της Μπέσσυς Φιλιπακοπούλου

Ο νόμος, ο οποίος -διόλου τυχαία-  ψηφίστηκε μέσα στο καλοκαίρι, εντάσσει ένα τμήμα των ΕΕΣ, από το καθεστώς της εμπορικής επιχείρησης σύμφωνα με το οποίο λειτουργούσαν [χωρίς να αλλοιώνει τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους], στο χώρο της μη τυπικής εκπαίδευσης και αυτόματα ανατρέπει όλα τα δεδομένα στην παιδεία και το σύνταγμα. Τα  κολέγια θεωρούνται ως πιστοποιημένοι φορείς μεταλυκειακής εκπαίδευσης και ισοτιμούνται με εκπαιδευτικά ιδρύματα, κατά τις προβλέψεις της οδηγίας  2005/36/ΕΚ. Ισχύουν, κατά συνέπεια, οι  βεβαιώσεις και πιστοποιητικά σπουδών που χορηγούνται στους αποφοίτους τους από τα μητρικά ιδρύματα.

Με  το νόμο αυτόν η Κυβέρνηση έσπευσε να υπάγει τα κολέγια στην οδηγία για την ελεύθερη μετακίνηση, παρακάμπτοντας έτσι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η κυβέρνηση προχώρησε με μόνο κριτήριο την παραβίαση του άρθρου 16 του συντάγματος. Όπως μέχρι τώρα επεδίωκαν και οι ιδιοκτήτες των κολεγίων με τη συνηγορία της Κυβέρνησης, το επίπεδο των ΕΕΣ θα είναι κατά το ΔΕΚ αδιάφορο όπως και οι σχετικές ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας, αρκεί οι απόφοιτοι του να πιστοποιούνται από ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα χώρας της ΕΕ.

Οι διατάξεις του νόμου δεν μπορούν να επηρεάσουν το λειτουργικό και εκπαιδευτικό επίπεδο των κολεγίων

Επειδή τα κολέγια λειτουργούν ως παραρτήματα των ξένων ιδρυμάτων, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να παρέμβει. Η Επιτροπή των ΕΚ απέρριψε σχετική τροπολογία των τότε Ελλήνων Ευρωβουλευτών Τρακατέλη – Χατζηδάκη [η οποία υποβλήθηκε για τα μάτια μετά την αντίδραση που ξεσήκωσε η τροπολογία του δεύτερου, όπως ήδη αναφέρθηκε], κατά τη διαδικασία υιοθέτησης της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, με το σκεπτικό  ότι «έχοντας υπόψη την αυτονομία των κρατών μελών σε θέματα διδασκαλίας και εκπαίδευσης, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους υποδοχής να καθορίσει τις προϋποθέσεις της εκπαίδευσης που αφορούν το κράτος μέλος καταγωγής όπου εδρεύει το «εποπτεύον» Πανεπιστήμιο». Το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με το ότι ήδη έχουν πιστοποιηθεί τα Κολλέγια από το Βρετανικό Συμβούλιο Πιστοποίησης- δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο να ισχυρισθεί ο οποιοσδήποτε ότι μέσω του συγκεκριμένου νόμου θα επιβληθούν συνθήκες καλύτερης οργάνωσης και εκπαιδευτικής αναβάθμισης των κολεγίων. Η Αγγλία έχει πιστοποιήσει ήδη και η Ελλάδα δεν μπορεί. Έτσι με το νόμο δόθηκε η δυνατότητα να παρακαμφθεί η υπάρχουσα νομοθεσία και «Κολέγια» που έχουν το ένα εικοστό της κτηριακής υποδομής οποιουδήποτε Ελληνικού Ανωτάτου Ιδρύματος, και, βεβαίως, ουδεμία σύγκριση στα ποιοτικά εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά, νομίμως πια να προπαγανδίζουν ότι έχουν τμήματα φοίτησης που αντιστοιχούν στα δημόσια ΑΕΙ.

Το νομικό πρόβλημα

Το άρθρο 16 του Συντάγματος θεωρεί ότι η μεταλυκειακή εκπαίδευση παρέχεται από το κράτος, το επιβάλει όμως αυτό με αποκλειστικότητα μόνο για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Επιτρέπει έτσι, κατά αντιδιαστολή, τη δυνατότητα αναγνώρισης ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη μη Ανώτατη μεταλυκειακή εκπαίδευση. Από αυτήν την άποψη οι διατάξεις του νομοσχεδίου δεν φαίνεται να είναι αντισυνταγματικές.

Το γεγονός όμως ότι κάποια  «κολέγια» είναι ήδη συμβεβλημένα με ιδρύματα άλλων χωρών και ότι, ταυτόχρονα, με τις διατάξεις του νομοσχεδίου τους δίνεται η δυνατότητα να συνεχίσουν αυτό το καθεστώς σύμπραξης με ιδρύματα της αλλοδαπής, καθιστά αυτά τα –μέχρι σήμερα μη εκπαιδευτικά ιδρύματα– εκπαιδευτικά ιδρύματα για τα οποία πλέον ισχύουν οι προβλέψεις των Οδηγιών που αφορούν στην ελεύθερη μετακίνηση. Αυτό γιατί, όπως ήδη επισημάνθηκε, οι Οδηγίες δεν ίσχυαν για τους  αποφοίτους των ΕΕΣ (και των κολεγίων), επειδή δεν πληρούσαν την προϋπόθεση των σπουδών  σε αναγνωρισμένο από χώρα της ΕΕ εκπαιδευτικό ίδρυμα. Εφόσον θα ισχύουν πλέον οι Οδηγίες, στους  αποφοίτους των κολεγίων θα απονέμονται από το εποπτεύον «μητρικό» ίδρυμα διπλώματα αποφοίτων ΑΕΙ και τα επαγγελματικά τους δικαιώματα, υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν οι Οδηγίες, θα εξισώνονται με αυτά των αποφοίτων των Ελληνικών ΑΕΙ. Έτσι τελικά παραβιάζεται ευθέως το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Η Μπέσσυ Φιλιπακοπούλου διδάσκει στο ΕΜΠ

Advertisements