του Γιώργου Ευτυχίου

Τα τελευταία χρόνια μέσω των προγραμμάτων των κοινοτικών πλαισίων στήριξης προωθείται μεταξύ άλλων η θεμελίωση και ανάπτυξη της δια βίου εκπαίδευσης. Μέρος της χρηματοδότησης κατευθύνεται σε προγράμματα που αφορούν στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων.

Η προσπάθεια ενίσχυσης αυτών των επιχειρήσεων με κοινοτικούς πόρους, μέσω της επιμόρφωσης των επιχειρηματιών και των εργαζομένων σε αυτές, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Από τη μία αναγνωρίζει την ανάγκη υποστήριξης ενός σημαντικού μέρους της Ελληνικής οικονομίας με ευρεία κοινωνική διαστρωμάτωση και από την άλλη επιχειρεί να μεταφέρει θεωρητικές γνώσεις και τεχνογνωσία που τόσο πολύ λείπει από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Και ενώ αυτού του είδους η προσπάθεια θα μπορούσε να έχει θετικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις που απευθύνεται, η προσέγγιση από πλευράς των φορέων που έχουν επιφορτισθεί με την εφαρμογή της, είναι αποσπασματική και ανεπαρκής. Η απουσία έρευνας που θα αποκάλυπτε τις πραγματικές ανάγκες αυτού του συγκεκριμένου κομματιού της αγοράς είναι εμφανής και δημιουργεί ουσιαστικά εμπόδια στην επίτευξη των στόχων των προγραμμάτων.

Με τον εκτελεστικό σχεδιασμό να έχει αφεθεί σε ανθρώπους που δεν έχουν ούτε γνώση ούτε συναίσθηση των πραγματικών αναγκών της αγοράς το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ακόμη άρρωστης κατάστασης μέσω της οποίας το κράτος προσπαθεί να εξυπηρετήσει πελατειακούς μηχανισμούς με πρόσχημα την εκπαίδευση και όχημα τα κοινοτικά κονδύλια.

Η έλλειψη κατηγοριοποίησης των επιχειρήσεων ανά κλάδο αγοράς με τη συνεπακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού των επιμέρους αναγκών που δημιουργεί, θέτει σημαντικά προβλήματα στην υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων ικανών να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες των συμμετεχόντων. Το αποτέλεσμα είναι επαγγελματικές ομάδες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά να οδηγούνται σε κοινά σεμινάρια επιμορφωτικού χαρακτήρα που τελικά δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες κανενός.

Από τα συνοδευτικά συγγράμματα που αποτελούν κακές συρραφές ξεπερασμένων ακαδημαϊκών βιβλίων ως και το εξοντωτικό ωρολόγιο πρόγραμμα αυτών των προγραμμάτων η απουσία οποιουδήποτε σχεδιασμού είναι φανερή και ενοχλητική. Τέλος, συντριπτική πλειοψηφία των εισηγητών αδυνατεί να αντεπεξέλθει ουσιαστικά στις απαιτήσεις αυτού του τύπου των προγραμμάτων μιας αφού τόσο η θεωρητική τους κατάρτιση όσο –κυρίως- και η επαφή τους με την αγορά είναι περιορισμένη.

Σε αυτό το θέατρο του παραλόγου, οι μεν εκπαιδευτές προσπαθούν να διεκπεραιώσουν την όλη διαδικασία με αυτοσκοπό την συμπλήρωση του εισοδήματός τους μέσω των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι δε εκπαιδευόμενοι να βρουν τις μαγικές συνταγές που θα τους βγάλουν από τη μίζερη πραγματικότητα της επιχειρηματικής καθημερινότητας.

Κι όμως, η θεμελίωση και ουσιαστική ανάπτυξη της δια βίου εκπαίδευσης στις μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις μπορεί να λειτουργήσει ως υποστηρικτικός μοχλός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας σε αυτό το εξασθενημένο κομμάτι της Ελληνικής οικονομίας. Με σχεδιασμό που θα ξεκινά από την έρευνα των πραγματικών αναγκών ανά κλάδο αγοράς, θα αποτυπώνει τις ελλείψεις και τις απαιτήσεις σε εκπαιδευτικό επίπεδο των επιμέρους επαγγελματικών ομάδων και θα δημιουργεί προσαρμοσμένα προγράμματα που θα απευθύνουν ουσιαστικά και πρακτικά τα σύγχρονα προβλήματα των μικρομεσαίων και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Με εκπαιδευτές που θα μπορούν να προσφέρουν μέσω και της εμπειρίας στον τομέα που απευθύνονται στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου ικανού ν’αντεπεξέλθει στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στις διάφορες αγορές.

Τα κοινοτικά κονδύλια για την ενίσχυση, μέσω της εκπαίδευσης, της επιχειρηματικότητας των μικρών επιχειρήσεων είναι διαθέσιμα. Μένει ν’ αποδειχθεί πόσο αποφασισμένοι είναι οι επιμέρους φορείς όχι απλά να διεκπεραιώσουν την απορρόφησή τους αλλά και να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση αυτού του κομματιού της ελληνικής οικονομίας.

Ο Γιώργος Ευτυχίου είναι οικονομολόγος

Advertisements