του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα τείνει να επικρατήσει ένας ιδιότυπος κοινωνιολογικός «νόμος». Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, τα δύο κόμματα εξουσίας δημιουργούν θεσμούς και στελεχώνουν τους θεσμούς αυτούς με κυρίαρχο, αν όχι αποκλειστικό, κριτήριο την εξυπηρέτηση των στενών εκλογικών τους συμφερόντων. Και όταν αργότερα, όπως είναι φυσικό, οι θεσμοί αυτοί αποδεικνύονται προβληματικοί, έρχονται τα ίδια αυτά κόμματα να διακηρύξουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού, εξυγίανσης, μεταρρύθμισης ή απλώς κατάργησης των θεσμών αυτών, κατακεραυνόντας όσους διαφωνούν ως προασπιστές συντεχνιακών συμφερόντων, ανεδαφικούς, ανορθολογικούς και άλλα πολλά.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Θα θυμόμαστε όλοι τα λόγια του Ιρλανδού μάνατζερ που το ΠΑΣΟΚ είχε διορίσει την πρώτη τετραετία Σημίτη με στόχο να εξυγιάνει την «Ολυμπιακή». Ο κύριος αυτός είχε συμπεράνει, προς έκπληξη όλων μας, ότι η «Ολυμπιακή» δεν έχει πλεονάζον προσωπικό, όπως οι σειρήνες του εκσυγχρονισμού είχαν βαλθεί να μας πείσουν, αλλά κακά κατανεμημένο προσωπικό. Με άλλα λόγια, υπήρχαν πολλές καθαρίστριες και σχετικά λίγοι μηχανικοί αεροσκαφών. Δεν γνωρίζω αν ο μάνατζερ ήξερε τη λύση σε αυτόν το γρίφο. Ήξερε, δηλαδή, ότι τα σόγια των καθαριστριών σήμαιναν πιθανά πολλές περισσότερους ψήφους για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ απ’ ότι τα σόγια των μηχανικών αεροσκαφών. Θα άκουγε όμως σίγουρα, όπως ακούγαμε όλοι μας, αυτούς που είχαν δημιουργήσει το πρόβλημα, να κόπτονται για την εξυγίανση της εταιρείας.

Η παραπάνω τάση νεοδημοκρατών και πασόκων αποτελεί, όμως, κοινωνιολογικό νόμο γιατί το πεδίο εφαρμογής της είναι πολύ πιο πλατύ από την περίπτωση του εθνικού μας αερομεταφορέα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ στη διάρκεια της διακυβέρνησής τους διέσπειραν σε ολόκληρη την επικράτεια τμήματα ΑΕΙ & ΤΕΙ, τις περισσότερες φορές τιποτολογίας, με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εκλογικής τους πελατείας στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μάταια, τόσο η αριστερά όσο και ευδιάκριτες φωνές του πανεπιστημιακού χώρου προειδοποιούσαν για το λανθασμένο χαρακτήρα ενός τέτοιου κατακερματισμού. Λανθασμένος, γιατί είναι ανεπίτρεπτο, για παράδειγμα, ο κοινωνιολόγος και ο φιλόλογος του Ρέθυμνου, να μην γνωρίζουν λόγω απόστασης τον τρόπο έρευνας του γιατρού και του μαθηματικού του Ηρακλείου, όπως και αυτοί οι τελευταίοι να μην γνωρίζουν πως σκέφτεται ο πολιτικός μηχανικός των Χανίων. Περισσότερο από λανθασμένο, γιατί φτιάχνοντας μικρές πανεπιστημιακές μονάδες σε όλες σχεδόν τις πρωτεύουσες νομών της Ελλάδας τις καθιστούσαν ευάλωτες στις πιέσεις του κέντρου, σε μια χώρα τόσο συγκεντρωτική όπως η δική μας. Διαφορετική θα ήταν η μοίρα των πανεπιστημιακών σχολών της Κρήτης αν βρισκόντουσαν όλες σε μια πόλη με αποτέλεσμα η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων να καθιστά την πόλη αυτή ανταγωνιστική προς την παμφάγα Αθήνα. Είναι γνωστό, όμως, ότι δεν ψηφίζουν σε μια μόνο πόλη της Κρήτης…

Είναι αλήθεια ότι στην περίπτωση των περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ δεν ακούσαμε τους συνήθεις λόγους περί εξυγίανσης και την άμεση ανάγκη λήψης κυβερνητικών μέτρων. Έχοντας εντρυφήσει επί μακρόν στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού, τα δύο κόμματα εξουσίας αφήνουν την αγορά να κάνει τη δουλειά διευκολύνοντας την στο μέτρο του «διακριτικά» δυνατού. Έτσι, ο υπουργός Παιδείας, κ. Στυλιανίδης απαντώντας πρόσφατα σε ερώτηση δημοσιογράφου για το φαινόμενο εκείνων των περιφερειακών ΤΕΙ τα οποία ερήμωσαν λόγω της βάσης του 10, διευκρίνισε ότι είναι φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι της ίδρυσης τους δεν προηγήθηκαν έρευνες αγοράς. Τώρα, ποια έρευνα αγοράς επιτάσσει την πρόσφατη ενεργοποίηση του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στην Κόρινθο, με αποτέλεσμα η πολύπαθη αυτή χώρα να διαθέτει πλέον τρία τμήματα Πολιτικής Επιστήμης σε απόσταση ογδόντα χιλιομέτρων, θα ήταν καλό να μη ρωτήσουμε τον κ Υπουργό. Όπως καλό θα ήταν να αποφύγουμε την ερώτηση για το ποια έρευνα αγοράς τον οδηγεί στην μελλοντική ίδρυση τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στην Κομοτηνή, πρωτεύουσα της ιδιαίτερης εκλογικής του περιφέρειας. Ας κρατήσουμε από τα λόγια του κ. Υπουργού τον αποφασιστικό ρόλο που καλείται να παίξει η αγορά στο κλείσιμο περιφερειακών πανεπιστημιακών τμημάτων.

Το πρόβλημα των περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ καλείται να λύσει η αγορά με την ανάπτυξη στα μεγάλα αστικά κέντρα των κολεγίων, των οποίων την ύπαρξη επικύρωσε νομοθετικά το καλοκαίρι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ποιος Αθηναίος ή Θεσσαλονικιός γονιός θα πληρώσει δίδακτρα για τα φροντιστήρια του παιδιού του και θα δεχτεί να καταβάλει το λιγότερο 1000 ευρώ το χρόνο για να σπουδάσει φιλολογία στην Καλαμάτα, όταν αποφεύγοντας τα έξοδα των φροντιστηρίων και καταβάλλοντας 7000 ευρώ τον χρόνο το παιδί αυτό θα σπουδάσει στο σπίτι του, διαλέγοντας επιπλέον την ειδικότητα που προτιμάει.

Πολλά περιφερειακά ΤΕΙ στερήθηκαν τα τελευταία χρόνια φοιτητών λόγω της βάσης του 10, ακόμα περισσότερα θα στερηθούν στο μέλλον λόγω της κολεγίων ενώ την ίδια μοίρα θα έχουν και πολλά περιφερειακά ΑΕΙ, ανεξάρτητα από την επιστημονική ποιότητα τους. Την ανορθολογικότητα της ίδρυσης πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε κάθε πόλη της Ελλάδας για ψηφοθηρικούς λόγους, καλείται να «διορθώσει» η αγορά των κολεγίων. Το αν τα κολέγια αυτά θα διαθέτουν την επιστημονική αρτιότητα για να διαδεχθούν τα δημόσια πανεπιστήμια, το αν η χώρα μας έχει ανάγκη μόνον από ψυχολόγους και μάνατζερς που τα κολέγια για λόγους εμπορικότητας θα παράγουν και όχι από ιστορικούς και φιλοσόφους είναι ερωτήματα που ασφαλώς διαφεύγουν των «σοφών» των δύο μεγάλων κομμάτων.

Αντί να υπάρξει δημόσια διαβούλευση η οποία θα αποτιμάει την ανάγκη ύπαρξης κάποιων περιφερειακών πανεπιστημιακών τμημάτων με αμιγή επιστημονικά κριτήρια του αν, δηλαδή, θεραπεύουν αυτοτελή επιστημονικά αντικείμενα οπότε κρίνεται αναγκαία η διατήρηση τους, ή, αν, αντίθετα, στην ίδρυση τους πρυτάνευσαν οι κοντόθωρες λογικές και τα μικροσυμφέροντα κάποιων διδασκόντων, οπότε λύση αποτελεί η αναμόρφωση τους ή και το κλείσιμό τους. Αντί να εξετασθεί δημόσια αν το ακαδημαϊκό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τέτοια τμήματα είναι το κατάλληλο οπότε πρέπει πάση θυσία να διατηρηθούν ή αλλοιώτικα να αποτελέσουν το προπαρασκευαστικό έτος εισόδου της ελεύθερης πρόσβασης στα πανεπιστήμια, όπως έχει ήδη προταθεί. Αντί όλων των παραπάνω και άλλων τόσων, οι επίσημοι εγκέφαλοι διαλέγουν το μαρασμό μιας σειράς περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ για να αποκομίσουν κέρδος οι κολεγιάρχες, αγνοώντας προκλητικά τις πολυετείς προσπάθειες των ανθρώπων του περιφερειακού πανεπιστήμιου καθώς και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Advertisements