της Ναταλίας Κουτσούγερα

Στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες η διασκέδαση άργησε να αποτελέσει το επιστημονικό πεδίο των ερευνητών επειδή βρέθηκε στον αντίποδα του χρόνου εργασίας και συνδέθηκε με τον μη-παραγωγικό χρόνο, το παιχνίδι και το μη-ορθολογικό. Έως τώρα έχει ιδωθεί μέσα από διάφορα πρίσματα (μέσα από ιθαγενείς κατηγορίες όπως για παράδειγμα η «σχόλη» και ο «ελεύθερος χρόνος») και έχει συνδεθεί με την μελέτη πολιτισμικών ομάδων, ζητήματα συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων, ταξικές και έμφυλες ταυτότητες, στιγματισμένες ταυτότητες κ.ο.κ. Στις σχετικές μελέτες η διασκέδαση συνδέεται με συμβολικά συστήματα και πρακτικές που αναφέρονται σε σχέσεις εξουσίας και στρατηγικές «πειθάρχησης» και «αυτοεπιτήρησης» των ατόμων. Ανεξάρτητα από το αν εξετάσουμε τη διασκέδαση μέσα από αναλυτικές κατηγορίες όπως το γούστο ή την κατανάλωση ή τη δούμε από την πλευρά του φορέα της δράσης ή της συλλογικότητας, ή τέλος ως πυρήνα αναπαραγωγής ή αντίστασης, θα πρέπει να την προσδιορίσουμε μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα.

Προκειμένου να τοποθετηθεί κανείς για αυτό που μπορεί να εννοιολογείται ως λαϊκή διασκέδαση χρειάζεται να ανατρέξει στην έννοια του όρου «λαϊκό», καθώς και στην προσέγγιση του «λαϊκού πολιτισμού». Ο όρος «λαϊκός» αποτελεί έναν πολυσήμαντο όρο, ενώ τα νοήματα που δίνονται στον όρο είναι κοινωνικά και ιστορικά θεμελιωμένα και συχνά, αμφίσημα. Η έννοια του «λαϊκού πολιτισμού», ως αναλυτική κατηγορία έχει ταυτιστεί κατά καιρούς με τη «μαζική κουλτούρα» και έχει τοποθετηθεί στον αντίποδα της «υψηλής κουλτούρας». Η σύνδεση του «λαϊκού» και του «λαϊκού πολιτισμού» με τη «μαζικότητα», και την «εμπορικότητα» (αλλά και το «παραδοσιακό» και το «εγγενές»), οδήγησε στο να χρησιμοποιηθεί ο όρος για να περιγραφεί το «γούστο» των «λαϊκών» τάξεων (εργάτες και μικροαστοί). Στην Ελλάδα η μετάφραση του όρου «λαϊκό» παραμένει ιδιαίτερα προβληματική. Ο όρος έχει συνδεθεί με μια εθνοκεντρική σκοπιά και είναι ιδεολογικά και ταξικά φορτισμένος. Έχει χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται εξίσου, ως ιθαγενής κατηγορία, όπως στην περίπτωση του «λαϊκού τραγουδιού».

Στην κοινωνική ανθρωπολογία, η έννοια του «λαϊκού» ως αναλυτική κατηγορία διαχωρίζεται από την ιθαγενή χρήση της. Αναγνωρίζεται ως μια προβληματική έννοια, χωρίς να είναι εύκολη η υπέρβαση των ζητημάτων που την προβληματοποιούν. Τονίζεται ωστόσο η σημασία της αποσύνδεσης του «λαϊκού», από τις επιστημονικές αναλυτικές κατηγορίες της «μαζικότητας» και της «εμπορικότητας», χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται η σημασία των εννοιών αυτών στη διαμόρφωση των σύγχρονών νοημάτων του «λαϊκού». Το ενδιαφέρον στρέφεται στις συνθήκες παραγωγής των εννοιλογήσεων του «λαϊκού», καθώς και στον ταξικό λόγο, που μπορεί να προσδιορίζει «κείμενα» και υποκείμενα ως «λαϊκά». Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι αυτό που ονομάζουμε λαϊκή διασκέδαση δεν μπορεί να οριοθετηθεί επαρκώς.

Το θέμα στο παρόν αφιέρωμα εστιάζει στην μορφή διασκέδασης που επιτελείται τη νύχτα. Στη βάση της αμφισημίας του «λαϊκού», στα πλαίσια της ελληνικής περίπτωσης, η λαϊκή νυχτερινή διασκέδαση μπορεί να ιδωθεί στην εμπλοκή της με ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένου τύπου νυχτερινά κέντρα όπως, «ελληνάδικα», «σκυλάδικα», «πίστες», αλλά και νυχτερινά κέντρα λιγότερο ταξινομημένα ως «λαϊκά», που παρουσιάζουν ένα μαζικό και δημοφιλή χαρακτήρα. Επίσης μπορεί να αφορά διάφορα είδη μουσικής («λαϊκά», βαριά «λαϊκά», ελαφρολαϊκά, σύγχρονα εμπορικά, χιπ-χοπ). Μπορεί επίσης να αφορά χωρικές ταξινομήσεις σε σχέση με τοποθεσίες νυχτερινών κέντρων που αναπαρίστανται και αναφέρονται ως «λαϊκά» στέκια (π.χ Μπουρνάζι/Πειραιάς), αλλά και δημοφιλείς τόπους διασκέδασης όπου το δημώδες μπορεί να συνυπάρχει με το υπο-πολιτισμικό και το underground (π.χ Γκάζι – Ψυρρή).

Από αυτή την οπτική, η σύγχρονη λαϊκή διασκέδαση συνδέεται με ζητήματα που αφορούν πολιτισμικές και ιστορικές εξελίξεις, ζητήματα συγκρότησης ταυτότητας (μουσικές, τοπικές και εθνοτικές ταυτότητες), τις έμφυλες σημασιοδοτήσεις των πρακτικών του «διασκεδάζειν» κ.ο.κ. Το λαϊκό και οι εκδοχές λαϊκότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ευρύτερες συνάφειες. Το κέντρο της ανθρωπολογικής ανάλυσης μετατοπίζεται σε ζητήματα «αυθεντικότητας» και αυτοαναφορικότητας των υποκειμένων, στη βάση των δικών τους ταξινομήσεων και νοηματοδοτήσεων. Έτσι οι όψεις μια λαϊκής νυχτερινής διασκέδασης, νοούνται όχι ως ενιαίο και συμπαγές κομμάτι ενός πολιτισμού, αλλά ως πολλαπλές και διαπλεκόμενες ετερότητες. Εκεί, το παραδοσιακό και το μοντέρνο συνυπάρχουν, το δημοφιλές και η υποκουλτούρα συνομιλούν, γεγονός που καθιστά τις ταυτότητες των διασκεδαζόντων ρευστές και υβριδικές.

Η Ναταλία Κουτσούγερα είναι υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας

Advertisements