Του Αλέξη Χατζηδάκη

Ένα χρόνο μετά την εκπόνηση του αρχικού σχεδίου, το ΥΠΕΧΩΔΕ διστάζει ακόμη να εισαγάγει το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξίας και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό στο αρμόδιο θεσμοθετημένο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Γιατί άραγε; Ας επιχειρήσουμε να αποδώσουμε ένα σκαρίφημα απάντησης.

Είναι οπωσδήποτε θετικό ότι η πολιτεία έχει πια υποχρεωθεί να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα του χωροταξικού σχεδιασμού, ως απαραίτητου εργαλείου για τη χάραξη και την άσκηση πολιτικών στους επιμέρους τομείς, με τη σύνταξη και θεσμοθέτηση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού όσο και με τη σύνταξη των επιμέρους ειδικών πλαισίων, όπως το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξίας και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. Επισημαίνουμε πάντως ότι από το 2003 υπάρχουν ήδη έτοιμες αναλυτικές μελέτες για την τουριστική ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας, τις οποίες είχε αναθέσει ο ΕΟΤ και αποτελούν από τότε χρήσιμο εργαλείο αναφοράς για την εφαρμογή της πολιτικής της τουριστικής ανάπτυξης.

Για τις διαδικασίες εκπόνησης και παραλαβής της σχετικής μελέτης για το Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό (που συντάχθηκε χωρίς καμία συμμετοχή ή ανάμειξη των υπηρεσιών και των στελεχών του ΕΟΤ και του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης), καθώς και για την τεκμηρίωση του προτεινόμενου από το ΥΠΕΧΩΔΕ Πλαισίου, έχουν ήδη διατυπωθεί σοβαρές επιφυλάξεις. Παράλληλα, η όποια σχετική δημόσια διαβούλευση έχει θεωρηθεί ατελής και ανεπαρκής.

Ακόμη πιο σημαντικά είναι όμως μερικά ζητήματα που προκύπτουν ως προς το περιεχόμενο των συγκεκριμένων προτάσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ΚΥΑ. Ειδικότερα:

  1. Το Ειδικό Πλαίσιο για τον τουρισμό εμφανίζεται να εξειδικεύει το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού, του οποίου όμως η σύνταξη ολοκληρώθηκε μεταγενέστερα!
  2. Οι περισσότεροι από τους 13 στόχους του Ειδικού Πλαισίου δεν μπορούν να αποτελέσουν στόχους χωροταξικού σχεδιασμού αλλά θα μπορούσαν να είναι γενικοί στόχοι μιας πολιτικής τουριστικής ανάπτυξης (όπως πχ. «βελτίωση ανταγωνιστικότητας», «ανάδειξη και προβολή», «ανάπτυξη επιχειρηματικότητας», «πολιτικές επενδύσεων» κλπ.), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε χωρική διάσταση.
  3. Οι προτεινόμενες κατευθύνσεις σχεδιασμού έχουν γενικό χαρακτήρα. Δεν αναφέρονται ρητά σε συγκεκριμένα θεσμοθετημένα εργαλεία σχεδιασμού του χώρου και δεν συνδέονται με τα ήδη θεσμοθετημένα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού. Στο σχέδιο ΚΥΑ δεν γίνεται καμία συσχέτιση με το Ειδικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία, ενώ ως προς τις ΑΠΕ δεν εξειδικεύεται ποιές συγκεκριμένα είναι οι «περιοχές με προτεραιότητα τουρισμού». Ακόμη, δεν γίνεται καμία συσχέτιση με το ΕΣΠΑ 2007-2013.
  4. Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση για τη διαχείριση τουριστικών καταλυμάτων δεν αιτιολογεί την αναγκαιότητά της, ούτε την προτεραιότητα να τύχει τόσο εξειδικευμένης αντιμετώπισης. Η πρόταση θα μπορούσε να ενταχθεί σε άλλο θεσμικό εργαλείο (νόμο ή ΠΔ) αφού αφορά περισσότερο σε μεταβίβαση δικαιωμάτων παρά σε οργάνωση του χώρου, χωροθέτηση δικτύων ή όρους δόμησης.
  5. Η ενθάρρυνση ή αποθάρρυνση των επενδύσεων στον τουριστικό τομέα δεν είναι συνάρτηση κατά κύριο λόγο των χωροταξικών ρυθμίσεων, αλλά πρώτιστα της ελκυστικότητας μιας περιοχής για τους επισκέπτες, των διαπιστωμένων τάσεων της τουριστικής ζήτησης, της διαθεσιμότητας τεχνικών και λοιπών υποδομών, της διαθεσιμότητας ακινήτων, των συνθηκών του ευρύτερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, του συστήματος κινήτρων και γενικά του πλαισίου χρηματοοικονομικών ενισχύσεων. Ως προς αυτό το τελευταίο μάλιστα, η χωροταξική διάσταση των επενδύσεων καθορίζεται αποφασιστικά, και βέβαια ερήμην του Ειδικού Πλαισίου, από τον σχετικό αναπτυξιακό νόμο (ν. 3299/04).
  6. Το Ειδικό Πλαίσιο δεν προσδιορίζει ποια είναι τα «όρια της φέρουσας ικανότητας των πόρων του περιβάλλοντος και των υποδομών» στις διάφορες περιοχές της χώρας. Το «αποδεκτό επίπεδο υποδομών» με βάση τα σημερινά δεδομένα δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι αποδεκτό και μετά από 5 ή 10 χρόνια. Απαιτείται σχεδιασμός με βάση την πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών, και επομένως είναι αναγκαία μια αναδιατύπωση της έννοιας του «αποδεκτού».
  7. Η προτεινόμενη κατάταξη περιοχών πάσχει μεθοδολογικά, αφού στην ουσία πρόκειται για τρεις διαφορετικές κατατάξεις, ως προς τρία ανεξάρτητα κριτήρια: το επίπεδο της τουριστικής ανάπτυξης, τη γεωγραφική θέση και τα ειδικά χαρακτηριστικά της περιοχής.
  8. Στο θέμα της παραθεριστικής κατοικίας, σημειώνουμε ότι ο προτεινόμενος νεολογισμός «τουριστικές υποδομές σταθερού παραθερισμού» θα έπρεπε να καθιερώνει είτε μια «νέα μορφή εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής», όπως υποχρεώνει ο Ν. 3468/06, είτε νέα μορφή «τουριστικού καταλύματος», σύμφωνα με τον Ν. 2160/93. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Η διατύπωση του ορισμού αυτού αποφεύγει να αντιμετωπίσει τον υβριδικό, δισυπόστατο και εντέλει αντιφατικό χαρακτήρα αυτών των κατοικιών. Στην ουσία, πρόκειται για απλές, συνήθεις κατοικίες, ως προς τη χρήση τους. Εκείνο που τις διαφοροποιεί από τις θεσμοθετημένες παραθεριστικές κατοικίες είναι η προτεινόμενη δυνατότητα να υπόκεινται σε ευνοϊκούς όρους δόμησης σε περιοχές εκτός σχεδίου, μεταβαπτιζόμενες σε «τουριστικές υποδομές», αλλά μεταβιβάσιμης τμηματικής ιδιοκτησίας. Ακόμη, δεν προσδιορίζεται τι χρήση θα έχουν οι κατοικίες αυτές αφού μεταβιβαστούν. Θα εξακολουθήσουν άραγε να παρέχονται «ξενοδοχειακές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου» και αφού πωληθούν οι κατοικίες; Το όλο εγχείρημα αυτής της φιλόδοξης «ολοκληρωμένης ανάπτυξης τουριστικών υποδομών» τείνει να εκφυλιστεί έτσι σε μεθοδευμένη οικοπεδοποίηση παραλιακών και άλλων εκτάσεων εκτός σχεδίου. Με άλλα λόγια, ορισμένοι ξενοδόχοι από παροχείς τουριστικών υπηρεσιών θα μετατραπούν σε επιχειρηματίες “real estate”, και ορισμένοι κοινοί κτηματομεσίτες θα μεταβαπτιστούν σε «τουριστικούς επενδυτές».
  9. Το περιεχόμενο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που συνοδεύει το Ειδικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη εκτίμηση και αξιολόγηση για τις συνέπειες που θα έχουν στο περιβάλλον ορισμένες ακραίες επιλογές που προτείνονται στο Ειδικό Πλαίσιο, όπως για παράδειγμα (ενδεικτικά):
  • την αύξηση της πυκνότητας της δόμησης σε εκτός σχεδίου περιοχές με προορισμό τις παραθεριστικές κατοικίες με αυξημένους συντελεστές δόμησης,
  • την πρόταση  να δημιουργούνται περιοχές παραθεριστικής κατοικίας μέσα σε προστατευόμενες περιοχές «NATURA»
  • την πρόταση να οικοδομούνται τουριστικά συγκροτήματα σε ακατοίκητα νησιά και νησίδες
  • την παράλειψη να περιλαμβάνονται στο Ειδικό Πλαίσιο τα δάση και οι δασικές εκτάσεις στις προστατευόμενες περιοχές με ειδικό καθεστώς
  • τη δημιουργία «καταδυτικών πάρκων» σε περιοχές με ευαίσθητα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Ως προς αυτά, αναφέρεται, γενικά και αόριστα, ότι «κάποια αμφιβολία δημιουργείται», χωρίς ωστόσο να παρέχονται περαιτέρω στοιχεία, δείκτες ή ενδείξεις. Στο τελικό κεφάλαιο «σύνοψη και συμπεράσματα» απαριθμεί, τέλος, και μερικές αρνητικές επιπτώσεις (σε 19 αράδες) στο τοπίο και τους οικοτόπους, τους υδατικούς πόρους, την ενέργεια. Κατά τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων όμως, «δεν προκύπτει στο επίπεδο σχεδιασμού του ειδικού πλαισίου η ανάγκη πρόσθετων μέτρων για την φιλικότερη προς το περιβάλλον εφαρμογή του»!

Συμπέρασμα

Όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν συνοπτικά, είναι προφανές ότι οι αστοχίες, οι παραλείψεις, οι αοριστίες και οι ατέλειες του Ειδικού Πλαισίου για τον Τουρισμό καθώς και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που το συνοδεύει, επιβάλλουν να αποσυρθεί, να αναθεωρηθεί και να ανασυνταχθεί, ώστε να προκύψει ένα νέο Ειδικό Πλαίσιο που θα είναι σε θέση πραγματικά να αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. Αυτό άλλωστε έχουν ζητήσει επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς, όπως ΤΕΕ, ΞΕΕ, Σύλλογος Χωροτακτών, Σύλλογος Μηχανικών ΕΟΤ, πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήσεις πολιτών.

Ο Αλέξης Χατζηδάκης είναι αρχιτέκτων-πολεοδόμος.

Advertisements