του Νίκου Σουλιώτη

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι πλατείες των δυτικών προαστίων άρχισαν να συγκεντρώνουν νέους χώρους διασκέδασης. Τις «καφετέριες» και τις «παμπ» της εποχής, διαδέχθηκαν πολύβουες και λαμπερές συγκεντρώσεις καφέ, κλαμπ και μεζεδοπωλείων, με σημαντικότερο παράδειγμα, χωρίς αμφιβολία, αυτό του Μπουρναζίου στο Περιστέρι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι αντίστοιχες «πιάτσες» του ιστορικού κέντρου (Ψυρρή, στη συνέχεια Γκάζι) άρχισαν να χάνουν τον «εναλλακτικό» τους χαρακτήρα και να ανοίγονται σε ένα ευρύτερο και κοινωνικά πιο διαφοροποιημένο κοινό. Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια βαθιές αλλαγές των τρόπων διασκέδασης ευρέων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων της πρωτεύουσας. Ποιοι ήταν οι μετασχηματισμοί που υπέστη η «λαϊκή διασκέδαση» σε αυτό το διάστημα και ποιο περιεχόμενο αντιστοιχεί πλέον σε αυτή την έννοια ; Και ακόμη, άλλαξε η θέση της «λαϊκής διασκέδασης» στο συνολικό σύστημα πολιτισμικών διακρίσεων και ιεραρχιών ;

Οι μεταβολές της διασκέδασης μέσα στην πόλη μαρτυρούν πρώτα από όλα τη διεύρυνση των αγορών αναψυχής και την ενσωμάτωση μεγάλου μέρους των λαϊκών και χαμηλών-μεσαίων στρωμάτων στο καταναλωτικό τους κοινό. Η κοσμοσυρροή στις πιάτσες διασκέδασης των δυτικών προαστίων και, εν μέρει, του ιστορικού κέντρου είναι έκφανση της εμπορευματοποίησης των πρακτικών διάθεσης του ελεύθερου χρόνου των χαμηλότερων στρωμάτων της πόλης. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε τομή σε σχέση με μορφές λαϊκής αναψυχής παλαιότερων γενεών που περιστρέφονταν γύρω από τα πάρτυ, τις εκδρομές στην αττική ύπαιθρο και τη βόλτα στη γειτονιά. Ταυτόχρονα, σηματοδότησε την ένταξη των νέων των λαϊκών στρωμάτων στα ίδια κυκλώματα κυκλοφορίας καταναλωτικών προτύπων με τα ανώτερα και μεσαία στρώματα. Οι «παμπ» στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στη δεκαετία του 80, τα καφέ «ιταλικού τύπου» στα τέλη του 80 και στις αρχές του 90, τα «ελληνάδικα» και τα «μεζεδοπωλεία» στη συνέχεια, διαδόθηκαν, στο πλαίσιο της γενικότερης εξάπλωσής τους στην πόλη, και στα δυτικά προάστια. Αλλά και μέσα από το «άνοιγμα» των γειτονιών του ιστορικού κέντρου, τα χαμηλότερα στρώματα συμμετείχαν στις διαδικασίες συγκρότησης ενός κοινού αστικού φαντασιακού με αναφορά στην «παλιά Αθήνα», το οποίο σηματοδότησε μια σχετική ενοποίηση σε επίπεδο ταυτοτήτων των γόνων των εσωτερικών μεταναστών της μεταπολεμικής περιόδου.

Η σύγκλιση αυτή των λαϊκών στρωμάτων με τα μεσαία και ανώτερα στρώματα στο πεδίο της κατανάλωσης μέσα από την ενσωμάτωσή τους στις πολιτιστικές αγορές δεν ήταν παρά η πολιτισμική έκφραση των μεταβολών που γνώρισε η κοινωνικο-επαγγελματική δομή των δυτικών προαστίων : κατά τις δεκαετίες 1980-1990 τμήματα των λαϊκών στρωμάτων της Αθήνας μετακινήθηκαν από τα χειρωνακτικά επαγγέλματα στις υπηρεσίες, στις χαμηλές υπαλληλικές θέσεις αλλά και σε μεσαίες ή ανώτερες υπαλληλικές θέσεις. Η πιο χαρακτηριστική, ίσως, συνέπεια αυτής της διαδικασίας ήταν η επικράτηση στο πεδίο της αναψυχής μιας λογικής «εκσυχρονισμού» των λαϊκών τρόπων διασκέδασης σύμφωνα με τις προσδοκίες που συνεπάγεται το βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο, η οποία αναδείχθηκε σε βασικό μηχανισμό της παραγωγής νέων «μοδάτων» χώρων (όπως το μεζεδοπωλείο, τα ελληνάδικα και οι νεο-ταβέρνες). Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η αναζήτηση της «αυθεντικής» λαϊκής διασκέδασης σε παλιά κουτούκια, ταβερνάκια, σκυλάδικα κ.λπ. από μέλη των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων στο πλαίσιο μιας ασύνειδης προσπάθειας συμφιλίωσης με την λαϊκή κοινωνική καταγωγή.

Από την άποψη της κοινωνικής ανάμειξης, η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι έφτασε σε μια κορύφωση στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τότε, νέοι με βελτιωμένη κοινωνικο-επαγγελματική θέση των δυτικών προαστίων επεδίωξαν να έρθουν σε επαφή με τους τρόπους διασκέδασης των υψηλότερων στρωμάτων επισκεπτόμενοι στον ελεύθερο χρόνο τους περιοχές όπως το Κολωνάκι και η Γλυφάδα. Την ιδιαίτερη αυτή όμως μεταβατική «στιγμή» του κοινωνικού χρόνου διαδέχθηκε η παγίωση μιας κατάστασης με κάπως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Καθώς η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή του τόπου κατοικίας (κυρίως για λόγους πρόσδεσης στα οικογενειακά δίκτυα), η ζήτηση για «πολυτελέστερες» υπηρεσίες διασκέδασης εκφράστηκε τοπικά, στα όρια των δυτικών προαστίων. Αυτή υπήρξε η δύναμη που στήριξε τη δημιουργία των περιοχών διασκέδασης σε αυτό το κομμάτι της πόλης. Με τη διαφορά, όμως, ότι επανέφερε με άλλο τρόπο μια κοινωνικο-γεωγραφική οριοθέτηση των τρόπων διασκέδασης, δεδομένου ότι οι μετακινήσεις των νέων των δυτικών προαστίων περιορίστηκαν ξανά στις περιοχές κατοικίας τους. Επιπλέον, το επιχειρηματικό δυναμικό που δραστηριοποιήθηκε στις νέες πιάτσες δεν περιλάμβανε επιχειρηματίες των «καλών» περιοχών της πόλης και των τουριστικών νησιών, οι οποίοι δεν είχαν να περιμένουν ενίσχυση της φήμης τους από ένα πέρασμα από τα δυτικά προάστια. Αυτό άφησε το πεδίο ανοιχτό σε «τοπικούς» επιχειρηματίες, οι οποίοι ήταν είτε παλιοί καταστηματάρχες, είτε, πολύ περισσότερο, νέοι επιχειρηματίες που αναδείχθηκαν από τις τάξεις των νεαρών καταναλωτών και των εργαζομένων σε χώρους διασκέδασης.

Τα χαρακτηριστικά αυτά των περιοχών διασκέδασης των δυτικών προαστίων προσδιόρισαν τους όρους πρόσληψης των τρόπων διασκέδασης που διαδίδονται στην πόλη, οδηγώντας σε μια σειρά διαφοροποιήσεις σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις μεσοστρωματικές και εύπορες περιοχές. Ίδιες πρακτικές και τύποι χώρων αποκτούν διαφορετικές αποχρώσεις στα δυτικά προάστια. Χαρακτηριστικά όπως η «ελαστικότερη» επιλογή της πελατείας στην «πόρτα», η κάπως «άκομψη» ρητή αναφορά στην «πολυτέλεια» και την «χλιδή» (κάτι που π.χ. εκφράζεται σε ονόματα κλαμπ ή καφέ του τύπου «VIP», «Privé» κ.λπ.), και η έντονη σωματικότητα του λαϊκού «ξεφαντώματος» αναδιοργανώνουν τη σήμανση των κοινωνικών ανισοτήτων σε ένα σύστημα λεπτότερων πολιτισμικών διακρίσεων εντός της αγοράς της αναψυχής. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο του μετασχηματισμού των υποβαθμισμένων περιοχών του ιστορικού κέντρου τα ανώτερα στρώματα διαχωρίζονται χρονικά, καθώς σε μια πρώτη φάση, πριν το «άνοιγμα» των περιοχών αυτών στο ευρύ κοινό, κυριαρχούν «εναλλακτικοί» αλλά κοινωνικά επιλεκτικοί χώροι διασκέδασης. Τα όρια αυτής της μαζικής διασκέδασης των λεπτών διακρίσεων διαγράφονται σε δύο σημεία που αντιστοιχούν στα (εν πολλοίς νέα) άκρα της κοινωνικής ιεραρχίας : Στο κάτω άκρο, βρίσκονται οι αγορές υπηρεσιών αναψυχής των μεταναστών, οι οποίοι στο κοινωνικο-επαγγελματικό πεδίο κατέλαβαν τις χειρωνακτικές θέσεις που εγκατέλειψαν μερικώς τα γηγενή λαϊκά στρώματα. Στο ανώτερο άκρο, συναντούμε ορισμένες πολιτισμικές πρακτικές των οικονομικών ελίτ (συλλογή έργων τέχνης, σύσταση μη-κερδοσκοπικών ιδρυμάτων), οι οποίες είτε εγγράφονται στην κοινωνικά κλειστή αγορά τέχνης, είτε μετατοπίζονται εκτός των διευρυμένων και, πλέον, μαζικών πολιτισμικών αγορών (στην περίπτωση των μη-κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων).

Info

Σουλιώτης Νίκος, «Κατασκευάζοντας πολυτελείς χώρους διασκέδασης σε ένα λαϊκό προάστιο. Κοινωνιολογική προσέγγιση των οικονομικών πρακτικών της αγοράς του Μπουρναζίου στο Περιστέρι», Δοκιμές. Επιθεώρηση Κοινωνικών Σπουδών, τ. 13-14/2005, σ. 41-60.

Ο Νίκος Σουλιώτης είναι διδάκτορας κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Advertisements