Των Κωστή Μασούρα και Πασχάλη Σαμαρίνη

Η πρώτη προσπάθεια νομοθετικής διευθέτησης του ζητήματος των διακοπών και της κατασκήνωσης στη φύση εντοπίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Ο νόμος 3815/1955 «Περί κέντρων διακοπών και παραθερισμού αλλοδαπών εν Ελλάδι» προσδιορίζει τον φυσικό χώρο της ελληνικής υπαίθρου που προορίζεται για διακοπές και ορίζει ένα πρώτο πλαίσιο λειτουργίας του. Ουσιαστικά ο ν. 3815/55 αποκρυσταλλώνει μία αντίληψη για την ελληνική φύση και ύπαιθρο ως κεφάλαιο, από το οποίο η εθνική οικονομία δύναται, μέσω του τουρισμού, να αποκομίσει σημαντικά οφέλη. Η τουριστική δραστηριότητα θεωρείται, άλλωστε, χωρικά και κοινωνικά οριοθετημένη, οπότε η «ελεύθερη» κατασκήνωση –τα «παραθεριστήρια» των κατοίκων της υπαίθρου και οι ευκαιριακές επισκέψεις των κατοίκων της πόλης– τοποθετείται εκτός των ορίων αυτών.

Η αφομοίωση της πρακτικής του ελεύθερου κάμπινγκ εντάσσεται, στη δεκαετία του ’60, σε ένα ευρύτερο κλίμα έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων. Ωστόσο, αν ο αντικομφορμιστικός χαρακτήρας της ελεύθερης κατασκήνωσης ήταν θελκτικός για μία ορισμένη κατηγορία του κοινωνικού συνόλου, η δυνατότητα της ελληνικής οικογένειας να κάνει «φθηνές» και ταυτόχρονα ποιοτικές διακοπές στην ελληνική ύπαιθρο ήταν το στοιχείο που εξασφάλισε σταδιακά στην ελεύθερη κατασκήνωση μία ευρεία κοινωνική αποδοχή.

Μεταπολιτευτικά, ο ν. 392/1976 «Περί ιδρύσεως και λειτουργίας χώρων οργανωμένης κατασκηνώσεως (κάμπινγκ) και άλλων τινών διατάξεων» θέτει για πρώτη φορά ρητή απαγόρευση στην πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης [Απαγορεύεται η εγκατάστασις σκηνών ή στάθμευσις τροχοσπίτων εις αρχαιολογικούς χώρους, αιγιαλούς, πλατείας, παρυφάς δημοσίων δασών, δάση και εν γένει κοινόχρηστους χώρους (άρ. 10, παρ. 2)]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, δεν προβλέπεται ποινή για τους παραβάτες.

Η ρυθμιστική παρέμβαση του ν. 779/1978 «Περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Άρθρου 10 του ν. 392/76» δεν αφορά παρά την επιβολή κυρώσεων και την προτροπή των κρατικών αρχών προς μία λιγότερο ανεκτική και περισσότερο αυστηρή αντιμετώπιση των ελεύθερων κατασκηνωτών, οι οποίοι (κατά τα φαινόμενα) «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις» [Οι  παραβάται  της  διατάξεως ταύτης ειδοποιούνται υπό της αρμοδίας αστυνομικής, λιμενικής, δασικής, δημοτικής  ή κοινοτικής  αρχής, όπως απομακρυνθούν αμέσως εκ του κατεληφθέντος χώρου συντασσομένης σχετικής περί τούτου εκθέσεως. Οι μη συμμορφούμενοι προς την περί απομακρύνσεώς  των εντολήν της Αρχής τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών ή χρηματικής  ποινής, η και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων, εφ’ όσον δεν προβλέπεται ποινή βαρυτέρα παρ’ άλλης τινός διατάξεως διατασσομένης άμα υπό του δικαστηρίου της βιαίας αποβολής των].

Η επίσημη στάση προς την πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης αποκτά πιο ήπια χαρακτηριστικά κατά την δεκαετία του ’80, χωρίς βέβαια να καταργούνται οι σχετικές περιοριστικές διατάξεις των προηγούμενων ετών. Πρόκειται για την περίοδο στην οποία τα περίφημα «μπάνια του λαού» αποτελούν έναν σχεδόν «ιερό χρόνο».

Το σκηνικό αναδιατάσσεται πλήρως στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τη στροφή της εθνικής οικονομίας προς την ελεύθερη αγορά. Η αναζήτηση τουριστικών πόρων κινεί ακόμη και κρατικούς φορείς στην εξάλειψη των μη προσοδοφόρων χρήσεων της υπαίθρου. Το 1992 η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης δημοσιεύει τα κριτήρια για την απόδοση της «Γαλάζιας Σημαίας» στις ελληνικές παραλίες. Μεταξύ άλλων, στα κριτήρια για την «Περιβαλλοντική Διαχείριση» των υποψήφιων προς βράβευση παραλιών τίθεται ρητά η πλήρης «Απαγόρευση της Ελεύθερης Κατασκήνωσης».

Το επόμενο έτος, η κυβέρνηση επαναφέρει στο πολυνομοσχέδιο για τον τουρισμό (ν. 2160/1993 «Ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις») τις απονεκρωμένης ισχύος απαγορευτικές διατάξεις του 1978 για την ελεύθερη κατασκήνωση, επεκτείνοντας μάλιστα το πεδίο εφαρμογής τους και στην περίπτωση φιλοξενίας των ελεύθερων κατασκηνωτών από ιδιώτες [Απαγορεύεται η εγκατάσταση σκηνών ή στάθμευση τροχόσπιτων σε αρχαιολογικούς χώρους, αιγιαλούς, παραλίες, παρυφές δημόσιων δασών, και εν γένει κοινόχρηστους χώρους, καθώς και η φιλοξενία πέραν του ενός τροχόσπιτου από καταστηματάρχες ή ιδιώτες (αρ. 4, παρ. 12)].

Το έναυσμα για την εντατική εκδίωξη και καταστολή της ελεύθερης κατασκήνωσης δόθηκε από έναν φαινομενικά ανεξάρτητο με την πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης νόμο. Ο ν. 2539/1997 για την «Συγκρότηση Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης», ευρύτερα γνωστός ως «Σχέδιο Καποδίστριας», προέβλεπε την συνένωση δήμων και κοινοτήτων, με ταυτόχρονη μείωση της κρατικής χρηματοδότησής τους. Οι νέοι δήμοι, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές και λειτουργικές απαιτήσεις, εξωθήθηκαν στην αναζήτηση ίδιων οικονομικών πόρων από την αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας. Οι δημοτικές εκτάσεις, ειδικότερα, πολλές από τις οποίες περιλάμβαναν περιοχές υποδοχής της ελεύθερης κατασκήνωσης, ανέβηκαν κατακόρυφα στα τοπικά χρηματιστήρια αξιών ως πηγές άμεσου πλουτισμού, αντίβαρο της μειωμένης κρατικής χρηματοδότησης. Η ελεύθερη κατασκήνωση εκλήφθη ως οικονομική απώλεια –αν όχι και οικονομική απειλή– στα επιχειρηματικά πλάνα των δήμων κι ως εκ τούτου έστρεψε εναντίον της τις δημοτικές αρχές αλλά και μεγάλο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού.

Στην αποκορύφωση του εγχειρήματος οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, η παραδοσιακή πλέον διάταξη περί απαγόρευσης της ελεύθερης κατασκήνωσης εμπλουτίζεται από τη θέσπιση του ν. 2741/1999 «Ενιαίος Φορέας Τροφίμων, άλλες ρυθμίσεις του Υπουργείου Ανάπτυξης και λοιπές διατάξεις» με μία ακόμη παράμετρο: Το κράτος επέβαλλε πρόστιμο στους παραβάτες ελεύθερους κατασκηνωτές, το οποίο παραχωρούνταν στους χρηματοδοτικά υποβαθμισμένους ΟΤΑ. [Εκτός της ως άνω ποινής, οι παραβάτες καταβάλλουν διοικητικό πρόστιμο ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών κατ` άτομο, το οποίο, κατ`εξαίρεση, επιβάλλεται και εισπράττεται από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, στα διοικητικά όρια του οποίου πραγματοποιείται η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής (αρ. 21, παρ. 1γ)]. Η παραχώρηση αυτή συνιστούσε στην πραγματικότητα μία ακόμη πριμοδότηση-κίνητρο για την εκδίωξη της αντίστοιχης πρακτικής από τα χωρικά όρια της δημοτικής υπαίθρου, καλλιεργώντας έναν κοινωνικό αυτοματισμό ενάντια στην ελεύθερη κατασκήνωση και περιορίζοντας ορατά την ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής που απολάμβανε μέχρι τη δεκαετία του ’90.

Advertisements