Όταν μιλάμε για επιχειρηματικότητα δεν αναφερόμαστε ούτε στον μεμονωμένο επιχειρηματία, ούτε στο επιχειρείν. Το στοιχείο που διακρίνει την έννοια, έγκειται στο γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα διδάσκεται ή τέλος πάντων επιχειρείται να διδαχθεί. Βέβαια και σήμερα πολλοί άνθρωποι σπουδάζουν το πως θα οργανώσουν και διοικήσουν μια επιχείρηση (οι φοιτητές των σχολών Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων). Αυτοί όμως οι άνθρωποι εκπαιδεύονται προκειμένου να εργαστούν σε επιχειρήσεις κάποιου μεγέθους, κατά κανόνα ως υπάλληλοι, ως μισθωτοί (συχνά ακριβοπληρωμένοι). Ο βασικός στόχος των σχολών Διοίκησης Επιχειρήσεων είναι να εκπαιδεύσουν αυτούς που θα καταλάβουν τις μεσαίες και υψηλότερες θέσεις της ενδοεπιχειρησιακής ιεραρχίας.

Το κοινό όμως των σεμιναρίων επιχειρηματικότητας είναι άλλο και χωρίζεται σχηματικά σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τον έμπορο, τον επιπλοποιό, τον ιδιοκτήτη συνεργείου, όχι όμως τον γιατρό, τον πολιτικό μηχανικό, τον δικηγόρο. Τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας αφορούν όσους έχουν μια επιχείρηση, και μάλιστα μικρή. Εδώ τα σεμινάρια παίρνουν τη μορφή πρακτικών συμβουλών μάνατζμεντ και μάρκετινγκ. Είναι χρήσιμα αυτά τα σεμινάρια για όσους τα παρακολουθούν; Η απάντηση φαίνεται να είναι «αναλόγως που θα πέσεις, μπορεί να μάθεις και κάτι, μπορεί όμως είναι να χάσεις το χρόνο σου» (βλ. άρθρο του Γ. Ευτυχίου). Η δεύτερη κατηγορία είναι οι μαθητές σχολείου. Ο στόχος εδώ δεν είναι οι πρακτικές συμβουλές σχετικά με το «επιχειρήν», αλλά η κατανόηση της οπτικής του επιχειρηματία και της επιχείρησης, η οποία βέβαια διακρίνεται από την οπτική του μισθωτού, θέση στην οποία που κατά κανόνα αυτοί οι μαθητές θα βρεθούν στο μέλλον. Σε αυτή την περίπτωση το μάθημα μετατρέπεται σε χυδαία ιδεολογική προπαγάνδα (βλ. το άρθρο του Χρ. Λάσκου). Τέλος υπάρχουν και οι άνεργοι. Εδώ η επιχειρηματικότητα συνιστά τη διέξοδο, ο στόχος είναι η παροχή πρακτικών συμβουλών στο πως θα ανοίξεις μία επιχείρηση.

Εάν εξαιρέσουμε την πρώτη κατηγορία, τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας που αφορούν τους μαθητές και τους άνεργους εντάσσονται σε μια οικονομική φιλοσοφία που ανέδειξε την έννοια της επιχειρηματικότητας σε κεντρικό πυλώνα. Στη βάση αυτή, εμπειρικές έρευνες επιχείρησαν να συνδέσουν την επιχειρηματικότητα με την οικονομική ανάπτυξη. Κάθε έρευνα όμως έχει και άρρητες παραδοχές, που έως ένα σημείο μπορεί να προκαθορίσουν το αποτέλεσμα (βλ. το άρθρο της Ελ. Παπαδοπούλου). Η περίπτωση της επιχειρηματικότητας είναι ακόμη πιο δύσκολη, αφού πρόκειται για μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ως προς το επιστημονικό της στάτους έννοια (βλ. το άρθρο του Ηλ. Ιωακείμογλου).

Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι γιατί μια τόσο αμφιλεγόμενη έννοια αναδείχθηκε σε κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης; Είναι μόνο το ιδεολογικό στοιχείο; Η απάντηση, μάλλον πρέπει να αναζητηθεί εκτός του α-ιστορικού χώρου της φιλοσοφίας και της ιδεολογίας. Η απάντηση μάλλον πρέπει να αναζητηθεί εντός της ιστορίας, στην περίπτωσή μας της εντελώς πρόσφατης ιστορίας. Είναι αυτή τελικά που θα αποδώσει στην επιχειρηματικότητα το ιδεολογικό της πρόσημο.

Το φαινόμενο της μαζικής ανεργίας εμφανίστηκε στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, αρχικά με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1975. Τότε ακόμη παρέμενε κυρίαρχο το κεϋνσιανό παράδειγμα, στόχος του οποίου ήταν και η διασφάλιση από το κράτος της πλήρους απασχόλησης. Η επιδείνωση όμως των οικονομικών συνθηκών, η εκλογή της Θάτσερ το 1979, η κατάρρευση της κυβέρνησης συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών-Φιλελεύθερων στην Δ. Γερμανία το 1981 και η κυριαρχία των δεύτερων, η αποτυχία του «πειράματος Μιτεράν» το 1983 και η στροφή της γαλλικής οικονομικής πολιτικής σε φιλελεύθερα μονοπάτια, η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1981 και η εκτόξευση των ποσοστών ανεργίας σε διψήφια νούμερα, αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα μια θεμελιακή μετατόπιση στον τρόπο πρόσληψης του φαινομένου της ανεργίας από τις κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Είναι πλέον σαφές ότι το 1984 η ανεργία δεν γινόταν αντιληπτή ως ένα παροδικό φαινόμενο αλλά ως ένα φαινόμενο που θα χαρακτηρίζει τις δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες για τα επόμενα χρόνια. Αυτή η αλλαγή θεώρησης είχε ως αποτέλεσμα την ρητή πλέον εγκατάλειψη του στόχου της πλήρους απασχόλησης. Ακριβώς αυτό το κενό ήρθε να καλύψει η «επιχειρηματικότητα» η οποία αρχίζει τότε να εμφανίζεται ως έννοια στα επίσημα κείμενα. Με άλλα λόγια η ανάδειξη της επιχειρηματικότητας σε κεντρικό πυλώνα της πολιτικής απασχόλησης ουσιαστικά σημαίνει την εξατομίκευση του κόστους προσαρμογής σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, την εξατομίκευση της ανεργίας, την εξατομίκευση των στρατηγικών αντιμετώπισής της. Αυτό είναι το στοιχείο που τις προσδίδει το ιδεολογικό της πρόσημο, που συνδέει την προπαγάνδα στα σχολεία με τα προγράμματα ενίσχυσης των νέων επιχειρηματιών. Δεν είναι μόνο η έννοια, είναι το ειδικό βάρος που κατέχει στο εσωτερικό της οικονομικής πολιτικής, είναι και το γιατί το απέκτησε.

Advertisements