της Σίσσυς Βελισσαρίου

Η υπόθεση «Κολέγια» θα μπορούσε να έχει αναδειχθεί ως άλλο ένα ακόμα πολιτικό σκάνδαλο της ΝΔ αν δεν κυριαρχούσε στην επικαιρότητα το Βατοπέδιο. Αναφέρομαι στις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην αναγνώριση των ΚΕΣ), στον ίδιο τον νόμο και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.  Με το Ν. 3696/08 υποτίθεται ότι το ΥΠΕΠΘ θα έβαζε τάξη «στο γκρίζο χώρο των μεταλυκειακών σπουδών» στη χώρα μας. Ο καλοπροαίρετος πολίτης αυτής της χώρας φαντάζεται ότι ο νόμος αυτός θα θέτει αυστηρές προδιαγραφές, για παράδειγμα, στα προσόντα του εκπαιδευτικού προσωπικού, στο πρόγραμμα σπουδών και ότι θα αξιολογεί την ποιότητα των παρεχομένων γνώσεων. Βεβαίως μία απλή ανάγνωση του νόμου αποδεικνύει ότι τα παραπάνω ισχύουν στο minimum μιας μάλλον τυπικής παρά ουσιαστικής διαδικασίας ελέγχου. Έστω όμως και έτσι αυτή υπάρχει! Παρόλα αυτά, σε σχετική  ερώτηση του Δ. Παπαδημούλη στον ΜακΚρίβι (25/9/08) ο τελευταίος ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα  δεν έχει κανένα δικαίωμα «να ελέγχει τους τίτλους εκπαίδευσης των διδασκόντων ή να αξιολογεί το εκπαιδευτικό ίδρυμα» (Αρθ. 50, παρ. 3, Οδηγία 2005/36/ΕΚ). Με την καταδίκη  της Ελλάδας από το Ευρωδικαστήριο για τη μη αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων ιδρυμάτων με το σύστημα δικαιόχρησης, εξομοιώνονται απολύτως τα διπλώματα των Κολλεγίων με τα πανεπιστημιακά πτυχία, άρα επιτρέπεται η ισότιμη διεκδίκηση εργασίας ακόμα και στο δημόσιο τομέα (η ουσιαστική ακύρωση του ΣΑΕΙΤΤΕ συνεπάγεται την έμμεση πρόσβαση των αποφοίτων τους στον ΑΣΕΠ). Η τελευταία πράξη του δράματος περίτρανα  αναδεικνύει το μέγιστο πολιτικό ζήτημα: την αναίρεση οποιουδήποτε παρεμβατικού ρόλου του ελληνικού κράτους στη λειτουργία των ιδιωτικών παρόχων αμφιβόλου ποιότητας εκπαιδευτικών προϊόντων.

Εφόσον όλα τα παραπάνω ήταν γνωστά και αναμενόμενα από την Κυβέρνηση, όπως άλλωστε προκύπτει από την δήλωση Στυλιανίδη ότι το αποτέλεσμα δεν τον αιφνιδίασε, τότε τίθενται μια σειρά κρίσιμων πολιτικών και ηθικών ερωτημάτων  για την Κυβέρνηση, τον Υπουργό αλλά και τον ίδιο τον κ. Καραμανλή:

  1. Γιατί, εφόσον γνώριζαν ότι η απόφαση του Ευρωδικαστηρίου θα μετέτρεπε την Ελλάδα, ως κράτος μέλος υποδοχής, σε έδαφος άσκησης ανεξέλεγκτης εμπορικής δραστηριότητας από κράτη μέλη χορήγησης διπλωμάτων (π.χ. Βρετανία), προχώρησαν στη μέγιστη υποκρισία να νομιμοποιήσουν τα Κολλέγια για να βάλουν «τέλος στο ανεξέλεγκτο χάος των ΚΕΣ»; (Καραμανλής στην ΚΕ της ΟΝΝΕΔ 4/10/08)
  2. Γιατί προχώρησαν στο μέγα συνταγματικό πραξικόπημα να εισάγουν την αναθεώρηση του Άρθρου 16 από το παράθυρο;
  3. Γιατί συνεχίζει ο κ. Στυλιανίδης και τώρα να δηλώνει ότι άλλο η εφαρμογή του νόμου για τα Κολλέγια και άλλο η εναρμόνιση του δικαίου με την οδηγία και τη δικαστική απόφαση;   

Εφόσον η Κυβέρνηση δεν μπορεί να κατηγορηθεί για άγνοια  τότε θα πρέπει να κατηγορηθεί για σκόπιμη παραπλάνηση του ελληνικού λαού με την κουτοπόνηρη λογική ότι  «βάζω τάξη», αν και δεν δικαιούμαι, άρα εμφανίζομαι να νοικοκυρεύω, πράγμα που πολύ αρέσει στους νοικοκυραίους ψηφοφόρους μου. Επίσης κατηγορείται για την παράδοση του ευαίσθητου και πολύτιμου χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης στους πλέον επιθετικούς «βαλκάνιου τύπου» επιχειρηματίες των οποίων η εντυπωσιακή αλαζονεία ήδη έχει δώσει δείγματα ασύλληπτης αυθαιρεσίας μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων που υπόσχονται πτυχία νομικής με δικαίωμα απευθείας εγγραφής στο δικηγορικό σύλλογο της χώρας μας. Τέλος η Κυβέρνηση κατηγορείται για τη μετατροπή της Ελλάδας σε υπάλληλη χώρα όπου η εκπαίδευση από κατεξοχήν εθνική αρμοδιότητα (Αρθ. 149, Ευρωπαϊκή Συνθήκη) γίνεται αντικείμενο της οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής επέκτασης ισχυρών χωρών σε ένα αποικιακό έδαφος πέρα και έξω από οποιαδήποτε δική του νομική, παιδευτική και κοινωνική παρέμβαση και επιρροή. Αλλά όπως λέγανε στον Μικρό Σερίφη «δεν υπάρχει νόμος δυτικά του Ρίο Πέκος», όπου Ρίο Πέκος η αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών για τους ιθαγενείς.

Η Σίσσυ Βελισσαρίου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι υπεύθυνη του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ

Advertisements