Του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

Για 25 περίπου χρόνια η ψυχιατρική «μεταρρύθμιση» της χώρας, βασισμένη αποκλειστικά στην απορρόφηση των σχετικών κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, έχει οδηγήσει στη δημιουργία και την παγίωση, πλέον, μιας κατάστασης που επιδιώκει (χωρίς να το καταφέρνει πάντα) να παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα των πραγμάτων, αφήνοντας την ουσία αμετάβλητη.

Ποιος θα έπρεπε να είναι ο στόχος μιας πραγματικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης;

Ας πούμε, συνοπτικά, η δημιουργία ενός συστήματος υπηρεσιών όπου ο ψυχικά ασθενής θα έπαυε να «εισέρχεται ως ‘πρόσωπο’ και να μετατρέπεται σε ‘πράγμα’», αλλά θα αναγνωριζόταν και θα τύγχανε περίθαλψης ως ‘πρόσωπο’. Ένα σύστημα που θα βασίζονταν σε τέτοιους πόρους (ποιοτικούς και ποσοτικούς), εκπαίδευση και κουλτούρα, ώστε, πρώτο αυτό, να μπορεί ν’ αναγνωρίζει ότι η τρέλα είναι μια ανθρώπινη κατάσταση, το ίδιο όπως και ο λόγος, καθώς η απαίτηση από την κοινωνία ν’ ανοίξει «χώρο» (υλικό και συμβολικό) για την τρέλα και για την αποδοχή του κάθε είδους «διαφορετικού», είναι συνυφασμένη με την προαγωγή εκείνων των προσεγγίσεων (θεωρητικών και πρακτικών) που «επιτρέπουν» ν’ ακουστεί η φωνή της, ο δικός της εναλλακτικός λόγος, μέσα από την έμπρακτη αμφισβήτηση των πρακτικών που την ακυρώνουν και την εκμηδενίζουν.

Γιατί η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση» είναι εικονική και ψευδεπίγραφη; Ας μιλήσουν οι αριθμοί. Περίπου 3000 ψυχικά ασθενείς (από τους περίπου 5000 εγκλείστους στη δεκαετία του ’90) έχουν μεταφερθεί τα τελευταία χρόνια από τα δημόσια ψυχιατρεία σε 400 στεγαστικές μονάδες στην κοινότητα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν τρία μικρά ψυχιατρεία, δυο ακόμα να είναι κοντά στο κλείσιμο, ενώ ο αριθμός των κλινών στα τρία μεγαλύτερα έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Αλλά ως προς το ζητούμενο, τη δημιουργία, δηλαδή, κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ριζικά εναλλακτικών στον εγκλεισμό (αλλά, θα λέγαμε, και στο μονόλογο των ειδικών), δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτα. Η συνομιλία με τον ψυχικά πάσχοντα εξακολουθεί να γίνεται, πρωτίστως, με την αναγκαστική νοσηλεία (μέσω του εισαγγελέα και της αστυνομίας, με τις χειροπέδες και τα τμήματα μεταγωγών), πίσω από κλειδωμένες, ακόμα, πόρτες, με τους μηχανισμούς της ιδρυματικής βίας (δέσιμο και απομόνωση) σε πλήρη άνθηση όπως πάντα. Φαίνεται απίστευτο ότι, μετά 25 χρόνια, οι αναγκαστικές νοσηλείες αποτελούν το 60% περίπου του συνόλου των εισαγωγών στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (σε άλλες χώρες της Δ. Ευρώπης είναι γενικώς κάτω από 10%), ενώ το 40-50% των εισαγωγών είναι επανεισαγωγές.

Έτσι, η «μεταρρύθμιση» δεν ήταν παρά μεταφορά κλινών από τα ψυχιατρεία στις στεγαστικές μονάδες, χωρίς κανένα συστημικό μετασχηματισμό:

– με στεγαστικές μονάδες υποχρηματοδοτημένες, που πολλές από αυτές λειτουργούν, στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, με τον παλιό ασυλικό τρόπο,

– με νοσοκομεία που βουλιάζουν στα ελλείμματα και στα χρέη, με δραματικές ελλείψεις σε προσωπικό [μόνο για το ΨΝΑ (Δαφνί), η επίσημη ιστοσελίδα του αναφέρει 409 κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτών, επί συνόλου 897 κενών οργανικών  θέσεων. Ακόμα κι αν υπολογιστούν οι συμβασιούχοι αορίστου χρόνου και οι έχοντες προσωποπαγή θέση, ο αριθμός των κενών θέσεων νοσηλευτικού προσωπικού. εξακολουθεί να είναι πάνω από 200].

Καθώς το σύστημα παραμένει ανίκανο να προσφέρει σφαιρική φροντίδα, πρόληψη και στήριξη στην κοινότητα, οι απολύτως απαραίτητες κοινωνικές παροχές (για τους ψυχικά πάσχοντες και τις οικογένειές τους) καταρρέουν και οι θέσεις εργασίας είναι όνειρο θερινής νυκτός. Το αίτημα για παροχή υπηρεσιών  ψυχικής υγείας ανάγεται στις περισσότερες κλίνες για εγκλεισμούς (αίτημα που γίνεται ορατό με το αίσχος των ράντζων), ενώ ήδη διαφαίνεται, ως άμεση προοπτική, μια δραματική αύξηση του αριθμού των εμφανών ή αφανών αστέγων, με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Από τα τείχη του εγκλεισμού στους χώρους του κοινωνικού αποκλεισμού (με περιοδική επιστροφή στους χώρους του εγκλεισμού), χωρίς καμιά πολιτική κοινωνικής ένταξης και ενσωμάτωσης. Είναι σαφές ότι, και στο πρόβλημα της λεγόμενης «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», δεν υπάρχει τεχνική λύση, αλλά πολιτική και κοινωνική /κινηματική λύση.

Ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου είναι ψυχίατρος, διευθυντής του 9ου ψυχιατρικού τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής.

Advertisements