτηση για την κοινωνική επανένταξη αυτών των εφήβων (ή μετεφήβων) είναι νοητή, στο βαθμό που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει υπάρξει προηγούμενη «ένταξη». Τι είδους επαν-ένταξη εννοούμε; Το 45% αυτών των παιδιών είναι ήδη υπότροποι, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία τροφοδοτεί στη συνέχεια τον πληθυσμό των ενήλικων πλέον κρατουμένων. Κλασικό χαρακτηριστικό είναι η εγκατάλειψη του σχολείου και σε μεγάλο ποσοστό η εμπλοκή με ψυχοενεργές ουσίες πριν τον εγκλεισμό ή για μερικούς μετά τον εγκλεισμό.

Όπως σε όλα τα καταστήματα κράτησης, και η φυλακή ανηλίκων συγκροτεί τη δική της «μικρο-κοινωνία», ένα ιδιότυπο κοινωνικό σύστημα των εγκλείστων, με ιεραρχικές κλίμακες και κώδικες συμπεριφοράς, αξιών και  κυρώσεων. Η προσαρμογή σε ένα υποπολιτισμικό σύστημα αποτελεί όρο επιβίωσης. Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα, το 90% των ανήλικων κρατουμένων χρησιμοποιούν την «αργκό» της φυλακής, μάλιστα περίπου 85% απαντάει θετικά στην ερώτηση εάν από την ημέρα που μπήκατε στη φυλακή μέχρι σήμερα έχετε μάθει καινούριες λέξεις και φράσεις της «αργκό». Συχνά, βεβαίως, η ένταξη στον υποπολιτισμό έχει συντελεστεί πριν από τον εγκλεισμό, στις αφύσικες όμως συνθήκες της φυλακής εμπεδώνεται, εσωτερικεύεται πλήρως και αναπαράγεται.

Ο εγκλεισμός δεν σημαίνει απλώς περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, όπως ορίζει ο Σωφρονιστικός Κώδικας. Συνεπάγεται σωρευτικά δεινά, όπως τον αποκλεισμό από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, την στέρηση αυτονόητων υλικών αγαθών και υπηρεσιών, την απουσία ετεροφυλικών σχέσεων, την απώλεια κάθε αυτονομίας και την αίσθηση έντονης ανασφάλειας.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν αυτή η αναπόδραστη κατάσταση εξυπηρετεί τους ρητορικούς στόχους που νομιμοποιούν τον εγκλεισμό ανηλίκων, ή αντίθετα δημιουργεί οξύτερο κοινωνικό πρόβλημα, και ένα φαύλο κύκλο μεγαλύτερης παραβατικότητας και εντονότερης καταστολής. Σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει η πραγματική βούληση για την ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση στη ρίζα των προβλημάτων ή το σύστημα βολεύεται με μία «χωματερή» για τους ανήλικους παραβάτες; Και όταν αναφέρω «σύστημα» εννοώ φυσικά την πολιτική ηγεσία και το σύστημα δημόσιας διοίκησης, αλλά και τον κάθε «ευυπόληπτο» πολίτη που το φυσικό και συμβολικό τείχος της φυλακής επιβεβαιώνει τη δική του αυτάρεσκη – συχνά υποκριτική- ταυτότητα και ρόλο.

Το λεγόμενο σύστημα σωφρονισμού των ανηλίκων παραβατών έχει αποτύχει με τρόπο παταγώδη και κραυγαλέο. Αυτή πρέπει να είναι η βασική παραδοχή για τις όποιες εν συνεχεία μεταρρυθμιστικές προτάσεις. Όπως και η άλλη βασική παραδοχή, ότι ο εγκλεισμός ενός ανηλίκου αποτελεί την τελική πράξη ενός «συνεχούς» (continuum) κοινωνικού αποκλεισμού και το σύμπτωμα μίας πολύ προγενέστερης ρήξης μεταξύ δράστη και κοινωνίας. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό για να αφεθεί στους «ειδικούς» ή στους «πολιτικούς».

Ο Βασίλης Καρύδης είναι Αν. Καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Advertisements