Της Ματίνας Πούλου

Έχουν ήδη περάσει περίπου πέντε αιώνες από την απαγκίστρωση από την κυριαρχία της θανατικής ποινής (1) και την ίδρυση των πρώτων φυλακών, που οδήγησαν στη σταδιακή ένταξη της στέρηση της ελευθερίας στον κατάλογο των ποινικών κυρώσεων. Αν και οι κυρώσεις αυτές βρίσκονται στην προμετωπίδα του ποινικού μας οπλοστασίου για την αντιμετώπιση του εγκλήματος, τα τελευταία χρόνια η δικαιοπολιτική προσφορότητά τους δεν είναι αναντίρρητη.

Ειδικά για τους ανήλικους παραβάτες, η αναγκαιότητα μιας διαφοροποιημένης μεταχείρισης από τους ενήλικους εγκληματίες εμφανίζεται ήδη από το 1889 με τη Γερμανική Θετική Σχολή (2). Σήμερα, η ποινική αντιμετώπιση των πρώτων διαπνέεται μεν από στοιχεία πρόνοιας και αρωγής, αλλά κυρίαρχα παραμένουν τα στοιχεία του ποινικού δικαίου, με αποτέλεσμα ως κυριότερη μορφή κύρωσης να θεωρείται η στέρηση της ελευθερίας είτε με την επιβολή του αναμορφωτικού μέτρου της εισαγωγής σε Ίδρυμα Αγωγής είτε με την παραπομπή σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Τα νέα εναλλακτικά μέτρα

Πρόσφατα, με το νόμο 3189/03 «περί αναμόρφωσης της ποινικής νομοθεσίας των ανηλίκων και άλλες διατάξεις», τα παραπάνω μέτρα εμπλουτίστηκαν με τη θέσπιση νέων εξωιδρυματικών. Αναφέρω επιγραμματικά τη συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για την έκφραση συγγνώμης και την εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, την αποζημίωση του θύματος ή την κατ’ άλλο τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, την παροχή κοινωφελούς εργασίας, την παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων, τη φοίτηση του ανηλίκου σε επαγγελματικές ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης σχολές, την παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, την εντατική ανάθεση της επιμέλειας στους επιμελητές ανηλίκων.

Επίσης, για τους ανηλίκους που πάσχουν από ψυχική ασθένεια, τελούν σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, είναι εξαρτημένοι από εξαρτησιογόνες ουσίες ή, τέλος, εμφανίζουν ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική τους ανάπτυξη, επιβάλλονται θεραπευτικά μέτρα, όπως η παραπομπή σε θεραπευτικό κατάστημα και για πρώτη φορά και παρακολούθηση συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος.

Από τη θέσπιση στην εφαρμογή

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το θεσμικό στίγμα της μεταχείρισης του ανήλικου παραβάτη μέσα από τα νέα μέτρα αποτυπώνεται στην παραδοχή ότι η παραβατικότητα είναι κατά βάση κοινωνικό πρόβλημα και επομένως η εμπλοκή της κοινότητας στην αντιμετώπισή της είναι εξαιρετικής σημασίας. Έτσι, τα νέα αυτά, υποστηρικτικά της προσωπικότητας του δράστη, αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα, τουλάχιστον ως προς τη διακήρυξή τους φαίνεται να κινούνται στην οπτική της ενίσχυσης του αυτοσεβασμού του ανηλίκου, μέσα από το σεβασμό των δικαιωμάτων τόσο του ίδιου όσο και των συνανθρώπων του, ιδίως του θύματος.

Από την άλλη όμως πλευρά, είναι ευρύτερα γνωστό ότι, πέρα από το διακηρυγμένο σκοπό, η αληθινή φύση κάθε μέτρου, ειδικότερα όταν εξαγγέλλεται ως παιδαγωγικό ή θεραπευτικό, δεν μπορεί παρά να διέλθει και από την εξέταση των μέσων με τα οποία ο σκοπός υλοποιείται, αφού ούτως ή άλλως η πράξη είναι το πεδίο ελέγχου των καλύτερων προθέσεων. Εξάλλου, η ψήφιση και η θέση σε ισχύ ενός νόμου από μόνη της δεν επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα αναφορικά με την ενδεδειγμένη μεταχείριση της παραβατικότητας των ανηλίκων. Είναι εξαιρετικά εύστοχη η παρατήρηση (3) ότι «οι νομοθετικοί κανόνες από μόνοι τους δεν είναι σε θέση ούτε να αλλάξουν παγιωμένες αντιλήψεις ούτε να βελτιώσουν την ικανότητα διαπαιδαγώγησης των νέων για ένα απαλλαγμένο από εγκληματικές πράξεις βίο».

Ο απολογισμός της πενταετούς εφαρμογής

Δυστυχώς μέχρι σήμερα η εφαρμογή των εξωιδρυματικών μέτρων είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Τι φταίει αλήθεια που 5 χρόνια μετά από την ψήφιση του νόμου σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουν εφαρμοστεί τα νέα μέτρα. Είναι προφανές ότι μία συνολική πρόταση για τον καθορισμό των ελάχιστων προϋποθέσεων, που απαιτούνται για την υλοποίηση των συγκεκριμένων μέτρων, απαιτεί ενδελεχή έρευνα και ενασχόληση με το θέμα, που εκφεύγει των ορίων του παρόντος σχολίου. Ωστόσο, σε αυτό που με ασφάλεια μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι είναι ότι δεν αρκούν οι νομοθετικές προβλέψεις, αλλά είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν ή και να εξοπλιστούν αντίστοιχοι θεσμοί και υπηρεσίες και τούτο σημαίνει ότι μια τέτοια δράση εγγράφεται στις κεντρικές προτεραιότητες του κράτους. Για κάτι τέτοιο πολύ περισσότερο χρειάζεται η κινητοποίηση όλων των επαγγελματιών που εργάζονται στο πεδίο απονομής δικαιοσύνης σε ανηλίκους, με κυρίαρχη απαίτησή τους η πολιτεία να διαθέσει επιτέλους τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους.

(1) Επί λέξει Ν. Κουράκης, Ποινική Καταστολή, 1985, σελ. 104

(2) Βλ. αναλυτικά Κουράκης, ό.π. 202

(3) Έτσι Α. Πιτσελά, Η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων, 2004, σελ. 7

Η Ματίνα Πούλου είναι δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη.

Advertisements