της Ελένης Καλαφάτη

Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που αυτοαποκαλούνται και διαφημίζονται ως «κολέγια», «ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης» κλπ., μέχρι την ψήφιση του τελευταίου νόμου, τον Ιούλιο του 2008, δεν ήσαν εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αντίθετα, ο νόμος τους απαγόρευε ρητά να χρησιμοποιούν στον τίτλο ή στις διαφημίσεις τους οποιονδήποτε όρο (όπως «Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία») που θα υπαινισσόταν εκπαιδευτικό θεσμό.

Λειτουργώντας υπό το ιδιότυπο νομικό καθεστώς των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών -προϊόν ενός μεταξικού νομοθετήματος του 1935- αποτελούσαν επιχειρήσεις, αμιγώς κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που προσέφεραν κάποια αδιαβάθμητη επαγγελματική κατάρτιση. Δεν είχαν και δεν έχουν το δικαίωμα χορήγησης οιουδήποτε τίτλου σπουδών, εκτός από απλές βεβαιώσεις για το χρόνο που ο «μαθητευόμενος» παρακολούθησε τα όποια μαθήματα και την επίδοσή του.

Τα ΕΕΣ (καταγραμμένα πλέον ως ΚΕΣ, παρότι ο νόμος τους απαγορεύει ρητά να ονομάζονται «Κέντρα») μπορούν να ιδρυθούν από τον οποιονδήποτε με μια απλή έναρξη επιτηδεύματος στις οικονομικές υπηρεσίες (Νομαρχίες και Εφορίες), και να παρέχουν «υπηρεσίες» εκπαίδευσης και κατάρτισης, χωρίς να ελέγχονται ουσιαστικά για την ποιότητα αυτών υπηρεσιών τους από κανέναν. Το τέως Υπουργείο Εμπορίου (νυν Ανάπτυξης) είχε δικαιοδοσία μόνο σε ό,τι αφορά το ύψος των διδάκτρων, τα οποία, σημειωτέον, από το 2004 διαμορφώνονται ελεύθερα.

Το 1991 με τον νόμο 1966 η εποπτεία των ΕΕΣ ανατίθεται σε ειδική επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας στην οποία προεδρεύει ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ, χωρίς να θίγονται οι άλλες διατάξεις και απαγορεύσεις του διατάγματος του 1935. Αντίθετα, για τα ΕΕΣ που με οποιονδήποτε τρόπο προβάλλονται ως εκπαιδευτικά ιδρύματα και υπόσχονται πτυχία προβλέπεται η οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, ενώ οι ιδιοκτήτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού κώδικα για απάτη και τους επιβάλλονται πρόστιμα από 500.000 -2.000.000 δρχ. Διαμορφώνεται έτσι ένα σχετικά επαρκές θεσμικό πλαίσιο για τον έλεγχο αυτών των άτυπων μονάδων. Ωστόσο η πολιτική βούληση λείπει. Η προβλεπόμενη επιτροπή έμεινε ανενεργή και παρόλο που υπήρξαν αυστηρές συστάσεις από τον Συνήγορο του Καταναλωτή, το 2007 και 2008, για μια σειρά προκλητικές και συστηματικές παραβιάσειςς της νομοθεσίας από τα ΚΕΣ ουδέποτε επιβλήθηκαν κυρώσεις.

Το γεγονός βέβαια αυτό συστηματικά αποσιωπάται από τον υπουργό και τους κυβερνητικούς βουλευτές που το καλοκαίρι του 2008 φέρνουν στη βουλή το νομοσχέδιο για τα κολέγια καλυπτόμενοι πίσω από μια δήθεν φιλολαϊκή φλυαρία περί ξεκαθαρίσματος «της γκρίζας ζώνης της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης», « που ουσιαστικά εμπορεύεται τις ελπίδες, τις αγωνίες, τα όνειρα των νέων παιδιών της πατρίδας μας και των οικογενειών τους».

Τα ΚΕΣ αναπτύσσονται , ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας 1970, στο κερδοφόρο πεδίο της πλεονάζουσας ζήτησης για μεταλυκειακές σπουδές. Αρκετά από αυτά στην πορεία περιβλήθηκαν την μορφή του ΙΕΚ και εντάχθηκαν στο τυπικό σύστημα τεχνικής εκπαίδευσης / κατάρτισης, ενώ μια άλλη ομάδα προσανατολίστηκε σε πολλές και ετερόκλητες συνεργασίες με ξένα, κυρίως βρετανικά πανεπιστήμια.

Η μεγάλη έκρηξη στην ίδρυση ΕΕΣ αυτής της κατεύθυνσης σημειώθηκε τη διετία 1989-91, στην ευνοϊκή συγκυρία που διαμορφώθηκε με τις εξαγγελίες της Κυβέρνησης Μητσοτάκη για δημιουργία ιδιωτικών ΑΕΙ και με την έκδοση της Οδηγίας 89/48 της ΕΕ, η οποία αναφερόμενη στην ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων εντός της κοινότητας, καθιέρωνε ένα γενικό σύστημα για την αναγνώριση των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον τριών ετών, που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση, υπό διάφορες όμως προϋποθέσεις.

Την ίδια περίπου εποχή, οι «μεγάλες δυνάμεις» της εκπαίδευσης – με πρωτοπόρα τα Βρετανικά Πανεπιστήμια – επιδιώκουν να αυξήσουν το μερίδιο τους σε έναν οικονομικό κλάδο με τεράστιο τζίρο, «εξάγοντας» ακαδημαϊκές υπηρεσίες και ιδρύοντας «παραρτήματα» σε άλλες χώρες.

Ετσι η προσφορά συναντάει τη ζήτηση: το 1995 καταγράφονται στην Ελλάδα 76 ΕΕΣ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια καθώς και 10 παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων. Το 2005, σε σχετική μελέτη παρουσιάζονται 44 «εκπαιδευτήρια», στην συντριπτική τους πλειοψηφία «παραρτήματα» πανεπιστήμιων, κυρίως του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Oι κύριες κατηγορίες συνεργασιών είναι σύναψη δικαιόχρησης (franchising) για λειτουργία ορισμένων τμημάτων, συμφωνία πιστοποίησης από κάποιο πανεπιστήμιο (validation), και τέλος αναγνώριση και μεταφορά διδακτικών μονάδων για τους αποφοίτους τους που συνεχίζουν τις σπουδές τους κυρίως σε μικρά ή νέα βρετανικά πανεπιστήμια. Οι «συνολικές πωλήσεις των παρουσιαζόμενων επιχειρήσεων εκπαίδευσης» εκτιμάται ότι το 2003 ανέρχονται σε 34,85 εκ. ΕΥΡΩ, και έχουν την περίοδο 1999-2003 μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 8%.

Το μεγάλο εμπόδιο στην κερδοφόρα πορεία αυτών των «κολεγίων» είναι η αδυναμία αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους, που φαίνεται ότι το 2008 φτάνουν τις 25.000. Το ΠΔ 165/2000, με το οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 48/89 της ΕΕ, ορίζει ρητά ότι θα πρέπει το σύνολο των σπουδών να έχει γίνει σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αποκλείοντας έτσι τους απόφοιτους των ΚΕΣ.

Ωστόσο τις προσδοκίες των ιδιοκτητών των ΚΕΣ δεν θα αργήσει να εκπληρώσει η Οδηγία ΕΕ 36/2005. Για αυτό φρόντισε ο τότε ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Κ. Χατζηδάκης, καταθέτοντας τον Ιανουάριο 2004 τροπολογία η οποία υπερψηφίστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ορίζει ότι : «Οι τίτλοι που εκδίδονται από εκπαιδευτικά ιδρύματα με τη μέθοδο της δικαιόχρησης (franchising), της αναγνώρισης ή της πιστοποίησης θεωρούνται ως τίτλοι εκπαίδευσης των ιδρυμάτων που δίνουν τη δικαιόχρηση ή την πιστοποίηση».

Το πρόβλημα έτσι μετατοπίσθηκε στο εάν τα ΚΕΣ είναι εκπαιδευτικά ιδρύματα, οπότε και οι σπουδαστές τους εντάσσονται στις προβλέψεις της οδηγίας ή όχι, όπως ρητά αναφερόταν στην ελληνική νομοθεσία.

Και στην επίλυση αυτού του ζητήματος και μόνον, προς όφελος αυτών των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, στοχεύει ο νόμος του Στυλιανίδη για τα κολέγια.

Στα 24 άρθρα του νόμου τίποτε δεν προβλέπεται για τον έλεγχο των «δυόμισι χιλιάδων επιχειρήσεων Κ.Ε.Σ. διαφόρων ειδικοτήτων και άλλων δυόμισι χιλιάδων επιχειρήσεων οι οποίες ασχολούνται με την πληροφορική, με την παροχή E.C.D.L. κ.λπ.», που συνιστούν το «άναρχο τοπίο» της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Αντίθετα αναγνωρίζοντας ως εκπαιδευτικούς φορείς τα κολέγια αφού τα εντάσσει στη αρμοδιότητά του ΥΠΕΠΘ και δίνοντάς τους την αποκλειστική δυνατότητα σύμπραξης με ξένα πανεπιστήμια μεσω συμφωνίας πιστοποίησης ή συνεργασίας δικαιόχρησης. λύνει στην πραγματικότητα το ζήτημα της αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Ακόμη και αν δεν ενσωματωθεί η Οδηγία 36/2005 στο εθνικό δίκαιο, οι διατάξεις της για το σχετικό θέμα είναι τόσο λεπτομερείς και σαφείς (άρθρο 50), που τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων θα αναγνωριστούν έστω και μετά από προσφυγές – αν χρειαστεί.

Και βέβαια ο Υπουργός γνώριζε πολύ καλά ότι, άσχετα από τις λεπτομέρειες του νόμου, το κοινοτικό δίκαιο περιορίζει την ελεγκτική λειτουργία του υπουργείου περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο των προδιαγραφών των «συμπράξεων», αφού τα αναλυτικά προγράμματα θα ελέγχονται από το συνεργαζόμενο πανεπιστήμιο, ενώ για τα υπόλοιπα (διδακτικό προσωπικό, εργαστήρια, λοιπές υποδομές κ.ά.) μπορεί να ελεγχθεί μόνον η «αντιστοίχιση» των όρων λειτουργίας με το συνεργαζόμενο πανεπιστήμιο εξωτερικού.

Στην ουσία το νομοσχέδιο για τα κολέγια εντάσσει την Ελλάδα και τυπικά στον οικονομικό χώρο της παγκοσμιοποιημένης παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αποκλείοντας την όποια δυνατότητα προστατευτισμού, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις χώρες της ΕΕ.

Η Ελένη Καλαφάτη διδάσκει στο ΕΜΠ

Advertisements