των Βασίλη Πεσμαζόγλου και Γιώργου Σταθάκη

Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών είναι αποτέλεσμα μακράς πρωτόγνωρης ιστορικής διαδικασίας, που αρχίζει με τις μεταπολεμικές διεργασίες και συζητήσεις που κατέληξαν, το 1957, στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Στο αρχικό στάδιο, η ΕΟΚ των 6 ιδρυτικών κρατών είχε στόχο την επίτευξη τελωνειακής ένωσης:  δηλαδή πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου ανάμεσα στα μέλη της και θέσπιση κοινής δασμολογικής πολιτικής για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. (Δηλαδή, ενώ το γαλλογερμανικό εμπόριο θα γινόταν χωρίς κανένα δασμό, οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ θα επιβαρύνονταν από τον έναν ενιαίο κοινό δασμό).

Παράλληλα, στην πρώτη δεκαετία λειτουργίας της, η ΕΟΚ θέσπισε κοινές πολιτικές, εξ ων σπουδαιότερη υπήρξε η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), που αποσκοπούσε στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής και τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος μέσω επιδοτήσεων και εγγυημένων τιμών. Τα παραπάνω αποτελούσαν ένα είδος «ιστορικού συμβιβασμού» μεταξύ των συμφερόντων της γερμανικής βιομηχανίας και της γαλλικής γεωργίας.

Η πρώτη φάση ενοποίησης ολοκληρώθηκε στη διάρκεια της «χρυσής δεκαετίας» του 1960, που χαρακτηρίστηκε από οικονομική ανάπτυξη, κρατικό παρεμβατισμό, πλήρη απασχόληση και σχετική κοινωνική ισορροπία.

Ακολούθησε η δύσκολη δεκαετία του 1970, με τις διαδοχικές πετρελαϊκές κρίσεις και στασιμότητα στην ενοποιητική διαδικασία -παρά την ένταξη τριών νέων μελών, εξ ων η Βρετανία.

Νέα ώθηση θα δοθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980: με το Πρόγραμμα της Εσωτερικής Αγοράς και την παράλληλη δημιουργία των «Διαρθρωτικών Ταμείων», που χρηματοδοτούνται από έναν ενισχυμένο κοινοτικό προϋπολογισμό, επιχειρούνται:

Α. Η «εμβάθυνση» της ήδη υπάρχουσας τελωνειακής ένωσης, με την κατάργηση πληθώρας εθνικών «κρυπτοπροστατευτικών» μέτρων και τη δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

Β. Η γενναία μεταβίβαση πόρων, με στόχο την κοινωνική και περιφερειακή «συνοχή».

Ενώ το πρώτο αποτελεί εγχείρημα απελευθέρωσης της αγοράς, το δεύτερο εμπνέεται από παρεμβατική αναπτυξιακή φιλοσοφία εξισορρόπησης περιφερειακών κυρίως ανισοτήτων (στην Ελλάδα κατέληξε στα γνωστά ΚΠΣ).

Η δεκαετία του 1990 σημαδεύεται από σημαντικές εξελίξεις, με προεξέχουσα τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Πέραν της θέσπισης του ονόματος ΕΕ και της πρόβλεψης κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας (που καρκινοβατεί), εγκαινιάζει τη διαδικασία της ΟΝΕ.

Ακολουθώντας πιστά το χρονοδιάγραμμα και τα κριτήρια ένταξης, θα δημιουργηθεί, από το 2001, η «Ευρωζώνη» των 12 και στη συνέχεια περισσοτέρων κρατών με κοινό νόμισμα το ευρώ. Οι χώρες αυτές υποχρεώνονται να ευθυγραμμίζονται με το Σύμφωνο Σταθερότητας, που δεν επιτρέπει το δημόσιο έλλειμμα να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ.

Συγχρόνως, την ίδια περίοδο, με την  κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μπαίνουν σε τροχιά ένταξης στην ΕΕ, που θα ολοκληρωθεί στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την πρόσφατη διεύρυνση. Αυτή συνεπάγεται πύκνωση των συναλλαγών Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης αλλά και ανακατανομή των πόρων Συνοχής προς τις κατά πολύ φτωχότερες αυτές χώρες.

Σκέψεις:

1. Το παρελθόν, παρόν και μέλλον της ΕΕ αποτελούν πολύπλοκη και πολυεπίπεδη διαδικασία, όπου συχνά δεσπόζει η συγκυρία και η ιστορική στιγμή. Τα πρώτα βήματα της νεοσύστατης ΕΟΚ, που λεγόταν μάλιστα «Κοινή Αγορά», είχαν άξονα το ελεύθερο εμπόριο στη (Δυτική) Ευρώπη και αντλούσαν από τις μεταπολεμικές συζητήσεις στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ. Τώρα πλέον, η τελωνειακή ένωση φαίνεται τόσο δεδομένη που δεν συζητείται πια, αν και αποτελεί θεμέλιο του όλου οικοδομήματος.

2. Η ΟΝΕ αποτελεί λογική συνέχεια της ολοκλήρωσης στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, καθότι εξαλείφει τη  δυνατότητα υποτίμησης των νομισμάτων.  Συγχρόνως, φέρει τη σφραγίδα της εποχής της: στήθηκε σε μια εποχή κυριαρχίας νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων περί δημοσιονομικής πειθαρχίας, πράγμα που αντανακλάται στους αυστηρούς κανόνες του αμφιλεγόμενου Συμφώνου Σταθερότητας.

Σήμερα, καθώς γράφονται αυτά, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα αυτορρύθμισης των αγορών, πυροδοτώντας εξελίξεις που πιθανόν να επηρεάσουν τη λειτουργία της ΕΕ-ΟΝΕ. Το εγχείρημα «ΕΟΚ-ΕΕ-ΟΝΕ» μπορεί να ιδωθεί σαν μεγάλο πείραμα του οποίου η μελλοντική πορεία ίσως επιφυλάσσει εκπλήξεις.

3. Προφανώς η ΕΕ έχει πολιτική διάσταση. Έχουμε να κάνουμε με εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από εθνικά κράτη σε υπερεθνικό κέντρο λήψης αποφάσεων (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ζητήματα εμπορίου ή ανταγωνισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη νομισματική πολιτική, όπως επιτόκιο και συναλλαγματική ισοτιμία). Συγχρόνως, ιδεολογικά, η όλη διαδικασία, που αποτελεί εξαρχής και προγραμματικά άρνηση των ευρωπαϊκών εθνικισμών, έχει αποκτήσει πρόσφατα μια νεοφιλελεύθερη χροιά, που αποτυπώνεται, αλλά και παγιώνεται, σε πολλές διατάξεις, στο προτεινόμενο Ευρωσύνταγμα στις διάφορες εκδοχές του.

4. Η ΕΕ απαρτίζεται από πολλά παράλληλα πεδία δράσης. Η μεγάλη ελεύθερη αγορά ευνοεί το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, ενώ η πολιτική συνοχής ευνοεί φτωχότερες περιοχές (αλλά όχι αναγκαστικά φτωχότερα στρώματα). Οι «κανόνες του παιχνιδιού», ο βαθμός και το περιεχόμενο της (εθνικής ή υπερεθνικής) παρέμβασης αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης σε μια αέναη διαπραγμάτευση όπου αποτυπώνονται οι εκάστοτε συσχετισμοί πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

5. Παρά τους περιορισμούς που απορρέουν από την ΕΕ-ΟΝΕ, οι δυνατότητες του εθνικού κράτους δεν είναι αμελητέες: λ.χ., ακόμα και τηρώντας το δημοσιονομικό όριο του αυθαίρετου 3%, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια στον προϋπολογισμό, ως προς το ύψος εσόδων και δαπανών, αλλά και ως προς την κατανομή τους (λ.χ. φοροδιαφυγή-φορολογικοί συντελεστές, αμυντικές-κοινωνικές ή περιβαλλοντικές δαπάνες).

6. Ο περιορισμός του οικονομικού ρόλου του κράτους που απορρέει από τη νεοφιλελεύθερα «σημαδεμένη» ΟΝΕ, σε συνδυασμό με πρακτικές ελαστικής αγοράς εργασίας, οδηγεί σε επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων (αντίστοιχα φαινόμενα συμβαίνουν πιο έκδηλα στις ΗΠΑ). Από την άλλη, ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα, ο κρατισμός έχει συχνά οδηγήσει σε πελατειακές πρακτικές, διαφθορά και κάθε άλλο παρά «προοδευτικές» δημόσιες σπατάλες.

7. Γενικά, η ΕΕ μπορεί να εκληφθεί ως ένα είδος περιφερειακής οικονομικής ενοποίησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, που διαφέρει από την παράλληλη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, τη γενικευμένη δηλαδή ραγδαία αύξηση των διεθνών συναλλαγών, κυρίως λόγω της πιο οργανωμένης θεσμικής της πλαισίωσης. Κατά πόσον το βεληνεκές της ευρύτερης παγκοσμιοποίησης θα αποδειχθεί ισχυρότερο, περιορίζοντας τελικά την περιφερειακή-ευρωπαϊκή διάσταση; Κατά πόσον η παρούσα κρίση σεισμικών διαστάσεων θα ενισχύσει τις φυγόκεντρες ή τις κεντρομόλες δυνάμεις στο εσωτερικό της ΕΕ/ΟΝΕ; Ίδωμεν.

Ο Βασίλης Πεσμαζόγλου είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Ο Γιώργος Σταθάκης είναι οικονομολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Advertisements