της Ναταλίας Κουτσούγερα

Πώς συνδέονται η «αυθεντικότητα» και η «λαϊκότητα»; Ποια η σχέση τους ως πτυχή ταυτότητας που συγκροτείται και επιτελείται σε «ελληνάδικα», νυχτερινά κέντρα του Μπουρναζίου στην Δυτική Αττική; Aυτή τη μορφή νυχτερινής διασκέδασης, οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις, ενός επίσημου «λόγου» (ΜΜΕ, Κρατικές Πολιτιστικές Πολιτικές), την οριοθετούν ως «λαϊκή». Ταυτόχρονα ορίζεται ως λαϊκή και από τους συμμετέχοντες σε αυτή, στην πλειοψηφία τους νέους της Δυτικής Αττικής που κατά αντιστοιχία προσδιορίζονται αλλά και αυτοπροσδιορίζονται, «λαϊκά παιδιά». Οι σημασίες ωστόσο του λαϊκού και της λαϊκότητας δεν είναι ταυτόσημες και δίνονται διάφορες ερμηνείες ως προς τις ιδιότητες των «λαϊκών».

Τα περισσότερα «ελληνάδικα» του Μπουρναζίου  κάνουν χρήση της  ελληνικής και ξένης εμπορικής μουσικής (π.χ ελληνική ποπ / «λαϊκά» / «ελαφρολαϊκά» / τσιφτετέλια / oriental / hip-hop / R&B) από δημοφιλείς ερμηνευτές που προβάλλονται από τα ελληνικά media. Ωστόσο τα κλαμπ αυτά δεν είναι όλα πανομοιότυπα και κατά συνέπεια ούτε και το συμμετέχων κοινό, αν και οι επίσημες αναπαραστάσεις παρουσιάζουν το κοινό αυτό ως ομοιόμορφο.  Για παράδειγμα υπάρχουν πολλές ταξινομήσεις του κοινού σε σχέση με το είδος διασκέδασης που προσφέρεται μέσα στα κλάμπ όσο και έξω από αυτά: τη μουσική, τις ηλικίες, την ένδυση, τον τρόπο κατανάλωσης, τον βαθμό περιθωριοποίησης, κ.ο.κ.

Ενδιαφέρουσες είναι οι ίδιες οι νοηματοδοτήσεις των διασκεδαζόντων, όσον αφορά έναν «λαϊκό» και «αυθεντικό» εαυτό. Οι δυο αυτές εκδοχές ταυτότητας συνυπάρχουν και εναλλάσσονται και κατά κάποιον τρόπο αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Για παράδειγμα  κάποιος αναφέρει: «Είμαι λαϊκό παιδί γιατί είμαι αληθινός και ανοικτός. Ντόμπρος». Αυτή αποτελεί ενδεικτική δήλωση σύνδεσης της «λαϊκότητας» με τη συναισθηματικότητα και την αισθαντικότητα. Τη δυνατότητα να συμπεριφερθεί κάποιος άνετα κατά τη διάρκεια της νυχτερινής του διασκέδασης, να είναι ο εαυτός του, σε σχέση πάντα με κάποιους «άλλους» που ορίζονται ως «δήθεν» και «το παίζουν» ότι ανήκουν σε ανώτερες κατηγορίες. Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που διαχωρίζουν τον εαυτό τους από τις αρνητικές συνδηλώσεις του «λαϊκού» (κακή εμφάνιση, ελλιπής μόρφωση): «Εγώ είμαι λαϊκός στο μυαλό, αληθινός και αυτό που έχω να πω θα στο πω. Στο Μπουρνάζι επικρατεί όμως το άσχημο λαϊκό. Σκοτώνουν τα ελληνικά και από εμφάνιση, τρίχα και καδένα.».

Οι εκφάνσεις της λαϊκότητας και οι νοηματοδοτήσεις ενός «αυθεντικού» εαυτού, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τις νυχτερινές επιτελέσεις στο Μπουρνάζι. Η Μαρία για παράδειγμα επιδιώκει να εμπλακεί σε επιθετικούς διαλόγους (με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο) με τους άνδρες πελάτες, καθώς και να χορέψει επάνω στο μπαρ, για να δημιουργήσει εντυπώσεις, να τους «τρελάνει» και να «αφήσει το σημάδι της»: «χορεύω για την πάρτη μου», λέει, έτσι ώστε να τη «θυμούνται για την ντομπροσύνη» της. Με τον τρόπο αυτό επιτελεί τον αυθεντικό εαυτό της. Η μουσική, το τουμπελέκι, αποτελεί την υπόκρουση στην επιτέλεση του αυθεντικού εαυτού επάνω στο μπαρ.

Ο Μανώλης με τσιγγάνικη καταγωγή χρησιμοποιεί τα «τσιγγάνικα» που μιλούν για τον πόνο και την μοναξιά στη μεγαλούπολη. «Αυτή είναι μουσική για αληθινούς άντρες!» όπως λέει. Για το Μανώλη η επιτέλεση του αυθεντικού συνεχίζεται και έξω από το κλαμπ, μέσα στο αμάξι του (το οποίο το μετατρέπει συνεχώς με φώτα και καινούργιο ηχοσύστημα). Εκεί βάζοντας την μουσική στο τέρμα χρησιμοποιεί την μουσική όπως και η Μαρία για να δημιουργήσει εντυπώσεις στους «έξω». Η μουσική αποτελεί για τους περισσότερους βασικό όχημα αυθεντικότητας και της επιτέλεσης της.

Η Ναταλία Κουτσούγερα είναι υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας

Advertisements