Μια συζήτηση για την ψυχική ασθένεια εκκινά αναπόδραστα από ζητήματα δικαιωμάτων, λόγω των πολλαπλών εξαναγκασμών που οι δικαιικές επιταγές και οι ψυχιατρικές πρακτικές προδιαγράφουν για το ψυχικά πάσχον υποκείμενο. Ο ψυχικά ασθενής βρίσκεται με μεγάλη συχνότητα αντιμέτωπος με την επιβολή ιατρικών πράξεων, περιοριστικών μέτρων και πρακτικών ιδρυματικής βίας, που κάθε άλλο παρά εταίρο στη θεραπευτική διαδικασία τον καθιστούν: απομονώσεις, φυσικές καθηλώσεις, υποχρεωτική φαρμακοθεραπεία, ακούσιες νοσηλείες, μεταγωγές με χειροπέδες σε περιπολικά αντί για ασθενοφόρα και παρατεταμένοι εγκλεισμοί σε θεραπευτικά καταστήματα χωρίς δικονομικές εγγυήσεις, δημιουργούν εύλογη σύγχυση μεταξύ των θεραπευτικών σκοπών και των φυλακτικών επιλογών.

Στο πεδίο αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας συστηματικά εγγράφηκαν λογικές περί επικινδυνότητας και ανάγκης προστασίας της δημοσίας ασφάλειας, έναντι των οποίων τα ατομικά δικαιώματα του ψυχικά νοσούντος ατόμου βρέθηκαν να υποχωρούν και οι ποιότητες της ιδιότητας του πολίτη να φθίνουν. Στη σπειροειδή διαδικασία μεταξύ εγκλεισμού και κοινωνικού αποκλεισμού, ο ψυχικά πάσχων κατέληξε να ακυρώνεται ως νομικό και ιατρικό υποκείμενο και να τρέπεται σε μέσο για την προστασία της δημόσιας τάξης και την άσκηση κοινωνικού ελέγχου. Η ποιοτική απόκλιση από το πρότυπο της κοινωνικά προσαρμοσμένης συμπεριφοράς, σε μια κοινωνία που απομονώνει το διαφορετικό, αναπόφευκτα οδήγησε στο στιγματισμό της ψυχικής ασθένειας ως κοινωνικής παρέκκλισης και την κατάταξη των φορέων της στις ομάδες υψηλής επικινδυνότητας. Τη στιγμή όμως που οι ψυχικές διαταραχές τείνουν ολοένα αυξανόμενες και ευθέως συνδέονται με τις ίδιες τις δομές της κοινωνίας και τις εντός της παθογένειες (στρες, μακροχρόνια ανεργία, ανασφάλεια, κοινωνική αποξένωση), η συζήτηση για μια νέα ολιστική προσέγγιση και διαχείριση της ψυχικής ασθένειας επανέρχεται με επιτακτικό πλέον τρόπο.

Η πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας δεν αφήνει περιθώρια λανθασμένης εκτίμησης για τις μέχρι σήμερα αναπτυσσόμενες πολιτικές ψυχικής υγείας:  υποχρηματόδοτηση, εγκατάλειψη των δομών αποασυλοποίησης, αδυναμία ή αδιαφορία για την διασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινοτικών μονάδων ψυχικής υγείας, τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και ανασφάλεια των εργαζομένων, υποβάθμιση των υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, διατήρηση του ασυλικού προτύπου, μη προώθηση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και πρόληψης, καθυστέρηση εφαρμογής της τομεοποίησης και παράλειψη ανάπτυξης δράσεων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Το περίφημο εθνικό σχέδιο «Ψυχαργώς», που καταρτίστηκε το 1997 στη βάση ενός διαρκούς και ανά δεκαετία αναθεωρητέου προγραμματισμού για την προώθηση του αποϊδρυματισμού και του εκσυγχρονισμού του συστήματος παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, έχει ήδη εισέλθει στη φάση αναζήτησης κονδυλίων μετά το πέρας της συγχρηματοδοτούμενης από το Γ’ ΚΠΣ περιόδου και το πέρασμα της χρηματοδότησης της λειτουργίας των υφιστάμενων δομών στον ίδιο τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Το μέλλον, λοιπόν, της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης παραμένει αβέβαιο, αλλά και ο απολογισμός των μέχρι σήμερα δράσεων έχει να επιδείξει αποτελέσματα υποπολλαπλάσια της αρχικής στοχοθεσίας και ανισοβαρώς κατανεμημένα στο φάσμα δραστηριοποίησης φορέων του δημοσίου και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

Στο παρόν τεύχος αναδεικνύουμε ορισμένες από τις πτυχές των ζητημάτων που αναπτύσσονται κατά μήκος της αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας, δίνοντας έμφαση στον τιμωρητικό χαρακτήρα από τον οποίο διαπνέεται η θεραπεία (ακούσια νοσηλεία κατόπιν εισαγγελικής αίτησης και μέτρο ασφαλείας του ποινικού δικαίου για τη φύλαξη των «επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια» ακαταλόγιστων), καθώς και την αποτίμηση της πορείας της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, εντοπίζοντας τις κυριότερες ελλείψεις και ανεπάρκειες αλλά και τις προτεινόμενες πολιτικές. Από το διάλογο αυτό δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι άμεσα εμπλεκόμενοι στη θεραπευτική διαδικασία, δηλαδή οι εργαζόμενοι των ψυχιατρικών δομών. Κυρίως όμως δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ίδιοι οι χρήστες των υπηρεσιών ψυχικής υγείας∙ και αν στερεοτυπικά «χρεώνεται» στους ψυχικά πάσχοντες η απουσία ενσυναίσθησης, η αδυναμία δηλαδή συνείδησης της παθολογικής τους κατάστασης, ίσως αντίστροφα καταφέρουμε μέσα από την δική τους οπτική να αντιληφθούμε την παθολογία του ίδιου του συστήματος ψυχικής υγείας.

Advertisements