της Έλενας Παπαδοπούλου

Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί την εισαγωγή σε έκθεση του ΟΟΣΑ (2006) με θέμα «Κατανόηση της Επιχειρηματικότητας: δημιουργία δεικτών για διεθνείς συγκρίσεις και εκτιμήσεις»: «Υπάρχει ένα διάχυτο ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα σε όρους άσκησης οικονομικής πολιτικής, ακόμα και στο εσωτερικό του ΟΟΣΑ. Οι ερευνητές διαφωνούν ως προς τη σχέση ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, φαίνεται ότι όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα, ακόμα κι αν η σύνδεση της με την ανάπτυξη δεν είναι σαφής».

Όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα

Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας ως στρατηγικός στόχος που διατυπώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας το 2000, μετουσιώθηκε στην Πράσινη Βίβλο για την Επιχειρηματικότητα το 2003, στην Ευρωπαϊκή  Ατζέντα για την Επιχειρηματικότητα το 2004 και σε πολυάριθμα κείμενα οικονομικής πολιτικής σε Ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, συνεχίζει να αποτελεί ζητούμενο στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εχέγγυο καινοτομίας, οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, αύξησης της απασχόλησης και  (για να περιοριστούμε στο κομμάτι που κυρίως μας απασχολεί σ’ αυτό το κείμενο) οικονομικής ανάπτυξης,. Συνοπτικά, το επιχείρημα είναι ότι η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας σε διάφορα επίπεδα (από την παροχή οικονομικών κινήτρων για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού για την επιχειρηματική δράση οικονομικού περιβάλλοντος μέχρι την «καλλιέργεια» της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως αξίας/τρόπου σκέψης και ως επαγγελματικής επιλογής) ενεργοποιεί ένα μηχανισμό που παράγει ανάπτυξη. Ως εδώ καλά, αν δεχτούμε επιπλέον ότι αυτός ο μηχανισμός πράγματι υπάρχει και λειτουργεί με αυτό τον τρόπο. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι δυνατή η εμπειρική θεμελίωση αυτού του ισχυρισμού; Και επιπλέον, τι σημαίνει αυτό για την οικονομική πολιτική; Προκειμένου να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα θα στηριχτούμε σε σχετικές μελέτες Διεθνών Οργανισμών (ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, Ε.Ε.), στα κείμενα του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας (1) και σε κάποιες βασικές ακαδημαϊκές θεωρητικές και εμπειρικές έρευνες.

Συμφωνούμε ότι διαφωνούμε

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εισαγωγή κάθε κειμένου σχετικού με τη μελέτη της επιχειρηματικότητας τονίζεται η έλλειψη συναίνεσης γύρω από την έννοιά της (2). Εκείνο που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι η θεωρητική παραδοχή που γίνεται σχετικά με τον ορισμό έχει μια σειρά από επακόλουθα, το σημαντικότερο από τα οποία είναι η δυσκολία προσδιορισμού κοινής μονάδας μέτρησης, η συλλογή των αντίστοιχων στατιστικών στοιχείων και η εμπειρική θεμελίωση της σχέσης ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και βασικά μεγέθη της οικονομίας μεταξύ των οποίων και η ανάπτυξη (3).

Θεωρητικά και εμπειρικά συμπεράσματα

Η θετική σχέση μεταξύ επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης στη βιβλιογραφία συνδέεται συχνά με τις έννοιες της παραγωγικότητας και της καινοτομίας. Σ’ αυτά τα υποδείγματα ο επιχειρηματίας αντιλαμβάνεται ότι στην αγορά υπάρχει ευκαιρία για κέρδος είτε λόγω της εισαγωγής ενός νέου προϊόντος/υπηρεσίας είτε μιας καινοτόμου διαδικασίας. Επιπλέον προτείνεται ότι η επιχειρηματικότητα οδηγεί τις λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις εκτός αγοράς γρηγορότερα.  Η σχέση εξάλλου της καινοτομίας με την ανάπτυξη (innovation-driven growth) είναι πιο σαφής και εμπειρικά θεμελιωμένη. Ωστόσο, στην ανάλυση αυτή υπάρχουν δύο άρρητες παραδοχές: 1. ότι μπορούν να βρεθούν μηχανισμοί που να ενισχύουν την «παραγωγική» επιχειρηματικότητα έναντι της προσοδοθηρίας (rent-seeking) και 2. ότι οι συνθήκες στην οικονομία είναι τέτοιες που προκρίνουν την επιχειρηματικότητα ευκαιρίας (opportunity entrepreneurship) έναντι της επιχειρηματικότητας ανάγκης (necessity entrepreneurship). Η μεν επιχειρηματικότητα ευκαιρίας σχετίζεται με την καινοτομία και έχει θετική επίδραση στην ανάπτυξη, δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την επιχειρηματικότητα ανάγκης η οποία αναπτύσσεται σε περιόδους ανεργίας και χαμηλών οικονομικών επιδόσεων για να καλύψει την αδυναμία εύρεσης μισθωτής απασχόλησης. Το οικονομικό περιβάλλον  επομένως (επίπεδο ανάπτυξης, θεσμοί, νομική προστασία, χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ.) αποτελεί αντίστροφα σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα της επιχειρηματικότητας και άρα καθιστά τη σχέση αιτιότητας μεταξύ των δύο μεγεθών αμφίδρομη.

Μια άλλη κατηγορία μοντέλων που καταλήγουν στην αναγνώριση θετικής συσχέτισης είναι και τα λεγόμενα μοντέλα διττής οικονομίας (dual economy models) που αφορούν το μετασχηματισμό της οικονομίας από παραδοσιακή σε μοντέρνα (οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες και τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου). Η συνεισφορά του επιχειρηματία στην ανάπτυξη σε αυτά τα μοντέλα σχετίζεται με την υψηλότερη οριακή ροπή για αποταμίευση και την απομίμηση (imitation) ως τρόπου μεταφοράς της γνώσης και της τεχνολογίας. Και σε αυτή την περίπτωση οι σχετικές υποθέσεις έχουν σημασία: 1. είναι πράγματι η οριακή ροπή για αποταμίευση των επιχειρηματικών υψηλότερη από αυτή των εργαζομένων, 2. επανεπενδύονται τα κέρδη με τρόπο τέτοιο ώστε να επεκτείνεται η «μοντέρνα» οικονομία, 3. είναι η τεχνολογία εύκολα και ανέξοδα διαθέσιμη και 4. είναι η επιχειρηματικότητα εξωγενής ή ενδογενής παράγοντας σ’ αυτή τη διαδικασία ανάπτυξης;

Οι εμπειρικές μελέτες από την άλλη πλευρά είναι πιο περιορισμένες λόγω της δυσκολίας ποσοτικοποίησης και μέτρησης του μεγέθους. Τα ευρήματά τους ωστόσο οδηγούν σε ορισμένα ακόμα χρήσιμα συμπεράσματα. Όταν η προσέγγιση (proxy) που χρησιμοποιείται είναι σχετική με την καινοτομία (για παράδειγμα όταν η επιχειρηματικότητα μετριέται με τον αριθμό των πατεντών), η σχέση που προκύπτει είναι θετική. Το ίδιο δε συμβαίνει όταν η επιχειρηματικότητα προσεγγίζεται για παράδειγμα με την αυτοαπασχόληση. Η σχέση με την ανάπτυξη που προκύπτει σ’ αυτή την περίπτωση είναι αρνητική.

Βλέποντας το θέμα από την πλευρά της οικονομικής πολιτικής ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαριστεί και έχει να κάνει με τους επιδιωκόμενους στόχους. Σ’ αυτό το πλαίσιο δε μιλάμε μόνο για οικονομική μεγέθυνση σε όρους αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ αλλά για πολλά άλλα πράγματα όπως είναι η περιφερειακή ανάπτυξη, η μείωση της ανεργίας, η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων όπως για παράδειγμα οι γυναίκες ή οι νέοι άνεργοι. Η σχέση της επιχειρηματικότητας με αυτά τα μεγέθη είναι ενδιαφέρον ζήτημα και σαφώς σχετίζεται με συγκεκριμένους στόχους οικονομικής πολιτικής, αλλά πρέπει από μόνο του να αποτελέσει αντικείμενο μιας άλλης ανάλυσης. Είναι βασικό θέμα να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε να πετύχουμε αλλά και για ποια πράγματα είμαστε τελικά πεπεισμένοι. Ως προς τη σχέση επιχειρηματικότητας και οικονομικής ανάπτυξης η ασάφεια είναι φανερή. Όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα, αλλά για ποιο λόγο;

(1) Το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Επιχειρηματικότητας (Global Entrepreneurship Monitor) δημιουργήθηκε το 1997 με σκοπό τη συλλογή εναρμονισμένων διεθνών στοιχείων σε σχέση με την επιχειρηματικότητα και με βασικούς σκοπούς: τη μέτρηση των διαφορών στο επίπεδο της επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφόρων χωρών, προσδιορισμό των παραγόντων που καθορίζουν τα επίπεδα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και την εισήγηση πολιτικών που ενισχύουν τα εθνικά επίπεδα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην Ελλάδα, στα πλαίσια αυτού του Προγράμματος του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου, ο ΙΟΒΕ πραγματοποιεί ετήσια μελέτη για την επιχειρηματικότητα.

(2) Για να πάρουμε κάποια παραδείγματα: «επιχειρηματικότητα είναι η δραστηριότητα του ατόμου που έχει ως αποτέλεσμα την καινοτομία» (μια απλοποιημένη εκδοχή του κλασικού ορισμού της «δημιουργικής καταστροφής» του Schumpeter<!–[if !supportFootnotes]–>[1]<!–[endif]–>), «ο τρόπος σκέψης και η διαδικασία που απαιτείται για να δημιουργηθεί και να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα συνδυάζοντας το ρίσκο, τη δημιουργικότητα και/ ή την καινοτομία με την χρηστή διαχείριση σε ένα νέο ή υπάρχοντα οργανισμό» (o ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), «η προσπάθεια του ατόμου να δημιουργήσει μια νέα επιχείρηση συμπεριλαμβανομένης και κάθε προσπάθειας για αυτοαπασχόληση» (ο ορισμός που δίνει το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο της Επιχειρηματικότητας)

(3) Το στοιχεία του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας -που συλλέγονται με τη μέθοδο των ερωτηματολογίων σε δείγμα από 2000 έως 42000 άτομα (ανάλογα με το μέγεθος της χώρας)- θεωρούνται από τα πιο αξιόπιστα και χρήσιμα για διεθνείς συγκρίσεις. Δεν παύουν ωστόσο να έχουν προβλήματα. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται από τον ΟΟΣΑ που τα τελευταία δύο χρόνια κάνει συστηματική δουλειά για τη δημιουργία δεικτών μέτρησης της επιχειρηματικότητας που στηρίζεται σε διαφορετικό ορισμό και μέτρηση της επιχειρηματικότητας από αυτή του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου.

Η Έλενα Παπαδοπούλου είναι οικονομολόγος

Διαβάστε ακόμη

1. Audretsch, D. B. (2002), Entrepreneurship: A Survey of the Literature, prepared for the European Commission, Enterprise Directorate.

2. Autio Erkko, Wong Poh Kam ,Ho Yuen Ping, Entrepreneurship, Innovation and Economic Growth: Evidence from GEM data, Small business Economics 2005.

3. Autio Erkko, GEM: Global Report on High-Growth Entrepreneurship 2007

4. Bosma Niels, Jones Kent, Autio Erkko and Levie Jonathan, GEM: Executive Report 2007

5. OECD Statistics Directorate, Understanding Entrepreneurship: Developing Indicators for International Comparisons and Assessments Report on the OECD’s Entrepreneurship Indicators Project and Action Plan

6. Salgado-Banda, Héctor (2007), Entrepreneurship and Economic growth: an empirical analysis, Journal of Developmental Entrepreneurship,

7. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών (2004), Πρόγραµµα δράσης: Η ευρωπαϊκή ατζέντα για την επιχειρηματικότητα

8. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων (2003), Πράσινη Βίβλος για την Επιχειρηματικότητα στην Ευρώπη

Advertisements