του Κώστα Κοσμάτου

Το μέτρο ασφαλείας του άρθρου 69 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τη φύλαξη σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα του ακαταλόγιστου εκείνου δράστη που απαλλάχθηκε από την ποινή ή τη δίωξη για το αδίκημα που τέλεσε (λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης), εφόσον κρίνεται επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια. Η απόφαση για την επιβολή του μέτρου ασφαλείας είναι αθωωτική, ενώ το μέτρο διαρκεί «όσο χρόνο το επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια» (άρθρο 70 Π.Κ.).

Διακηρυγμένος σκοπός του μέτρου ασφαλείας αποτελεί όχι ο κολασμός του δράστη (όπως στην ποινή) αλλά η προφύλαξη της κοινωνίας από την επικίνδυνη συμπεριφορά και η θεραπεία του υφιστάμενου το μέτρο. Τα μέσα για την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού (ακούσιος χαρακτήρας, χώρος και συνθήκες υλοποίησης του μέτρου) και τα αποτελέσματά τους και σε πρακτικό επίπεδο, όπως είναι η παγίωση της θέσης για την ανευθυνότητα των ψυχασθενών, η εξάρτηση της επιβολής του μέτρου από την βαρύτητα του εγκλήματος που τελέστηκε, η αναγκαστική θεραπεία του ασθενούς σε χώρο που αναγνωρισμένα δυσκολεύει το θεραπευτικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα «ειδικά» φυλακτικά χαρακτηριστικά έκτισης του μέτρου ασφαλείας, φαίνεται πως δεν συνάδουν στον θεραπευτικό προσανατολισμό του μέτρου ασφαλείας.

Πολύ περισσότερο δεν φαίνεται να έχει σχέση η διάρκεια του μέτρου με την θεραπευτική μεταχείριση του ψυχικά ασθενή: κατά το άρθρο 70 Π.Κ., αποκλειστικό κριτήριο για την συνέχιση ή μη του μέτρου αποτελεί η επικινδυνότητα του εγκλείστου και όχι η κατάσταση της υγείας του. Ερευνητικά δεδομένα, εξάλλου, αποδεικνύουν ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου εξαρτάται κυρίαρχα από το είδος του εγκλήματος που τελέστηκε: όσο πιο βαρύ είναι το αδίκημα, τόσο οι πιθανότητες ευδοκίμησης της αίτησης για λήξη του μέτρου μειώνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το στοιχείο του είδους του εγκλήματος που τελέστηκε κυριαρχεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη συνηγορεί υπέρ της λήξης του μέτρου ή επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια του ψυχιατρικού ιδρύματος να παράσχει αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση στον έγκλειστο.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι το μέτρο ασφαλείας του εγκλεισμού σε ψυχιατρικό ίδρυμα αποτελεί ουσιαστικά μια «καλυμμένη ποινή», με την διαφοροποίηση ότι ο έγκλειστος ακαταλόγιστος ψυχασθενής δεν απολαμβάνει των «ευεργετημάτων» του ποινικού κρατουμένου (π.χ. μετατροπή ή αναστολή της ποινής, το ορισμένο του χρόνου έκτισης, απόλυση με όρο, άδειες). Το σχήμα αυτό όχι μόνο ματαιώνει κάθε θεραπευτική προσέγγιση του ψυχικά ασθενή, αφού το κρίσιμο στοιχείο για τον εγκλεισμό του αποτελεί ο βαθμός της επικινδυνότητας και όχι η πορεία της υγείας του, αλλά θέτει σε δοκιμασία τη φιλελεύθερη λειτουργία του ποινικού δικαίου, που αφορά στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η στέρηση της ελευθερίας για θεραπευτικούς λόγους αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και λαμβάνει χώρα με αυξημένες προϋποθέσεις, με πρώτιστη αυτή την ύπαρξη της ασθένειας και για χάρη του θεραπευτικού αποτελέσματος. Η αναγκαστική νοσηλεία με το πρόσχημα μόνο της «επικίνδυνης συμπεριφοράς» δεν θα πρέπει να είναι ανεκτή σε ένα κράτος δικαίου.

Το ερώτημα που εύλογα γεννιέται ως προς τη μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου και την εφαρμογή του έχουν σχέση όχι μόνο με το «ποιός και πώς θα το αλλάξει», αλλά και με το με το «ποιός και πώς θα το εφαρμόσει». Η απάντηση που μπορεί να δοθεί έχει σχέση με τον ρόλο του κοινωνικού αιτήματος και της διεκδίκησης ως αφετηρίας στην παραγωγή και εφαρμογή των νόμων. Η τροποποίηση της νομοθετικής ρύθμισης των άρθρων 69 και 70 Π.Κ. και η εφαρμογή της προϋποθέτουν τη μεταβολή της κυρίαρχης άποψης για τον «επικίνδυνο» ψυχικά ασθενή -η οποία ενισχύεται ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ- όπου ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής του είναι ο εγκλεισμός του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η μεταβολή της θέσης σε κοινωνικό επίπεδο για τον ψυχικά ασθενή από τον «κίνδυνο που διασαλεύει τον κοινωνικό ιστό» σε «ασθενή φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων» αποτελεί μάλλον την ασφαλέστερη δικλείδα για την ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος.

Ο Κώστας Κοσμάτος είναι διδάκτορας νομικής, δικηγόρος

Advertisements