Της Δέσποινας Νάζου

O προσδιορισμός της Μυκόνου ως ‘τουριστικού τόπου’ σχετίζεται με τη μακρόχρονη παρουσία επισκεπτών με τη συνεχή κίνηση ανθρώπων, τη συνεχή συναλλαγή χρήματος και ροή εμπορευμάτων, την κατανάλωση υλικού και συμβολικού κεφαλαίου. Ως τόπος θα μπορούσε να εννοιολογηθεί ως «εθνοτοπίο» δηλαδή ως ένα τοπίο από πρόσωπα που συνιστούν τον ρευστό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε: τουρίστες, μετανάστες, εργάτες, εποχικοί κάτοικοι. Ακόμη ως ‘τόπος’ συσχετίζεται με την ανάπτυξη του (μαζικού) τουρισμού, ενός φαινομένου δηλαδή που δημιουργεί παγκόσμια δίκτυα αγοράς, εμπλέκει τις τοπικές κοινωνίες σε υπερεθνικές οικονομικές και ευρύτερα πολιτισμικές διεργασίες.

H Μύκονος απέκτησε μια συγκεκριμένη τουριστική ταυτότητα κυρίως μέσα από μια σειρά πρακτικών και Λόγων (discourses), οι οποίοι συνεχώς αναδιαμορφώνουν τα νοήματα και τις σημασίες αυτού που γίνεται αντιληπτό και αναπαρίσταται ως «τουριστικός» προορισμός. Tα MME στάθηκαν το κατεξοχήν αναπαραστατικό μέσο όπως επίσης και οι επώνυμοι και διάσημοι επισκέπτες στάθηκαν οι βασικοί φορείς/παραγωγοί αυτών των Λόγων τη δεκαετία του ’30, όταν έγιναν τα πρώτα βήματα της τουριστικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η Μύκονος, πολύ πριν από την εμπλοκή της στα παγκόσμια δίκτυα του τουρισμού , συμμετείχε σε εκτεταμένα εμποροναυτικά δίκτυα της Μεσογείου, αποτελώντας ταυτοχρόνως τόπο ανοιχτό προς διερεύνηση στους «άλλους». Επίσης υπήρξε τόπος προέλευσης μεταναστών που κατευθύνθηκαν προς την Αθήνα και την Αμερική αλλά και τόπος υποδοχής εξόριστων την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά.

Η ύπαρξη επικοινωνιακών καναλιών με ό,τι θα μπορούσε να εννοηθεί ως «ξένο», καταμαρτυρείται επίσης και σε ένα πολύ μεγάλο σώμα περιηγητικών κειμένων, Ευρωπαίων κυρίως ταξιδιώτες που επισκέφθηκαν τη Μύκονο από τον 12ο έως τον 20ό αιώνα. Η περιηγητική ματιά τους διαμόρφωσε αντιλήψεις για τον τρόπο πρόσληψης της Μυκόνου ως πολιτισμικά «αξιοπερίεργου».

Τη δεκαετία του 1930, οι επαφές με τους «άλλους» ως «τουρίστες» έγιναν με αφορμή και αιτία τον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου. Mια μορφωμένη ελίτ λογοτεχνών, καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων, εύπορων αστών που «ανακάλυπτε» τους τόπους στάθηκε η βάση πάνω στην οποία κατασκευάστηκε η οικουμενική διάσταση της Μυκόνου. Tη δεκαετία του ’50, η φήμη της ήταν διεθνής και ανεξάρτητη από τη Δήλο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με αρχές του ’70, η Μύκονος απέκτησε και μια «κοσμοπολίτικη» ταυτότητα. Στοιχεία όπως η διακριτικότητα και η ανοχή στις ηθικές αρχές των «ξένων» κατασκεύασαν τη Μύκονο ως τόπο ελευθερίας.

Το νησί μέσα στα χρόνια  προσδιορίστηκε ως «σημείο» προς κατανάλωση ενός ιδιαίτερου αισθητικού ύφους ζωής. Συγκροτήθηκε ως ο «τόπος» υποδοχής πειραματισμών σε επίπεδο κυρίως life style. Tο μη συμβατικό, και το καρναβαλικό, έγιναν τα πιο δημοφιλή στοιχεία της Μυκόνου στην κατασκευή της ως ελκυστικού τουριστικού τόπου.

Από το 1990 και μετά παγιώθηκε η εικόνα της Μυκόνου ως ανοιχτής και εκτεταμένης αγοράς τουριστικών υπηρεσιών, στην οποία πωλούνταν μια ξεχωριστή τουριστική εμπειρία. σε ομάδες  που καταναλώνουν στιλ, μόδα, και φαντασίωση.

Η αυτονόητη έως και αδιαμφισβήτητη «κοσμοπολίτικη» διάσταση της Μυκόνου αποτελεί παγιωμένη ιδεολογία για όλους σχεδόν όσους την επισκέπτονται ή την κατοικούν, αποτελεί δε, έναν ακόμη μύθο προς κατανάλωση για διαφημιστικά έντυπα και ελληνικά περιοδικά .

Ωστόσο τη δεκαετία του ’90 συντελέστηκαν αλλαγές που θέτουν τις αντιλήψεις περί «κοσμοπολιτισμού» σε νέα κοινωικοπολιτισμικά συμφραζόμενα .

Η Μύκονος έπαψε να θεωρείται κοσμοπολίτικη με την έννοια που γινόταν αντιληπτή τις προηγούμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με πολλές αφηγήσεις επισκεπτών των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά και μέσα από τον αναπαραστατικό λόγο των εντύπων της εποχής, η οικείωση με τη διαφορετικότητα του τόπου και των κατοίκων του ήταν ένας από τους σκοπούς του ταξιδιού τα πρώτα χρόνια της τουριστικής ανάπτυξης. Η επαφή με τους «άλλους» (τουρίστες) άνοιγε δρόμους αναστοχασμού της ταυτότητας πολλών επισκεπτών. H Μύκονος στάθηκε για πολλούς από αυτούς ο κατεξοχήν τόπος όπου λάμβαναν χώρα κάθε είδους «ενώσεις»: Συναντήσεις που περιλάμβαναν μια ποικιλία ανθρώπων, προϋπέθεταν διευρυμένα «όρια» –αισθητικά και ηθικά–, κινητικότητα και ανταλλαγή ιδεών· «ενώσεις» που υπονοούσαν την αποδοχή της ετερότητας και τη δημιουργία μιας αίσθησης κοινότητας ανάμεσα σε «ξένους», «ντόπιους», «επώνυμους» και «απλούς» ανθρώπους.

Η δεκαετία του ’70 είναι η χρονική περίοδος που προσδιορίστηκε από την υπέρβαση τοπικών ορίων: συμπαγή ιδεολογήματα για την εννοιολόγηση του τόπου ως «δικού μας» υποχώρησαν ή τροποποιήθηκαν. Oι «ξένοι», έστησαν επιχειρήσεις, αγόρασαν χωράφια και μερικοί επέλεξαν να μείνουν μόνιμα στο νησί.

H δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από τη μαζική έλευση Ελλήνων τουριστών – κυρίως Αθηναίων. Από τα χρόνια αυτά και έπειτα η  Μύκονος παγιώθηκε ως «τόπο/πεδίο» άσκησης των καταναλωτικών πρακτικών των νεόπλουτων Ελλήνων (και όσων μιμούνται τις αισθητικές τους επιλογές).

Mια άλλη περιοχή όπου θα μπορούσε να ανιχνευθούν τρόποι με τους οποίους συγκροτείται η κοσμοπολίτικη ταυτότητα της Μυκόνου βρίσκεται στον ενδιάμεσο χώρο που ορίζουν οι σχέσεις όσων κατοικούν στο νησί και αντιλαμβάνονται τη Μύκονο ως «τόπο διαμονής». Η Μύκονος κατοικείται από διαφορετικούς «κατοίκους», οι οποίοι την αντιλαμβάνονται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: την κατοικούν ντόπιοι, άνθρωποι δηλαδή με σχέσεις οικογενειακής καταγωγής, κοινό πολιτισμικό κώδικα, κοινή συλλογική μνήμη. Την κατοικούν επίσης οι εργαζόμενοι/νες στην τουριστική βιομηχανία της, καθώς και «Μυκονιάτες κατ’ επιλογήν». Οι οικονομικοί μετανάστες/στριες από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την Αλβανία αποτελούν μια ευδιάκριτα μεγάλη κατηγορία «ξένων» κατοίκων, ίσως τη μεγαλύτερη μετά από αυτήν των «γηγενών» Μυκονιατών. Mια άλλη μικρή πολιτισμική κατηγορία είναι αλλοδαποί –Ευρωπαίοι και Αμερικανοί- οι οποίοι δημιούργησαν επιχειρήσεις, αγόρασαν σπίτια και διαμένουν χειμώνα – καλοκαίρι στο νησί.

Tο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η βάση στην οποία συγκροτείται ο επικοινωνιακός κώδικας μεταξύ των παραπάνω κατηγοριών. Ειδικά η διερεύνηση των αντιλήψεων περί «κοσμοπολίτικου τόπου» αποκτά βαρύνουσα σημασία όταν οι σχέσεις μεταξύ «ντόπιων» και «τουριστών», και πολύ περισσότερο μεταξύ ντόπιων επιχειρηματιών και διαφόρων εργαζομένων στην τουριστική βιομηχανία του νησιού, είναι σχέσεις ασύμμετρες, ιεραρχημένες, ενταγμένες μέσα σε ένα πλαίσιο παραγωγής και άσκησης εξουσίας. Στη Μύκονο, όπως και σε κάθε τουριστικό τόπο παράγονται κοινωνικές διακρίσεις, διαμορφώνονται νέες ελίτ, δημιουργούνται αποκλεισμοί και δοκιμάζονται οι δημοκρατικές αρχές.

Είναι δε σημαντικό ότι οι ντόπιοι (που δεν είναι ομοιογενής ομάδα) αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «πολίτη του κόσμου» και την τοπική κοινωνία ως το χωνευτήρι «νεο-φυλών» και πολιτισμικών διαφορών πολύ λιγότερο απ’ ό,τι αυτοί που την επισκέπτονται. Σχεδόν ποτέ μέσα από τις αναφορές τους, αλλά και τις πρακτικές τους, δεν φάνηκε  ότι «αναγνωρίζουν» την ύπαρξη των πολιτισμικών κατηγοριών που κατοικούν στο νησί ως «δικαιούχων» της μυκονιάτικης ταυτότητας. Από αυτήν την άποψη η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων στον ίδιο τόπο/χώρο δεν σημαίνει την αυτονόητη συμμετοχή τους στον ίδιο πολιτισμικό κώδικα ούτε την κατάλυση και διάχυση ορίων μεταξύ των πολιτισμικά «ομοίων» και των «διαφορετικών».

Αυτό που  διαφαίνεται είναι ότι υπάρχει ένα κομμάτι του «οικουμενικού» ή του «κοσμοπολίτικου» το οποίο παραμένει απραγματοποίητο, και είναι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά του ζητήματος. Μπορεί η Μύκονος να αποτελεί έναν τόπο διεθνών συναντήσεων αλλά είναι αμφίβολο αν καταλύονται  τα ποικίλα πολιτισμικά/οικονομικά/πολιτικά όρια. Έχει ιδιαίτερη βαρύτητα εδώ η άποψη της Butler, η οποία τονίζει ότι «το οικουμενικό αρχίζει να διατυπώνεται, ακριβώς μέσω των αμφισβητήσεων της υπάρχουσας διατύπωσής του. Αυτές οι αμφισβητήσεις αναφύονται εκεί όπου κάποιοι δεν καλύπτονται από τον ορισμό της οικουμενικότητας, και δεν έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν τη θέση «υποκειμένου», αλλά παρ’ όλα αυτά απαιτούν η οικουμενικότητα καθαυτή να τους συμπεριλάβει»

Η Δέσποινα Νάζου είναι κοινωνική ανθρωπολόγος

Advertisements