Του Δημήτρη Γούλα

Από την αρχική Συνθήκη της ΕΟΚ μέχρι σήμερα, η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον κοινωνικό τομέα, κυρίως στο πεδίο του εργατικού δικαίου, χαρακτηρίζεται από τον μονίμως παρακολουθηματικό χαρακτήρα της σε σχέση με την εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς. Κατά το αρχικό στάδιο, οι ιδρυτές της Κοινότητας αποσκοπούσαν βασικά στην οικοδόμηση της κοινής αγοράς και ευελπιστούσαν πως η κοινωνική πρόοδος και το υψηλό επίπεδο απασχόλησης και αμοιβών θα απέρρεαν αυτόματα από τη λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Η κοινοτική παρέμβαση στο πεδίο του εργατικού δικαίου ήταν σαφώς περιορισμένη και αφορούσε κυρίως ρυθμίσεις συμπληρωματικές των θεμελιωδών ελευθεριών της Συνθήκης. Η διάψευση των προσδοκιών και οι κοινωνικές πιέσεις που συσσώρευσε οδήγησαν στη θέσπιση ενός κύματος κοινοτικών οδηγιών θεμελιωδών για τον κανονιστικό κορμό της κοινοτικής εργατικής νομοθεσίας (για την ισότητα των αμοιβών, την ισότητα των φύλων, τις ομαδικές απολύσεις, τη μεταβίβαση επιχείρησης, την αφερεγγυότητα του εργοδότη, την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων) και προετοίμασε το έδαφος για τις θεσμικές τροποποιήσεις που επέφερε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και τις (διακηρυκτικού χαρακτήρα) διατάξεις του Κοινοτικού Χάρτη θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων (1989). Ωστόσο, παρά τη σχετική κινητικότητα που παρατηρήθηκε στη δεύτερη αυτή φάση, η κοινωνική διάσταση της Κοινότητας παρέμεινε ατροφική.

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οικονομική διάσταση της Κοινότητας διευρύνθηκε θεαματικά, με την προώθηση της οικονομικής, τελωνειακής και νομισματικής ένωσης των κρατών μελών, ενώ η κοινωνική της διάσταση εξυπηρετήθηκε κυρίως από το Κοινωνικό Πρωτόκολλο, το οποίο (για τα 11 από τα 12 κράτη μέλη, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου που αντέδρασε) αφενός διεύρυνε θεσμικά τις κοινοτικές αρμοδιότητες στα κοινωνικά θέματα και αφετέρου αναγνώρισε τον κοινωνικό διάλογο και τις συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως νέα διαδικασία θέσπισης κοινοτικών κανόνων δικαίου. Ωστόσο, τομείς του σκληρού πυρήνα των εργασιακών σχέσεων, όπως το ύψος των μισθών, οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και το δικαίωμα απεργίας, αποκλείστηκαν ρητά από τις κοινοτικές αρμοδιότητες. Κατόπιν, το Κοινωνικό Πρωτόκολλο ενσωματώθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενώ προστέθηκε ένα νέο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Απασχόληση». Σύμφωνα με αυτό, στο πεδίο της απασχόλησης η αρμοδιότητα παραμένει στα κράτη μέλη, ενώ η Κοινότητα αναλαμβάνει το συντονισμό των κρατών μελών ως προς την υιοθέτηση κοινών πολιτικών προώθησης της απασχόλησης, με διαδικασία στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το Συμβούλιο και η Επιτροπή, και κάνοντας χρήση κυρίως ρυθμιστικών εργαλείων χαλαρής δεσμευτικότητας.

Θεμελιώδεις στόχοι της κοινοτικής πολιτικής απασχόλησης είναι η ενίσχυση της απασχόλησης, σε επίπεδο προσφοράς όσο και ζήτησης εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό συνδέεται στενά με τις οικονομικές πολιτικές της Κοινότητας και λειτουργεί καταρχήν απορρυθμιστικά για το παραδοσιακό σύστημα εργατοδικαιικής προστασίας. Κύρια πεδία ενεργοποίησής της είναι η βελτίωση της δυνατότητας απασχόλησης (απασχολησιμότητα) μέσω της επαρκούς κατάρτισης και διαρκούς επιμόρφωσης τόσο των εργαζόμενων όσο και των ανέργων –έτσι ώστε να παρακολουθούν τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς εργασίας σε εξειδικευμένο προσωπικό–, η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, με τη λήψη μέτρων φορολογικής και κοινωνικοασφαλιστικής διευκόλυνσης της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, η εξάλειψη των διακρίσεων, η προώθηση της κινητικότητας και της προσαρμοστικότητας κλπ.

Καθώς η μεταγενέστερη Συνθήκη της Νίκαιας αγνόησε τα ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, η επόμενη ευκαιρία για την ενίσχυση του κοινωνικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάστηκε με το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρώπης, το οποίο, παρά τα κάποια μάλλον θετικά σημεία του (πρωτίστως την ενσωμάτωση του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων), ορθά επικρίθηκε για τη ρητή πρόταξη της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού ως θεμελιωδών στόχων της Ένωσης, χωρίς αντίστοιχη αναφορά στην ισχυρή κοινή ευρωπαϊκή παράδοση του κοινωνικού κράτους. Αλλά και μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος, ο κόσμος της εργασίας δεν μπορεί να ευελπιστεί άμεσα σε σημαντική μεταβολή των θεσμικών προτεραιοτήτων, καθώς αντίστοιχες διακηρύξεις και σταθμίσεις υιοθετεί και η (ήδη υπό έγκριση από τα κράτη μέλη) Τροποποιητική Συνθήκη της Λισαβόνας. Ήδη άλλωστε, τόσο η πρόσφατη οδηγία για την απελευθέρωση των υπηρεσιών, όσο και η προϊούσα ελαστικοποίηση των κοινοτικών ρυθμίσεων για το χρόνο εργασίας (65ωρο) μαρτυρούν πως το μεγαλύτερο βάρος στις πολιτικές αποφάσεις βρίσκεται στο απέναντι ζύγι.

Οι ραγδαίες αλλαγές στην οργάνωση του κεφαλαίου επιτάσσουν την προσαρμογή των προστατευτικών κανόνων του εργατικού δικαίου και την αναθεώρηση θεμελιωδών εννοιών του (όπως διεύρυνση της έννοιας του εξαρτημένου εργαζόμενου και του εργοδότη). Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική δεν επιτυγχάνει να απαντά με ολοκληρωμένες πολιτικές παρεμβάσεις και συνδυασμένα νομικά εργαλεία στην αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων και δομών. Αντίθετα, η μονοδιάστατη ανάπτυξη της αγοραίας διάστασης της Ένωσης φαίνεται να χρωματίζεται καθοριστικά από το πολιτικο-οικονομικό δόγμα, στον αξιολογικό ορίζοντα του οποίου η ρύθμιση ισοδυναμεί αναγκαστικά με κόστος και η προστασία με ανεργία.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι παραδοσιακές προστατευτικές εργασιακές ρυθμίσεις δεν βρίσκουν προνομιακό πεδίο ανάπτυξης. Η στρατηγική της Λισαβόνας και η πρόσφατη Πράσινη Βίβλος για την απασχόληση έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την αύξηση της απασχόλησης με το συνδυασμό ευελιξίας και ασφάλειας (flexicurity). Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτού του είδους οι ρυθμιστικές πρωτοβουλίες της ΕΕ εκπορεύονται σχεδόν στο σύνολό τους όχι από ειδικές διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, αλλά από πολιτικές αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων –πρωτίστως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου Υπουργών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής— στο πλαίσιο των γενικών κατευθύνσεων που χαράσσει η Συνθήκη.

Κύριο χαρακτηριστικό της νέας τάσης αποτελεί η μετάβαση από την προστασία στην ασφάλεια και από τη μόνιμη θέση εργασίας, πλήρους απασχόλησης και επαρκούς βιοποριστικής αξίας, στην «απασχολησιμότητα» του μισθωτού, η οποία εξυπηρετείται ως επί το πλείστον με προσωρινές, ανασφαλείς και υποαμειβόμενες θέσεις εργασίας (α-τυπικής κυρίως, π.χ. stage, «μπλοκάκι»). Το νέο μοντέλο λοιπόν επιδιώκει όχι τόσο την προστασία της υπόστασης και των όρων της συγκεκριμένης θέσης εργασίας αλλά την υποκειμενική και αντικειμενική διευκόλυνση του μισθωτού στην ανεύρεση νέας δουλειάς. Τούτο επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της διαρκούς επιμόρφωσής του, με το σκεπτικό πως το εξειδικευμένο προσωπικό αποδεικνύεται πιο ανθεκτικό στη φυγόκεντρο της παγκοσμιοποίησης, μετακυλίοντας όμως έτσι ουσιαστικά το κόστος των απολύσεων στο κοινωνικό σύνολο –πολύ συχνά στον ίδιο τον απολυμένο.

Σε θεσμικό επίπεδο, η κρατούσα τάση εντοπίζεται στην όλο και συχνότερη αξιοποίηση μέτρων που συνδυάζουν χαλαρή δεσμευτικότητα και ευελιξία πολιτικών επιλογών, ωστόσο παραμένει ο φόβος πως οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να περιορίσουν ακόμη περισσότερο το επίπεδο κοινωνικής προστασίας προς τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, επιτυγχάνοντας ουσιαστικά σύγκλιση των κρατών μελών ως προς την ευελιξία και απόκλιση ως προς την προστασία, υπό την πίεση του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και των σειρήνων του κοινωνικού dubbing.

Είναι αλήθεια πως οι μέχρι σήμερα ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου κοινωνικής προστασίας έχουν λειτουργήσει προστατευτικά σε κρίσιμους τομείς του εργατικού δικαίου (ιδίως σε κράτη με ασθενική κοινωνική προστασία, όπως η Ελλάδα). Ωστόσο η αδυναμία ευρύτερης αξιοποίησης της προστατευτικής φοράς του εργατικού δικαίου σε κοινοτικό επίπεδο προς εξυπηρέτηση της εργασίας των ανθρώπων έχει πολιτικές αιτίες. Ως εκ τούτου η μεταστροφή των θεσμικών επιδιώξεων της ΕΕ προϋποθέτει ουσιαστική μετατόπιση του πολιτικού και ιδεολογικού κέντρου βάρους της.

Ο Δημήτρης Γούλας είναι υποψήφιος διδάκτορας εργατικού δικαίου

Advertisements