01. Αμερικανικές εκλογές


Αμερικανικές εκλογές 2008

Το σταυρόλεξο των αμερικάνικων εκλογών
Λεωνίδας Ντιλσιζιάν, δημοσιογράφος

Ποιες τάσεις εκπροσωπούν ο Ομπάμα και η Χίλαρι;
Σήφης Φιτσανάκης, διδάκτορας πολιτικών επιστημών

Οι πολιτικές θέσεις των δύο υποψηφίων
Λεωνίδας Ντιλσιζιάν, δημοσιογράφος

Τα επιτελεία των δύο υποψηφίων
Λεωνίδας Ντιλσιζιάν, δημοσιογράφος

Διαφέρουν πολιτικά οι δύο μονομάχοι;
Σήφης Φιτσανάκης, διδάκτορας πολιτικών επιστημών

To ερώτημα που τίθεται αυτόν τον καιρό στις τάξεις των Δημοκρατικών, είναι εάν μια παρατεταμένη περίοδος εκλογικής πόλωσης θα καταλήξει τελικώς να ωφελεί τον Τζον Μακέιν. Ο βετεράνος του Βιετνάμ έχει ήδη εξασφαλίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και ξεκίνησε την εκστρατεία του για την προεδρία με μια δεκαήμερη περιοδεία στο εξωτερικό, επιχειρώντας να επιδείξει ένα πνεύμα πολυμερούς συνεργασίας προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής εικόνα της αμερικανικής υπερδύναμης. Μέχρις στιγμής, δείχνει ικανός να καρπωθεί εκλογικά οφέλη από την οξεία αντιπαράθεση μεταξύ Ομπάμα και Χίλαρι. Χαρακτηριστική είναι δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία ο Μακέιν ήδη προηγείται έναντι του Ομπάμα κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες (44% έναντι 39%), ενώ εάν γινόντουσαν σήμερα προεδρικές εκλογές το ποσοστό του ανεξάρτητου υποψηφίου Ραλφ Νέιντερ θα έφτανε το 5%.

Σε αντίστοιχη δημοσκόπηση, η πρώην Πρώτη Κυρία υπολείπεται κατά 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Μακέιν. Οι αριθμοί, ωστόσο, λένε μόνο τη μισή αλήθεια. Οι εκλογικοί αναλυτές συμφωνούν ότι η δυναμική που δύναται να προσλάβει ένας υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος, είτε είναι γυναίκα είτε αφροαμερικανικής καταγωγής, αρκεί για να ανατρέψει τα δεδομένα. Έτσι, δικαίως τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα προς τις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο Δημοκρατικό Κόμμα. Ένα κόμμα που εμφανίζεται διαιρεμένο σε μια άκρως αμφίρροπη μάχη χωρίς φαβορί, απέναντι όμως σε έναν ηλικιωμένο πολιτικό αντίπαλο που δεν έχει αποσαφηνίσει πλήρως τους τρόπους με τους οποίους θα επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του. Καθώς η διαδικασία διεκδίκησης του χρίσματος του Δημοκρατικού Κόμματος για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι ευρωπαίοι πολίτες καλούνται να αποκρυπτογραφήσουν τα εύπεπτα soundbites των δύο υποψηφίων.

Η ανάγκη για ενημέρωση συχνά προσκρούει στην καταφανή φτώχεια που χαρακτηρίζει την κάλυψη των διεθνών γεγονότων από τα περισσότερα εγχώρια ειδησεογραφικά δίκτυα, καθώς και στην ευρύτατη επικράτηση της τηλεοπτικής εικόνας εις βάρος της πολιτικής ουσίας. Ένα άλλο βασικό πρόβλημα είναι η δαιδαλώδης διαδικασία ανάδειξης του υποψηφίου στο Κόμμα των Δημοκρατικών, που όμως περιπλέκεται από ασυνήθιστους παράγοντες όπως η ψήφος των υπερεκλεκτόρων. Το κυριότερο ίσως εμπόδιο για την κατανόηση των διαφορών μεταξύ των δύο υποψηφίων είναι το ίδιο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, προσανατολισμένο εδώ και δεκαετίες στη συμμόρφωση σε αρχές που άπτονται των λειτουργιών του ιδιωτικού τομέα, και ιδιαίτερα της γιγαντωμένης βιομηχανίας δημοσίων σχέσεων. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτές τις δυσκολίες, είναι εύλογο να επιχειρήσουμε να χειριστούμε το θέμα σε δύο επίπεδα.

Ποιοι κανόνες διέπουν την εκλογική διαδικασία στις προκριματικές του Δημοκρατικού Κόμματος, και ποιες είναι οι βασικές θέσεις των υποψηφίων; Ποιοι φορείς στηρίζουν τον κάθε υποψήφιο; Από ποιες πηγές λαμβάνουν τη χρηματοδότησή τους; Ποιες πολιτικές τάσεις εκπροσωπούν; Ποιες κοινωνικές ομάδες εκφράζουν; Οι διαφορές μεταξύ τους μπορεί να είναι λεπτές και συχνά δυσδιάκριτες, μεταφράζονται όμως σε μεγάλες πολιτικές διακυμάνσεις όταν έχουμε να κάνουμε με μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

του Λεωνίδα Ντιλσιζιάν

  • Ήδη από τον Ιανουάριο έχει ξεκινήσει η κούρσα των προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη των υποψηφίων του κάθε κόμματος. Απώτερος στόχος, να προταθούν τα ονόματα των υποψηφίων αρχικά στα τοπικά, και στη συνέχεια στα εθνικά συνέδρια.
  • Βασικές μορφές της ιδιότυπης προκριματικής διαδικασίας που διαφοροποιείται από πολιτεία σε πολιτεία και από κόμμα σε κόμμα, αποτελούν οι συναθροίσεις πολιτών (caucus) σε δημόσιους χώρους, οι «ανοιχτές» για όλους τους ψηφοφόρους και οι «κλειστές» μόνο για τα εγγεγραμμένα μέλη προκριματικές εκλογές αποτελούν τις.
  • Στο Συνέδριο των Δημοκρατικών τον Αύγουστο στο Κολοράντο οι 4.049 εκλέκτορες (delegates) δίνουν το χρίσμα στον υποψήφιο για τον οποίο έχουν δεσμευτεί. Υποψήφιος για το Δημοκρατικό Κόμμα θεωρείται εκείνος που «σκαρφαλώνει» στο «μαγικό» 2.025.
  • Ο αποκλεισμός φέτος των 185 της Φλώριδας και των 128 του Μίσιγκαν – διότι μετέφεραν την ημερομηνία των πολιτειακών αναμετρήσεων τους, αγνοώντας τους κανόνες του Δημοκρατικού Κόμματος – «έριξε» το μέτρο στους 1.869 εκλέκτορες.
  • Νίκη στις προκριματικές εκλογές δε σημαίνει και κατάκτηση του χρίσματος. Οι εκλογές που παρακολουθούμε όλο αυτό το διάστημα αφορούν το 80% των συνολικών ψήφων των εκλεκτόρων, οι οποίοι θα ορίσουν τον υποψήφιο του κόμματος.
  • Το υπόλοιπο 20% των ψήφων κατέχουν οι 796 υπερεκλέκτορες (superdelegates), δηλαδή οι Δημοκρατικοί νομοθέτες, κυβερνήτες, πρώην πρόεδροι, αντιπρόεδροι και άλλοι αξιωματούχοι του κόμματος. Στη στήθος με στήθος μάχη Κλίντον – Ομπάμα οι υπερεκλέκτορες θα κληθούν να κρίνουν την έκβαση της αναμέτρησης.
  • Τα μαθηματικά δεν «δείχνουν» Χίλαρι, αφού νέες προκριματικές σε Φλώριδα και Μίσιγκαν – πολύτιμες δεξαμενές ψήφων για τη Χίλαρι – δεν πρόκειται να διεξαχθούν. Και για να ξεπεράσει τον αντίπαλό της σε αριθμό ψήφων και εκλεκτόρων θα πρέπει πλέον να κερδίσει και τις δέκα προκριματικές που απομένουν και με ποσοστό μεγαλύτερο του 60%, ώστε να διεκδικήσει την ψήφο των υπερεκλεκτόρων.
  • Την «Ημέρα Εκλογής» (Election Day για το 2008 η 4η Νοεμβρίου), ο αμερικανικός λαός αναδεικνύει το Κολέγιο των Εκλεκτόρων και έμμεσα «βγάζει» τον 44ο Πρόεδρο της ιστορίας των ΗΠΑ.

Ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν είναι δημοσιογράφος

του Σήφη Φιτσανάκη

Ένα σημαντικότατο στοιχείο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής είναι αυτό του μεγέθους. Η κολοσσιαία γεωγραφική έκταση των ΗΠΑ συνήθως παραβλέπεται από τους ξένους αναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πολιτικά τεκταινόμενα στην υπερδύναμη. Αγνοείται για παράδειγμα η πολιτική σημασία του γεγονότος πως οι εθνικές εκλογές στις ΗΠΑ διεξάγονται σε οχτώ τοπικές ζώνες ώρας στις οποίες κατοικούν γεωγραφικά διάσπαρτοι πληθυσμοί που συχνά έχουν ελάχιστη σχέση ή επαφή μεταξύ τους.

Συνεπώς είναι πολλαπλά εσφαλμένη η άποψη πως η πολιτική ποικιλομορφία, που αναγκαστικά διέπει την πολυπρόσωπη πληθυσμιακή σύνδεση της γιγαντιαίας αυτής χώρας, εξαντλείται στην απλοϊκή δικομματική αντιπαράθεση μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων. Αντίθετα, τα δυο αυτά κόμματα αποτελούν ουσιαστικά συνασπισμούς συγγενών πολιτικών τάσεων, που συχνά έχουν γεωγραφικές καταβολές. Στο Δημοκρατικό κόμμα, για παράδειγμα, συνυπάρχουν πολιτικές τάσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν από κεντροδεξιές με ρατσιστικές ρίζες (Νότος), έως ευρωσοσιαλιστικές (στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας) και ριζοσπαστικές με στοιχεία αγροτοσυνδικαλισμού (Μεσοδυτικές πολιτείες). Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως εδώ και 15 περίπου χρόνια το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ προσφέρει την εκλογική του υποστήριξη –και ενεργεί κατά βάση μέσα– στο Δημοκρατικό κόμμα. Παρόμοια δεδομένα ισχύουν και στην περίπτωση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, που ενεργεί ως ευρεία πολιτική ομπρέλα υπό την οποία συζούν τάσεις, συχνά αντιμαχόμενες, που ξεκινούν από τον αναρχοφιλελευθερισμό και καταλήγουν στον απροκάλυπτο φασισμό.

Τα παραπάνω στοιχεία συγκροτούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει απαραίτητα να αξιολογηθεί η κοινωνική δυναμική των πολιτικών στρατοπέδων της Χίλαρι Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα. Παρατηρώντας κανείς την σύνθεση της βάσης των ψηφοφόρων του κάθε στρατοπέδου, μπορεί να διακρίνει αυτήν ακριβώς την πολιτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το Δημοκρατικό κόμμα.

Οι εκλογές της οδοντόκρεμας

Κατά παράδοση, η εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ βασίζεται στις προδιαγραφές της αγοράς. Συγκεκριμένα, κατά την εύστοχη ρήση του Νόαμ Τσόμσκι, «οι [αμερικανικές] εκλογές διεξάγονται υπό την εποπτεία των ίδιων ανθρώπων που [μας] πουλάνε οδοντόκρεμα […]. Συνεπώς, η βιομηχανία [δημοσίων σχέσεων] χρησιμοποιεί την ίδια τακτική για να πουλήσει υποψήφιους μ’ εκείνη που χρησιμοποιεί για να πουλήσει οδοντόκρεμα» (1). Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων πως οι ίματζ μέικερ των πολιτικών αναλύουν το εκλογικό σώμα πάνω σε καταναλωτικές βάσεις. Για παράδειγμα, γνωρίζουν πως ο Μπαράκ Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης περίπου του 70% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων κάτω των 29 ετών (2). Το ακριβώς αντίστροφο συμβαίνει με τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους άνω των 65 ετών, σχεδόν τα τρία τέταρτα των οποίων προτιμούν την Χίλαρι Κλίντον (3). Γνωρίζουν επίσης πως ο Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης 12% περισσότερων αρσενικών ψηφοφόρων από την Κλίντον, η οποία όμως υπερτερεί του Ομπάμα κατά 21% στις γυναίκες (4). Ξέρουν ακόμα πως η Κλίντον προηγείται με 30% στις προτιμήσεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που προέρχονται από λατινοαμερικανικές (5) και ασιατικές μειονότητες (6), ενώ λαμβάνει μόνο το 10% των ψήφων των αφροαμερικανών, οι οποίοι υποστηρίζουν μαζικά την υποψηφιότητα Ομπάμα (7).

Αξίζει να σημειωθεί πως τα παραπάνω δεδομένα είναι γενικευμένα. Οι περισσότερες έρευνες του είδους κυριολεκτικά διυλίζουν τον κώνωπα περιέχοντας στοιχεία όπως πρόθεση ψήφου γονέων με ένα, δύο ή τρία παιδιά, με ένα ή περισσότερα αυτοκίνητα, ανάλογα με το είδος ή την αξία του αυτοκινήτου, με σπίτι που διαθέτει ή δε διαθέτει πισίνα, και πάει λέγοντας. Γνωρίζοντας αυτές τις λεπτομέρειες, οι πολιτικοί μπορούν να ρυθμίσουν την προεκλογική τους τακτική, την εξωτερική τους εικόνα, ακόμα και το περιεχόμενο των ομιλιών τους, ώστε να προσελκύσουν τις ψήφους συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Φυσικά κατηγοριοποιήσεις του εκλογικού σώματος με βάση φυλετικά, ηλικιακά, ή ευρύτερα καταναλωτικά κριτήρια, ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες των «εκλογών της οδοντόκρεμας», όπως τις ονομάζει ο Τσόμσκι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πρόσφατη σχετική δημοσκόπηση, μόνο ένας στους τρεις Δημοκρατικούς ψηφοφόρους επιλέγει την Κλίντον ή τον Ομπάμα με γνώμονα τις ιδέες τους και τα πολιτικά τους προγράμματα. Οι περισσότεροι τους ψηφίζουν βασιζόμενοι στο «αρχηγικό στιλ και στην εμπιστοσύνη που εμπνέουν» (8), δηλαδή με βάση καθαρά μή-πολιτικά κριτήρια.

Ωστόσο, για μια αυστηρά πολιτική αξιολόγηση των δυο υποψήφιων, τα στοιχεία των παραπάνω ερευνών δεν είναι εντελώς άχρηστα. Κι αυτό διότι δείχνουν πως, σε γενικές γραμμές, η πολιτική βάση της Χίλαρι Κλίντον αποτελείται από ψηφοφόρους που ανήκουν στην εργατική τάξη, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή κατά κανόνα δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση, με χειρονακτικού τύπου επαγγελματική απασχόληση (ή συνταξιούχοι), και με χαμηλότερο εισόδημα (9). Αντίθετα, η πολιτική βάση του Μπαράκ Ομπάμα απαρτίζεται από εύπορους ψηφοφόρους της ανώτερης και μικροαστικής τάξης, με προπτυχιακή ή μεταπτυχιακή μόρφωση και με σχετικά ανεξαρτητοποιημένη πολιτική ταυτότητα (10). Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι αφροαμερικανοί, οι οποίοι ψηφίζουν μαζικά Ομπάμα προφανώς με βάση φυλετικά κριτήρια.

Σε πρόσφατο άρθρο της η επιθεώρηση The Economist περιγράφει την ταξική διαφοροποίηση μεταξύ της πολιτικής βάσης του Μπαράκ Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον ως «πολιτικό διαχωρισμό μεταξύ [Δημοκρατικών] ψηφοφόρων που προτιμούν κρασί ή μπύρα με το φαγητό τους» (11) (στις ΗΠΑ το κρασί, σε αντίθεση με τη μπύρα, θεωρείται ποτό πολυτελείας). Φυσικά, ανάμεσα στους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους που, κατά την αναλογία του Economist, προτιμούν «μπύρα με το φαγητό τους» συγκαταλέγονται τα περισσότερα μέλη των εργατικών συνδικάτων. Οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν πως η Κλίντον προηγείται πανεθνικά έναντι του Ομπάμα κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες στις προτιμήσεις συνδικαλισμένων εργατών. Η διαφορά αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη σε βιομηχανικές πολιτείες με δυναμική συνδικαλιστική παρουσία, όπως είναι το Οχάιο, το Ιλινόι, ή το Μίσιγκαν (12).

Ταξική διαφοροποίηση

Γιατί αυτή η βαθιά ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των δυο στρατοπέδων; Οι λόγοι σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτικές κατευθύνσεις των δυο διεκδικητών του χρίσματος. Οι πολιτικές προτεραιότητες της Χίλαρι Κλίντον (δυνατή οικονομία, προστατευτισμός, ισχυροποίηση της δημόσιας ασφάλισης, ίδρυση εθνικού συστήματος υγείας) χαίρουν ιδιαίτερης απήχησης στις τάξεις των μικρομεσαίων, των ανέργων και των συνταξιούχων. Οι τελευταίες, όπως παραδέχονται ακόμα και δεξιά έντυπα όπως ο Economist, «βλέπουν το επίπεδο διαβίωσής τους να παραμένει στάσιμο εδώ και χρόνια και ανησυχούν [πρωτίστως] εάν θα καταφέρουν να πληρώσουν τους λογαριασμούς του μήνα» (13).

Αντίθετα, οι πολιτικές προτεραιότητες του Μπαράκ Ομπάμα (παγκόσμια ειρήνη, αποκατάσταση της φήμης των ΗΠΑ στο εξωτερικό, φυλετική ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, οικολογία) βρίσκουν απήχηση στις τάξεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που έχουν λύσει τις άμεσες βιοποριστικές τους ανάγκες, έχοντας έτσι την πολυτέλεια να προσανατολιστούν πολιτικά με γνώμονα ευρύτερα ηθικά ζητήματα. Παράλληλα, λόγω της ανώτερης εκπαιδευτικής τους στάθμης, οι τάξεις αυτές των ψηφοφόρων έχουν μάθει να επιβραβεύουν τη διανοητική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πρωτοτυπία και τη ρητορική επιδεξιότητα, ικανότητες δηλαδή στις οποίες ο Μπαράκ Ομπάμα υπερτερεί άνετα έναντι της αντιπάλου του.

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορετικές τάσεις που εκπροσωπούν η Κλίντον και ο Ομπάμα έχουν μεν ταξικό προσανατολισμό, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει σε βάθος την πολιτική ταυτότητα της προεκλογικής τους διαμάχης. Άλλωστε οι δυο κατεξοχήν εκπρόσωποι του αριστερού ρεύματος του Δημοκρατικού κόμματος, ο βουλευτής Ντένις Κουσίνιτς και ο γερουσιαστής Τζον Έντουαρντς, αποσύρθηκαν από τη διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος από πολύ νωρίς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οποιοσδήποτε από τους Κλίντον ή Ομπάμα κερδίσει το προεδρικό χρίσμα θα λάβει παράλληλα την ολική και άνευ όρων υποστήριξη ολόκληρου του Δημοκρατικού εκλογικού σώματος. Τότε είναι που θα ξεκινήσει η προσπάθεια μέχρι τελικής πτώσης για να αποφευχθεί η διαιώνιση της Ρεπουμπλικανικής εξουσίας στην Ουάσιγκτον.

Παραπομπές

[1] E. Luce, «Democratic Struggle Stresses Faultlines», The Financial Times, 6/2/08.

[2] Exit polls για όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ βρίσκονται στη σελίδα του MSNBC: (http://www.msnbc.msn.com/id/21660890)

[3] Ό.π.

[4] A. Fram, «Candidates’ Backers Not As Predictable», Associated Press, 29/2/08.

[5] Ανών., «The Exit Polls: What Was Behind Tuesday’s Vote», CQ Politics, 4/3/08.

[6] Ό.π. 1.

[7] Ό.π. 1.

[8] C. Todd, M. Murray και D. Montanaro, «First Thoughts: The Great ’08 Paradox», MSNBC, 13/3/08.

[9] Διάφοροι, «Who Voted and Why? A Roundtable Discussion on the Ethnic, Religious and Social Makeup of Voters in the Elections», Democracy Now!, 10/11/06.

[10] Ό.π. 1.

[11] Ανών., «Obamaworld Versus Hillaryland», The Economist, 5/3/08.

[12] Ό.π. 4.

[13] Ό.π. 11.

Ο Σήφης Φιτσανάκης είναι διδάκτορας πολιτικών επιστημών και ζει στις ΗΠΑ. Για άρθρα και αναλύσεις του, βλ. www.monogramma.blogspot.com

επιμέλεια: Λεωνίδας Ντιλσιζιάν

Ιράκ:

  • Η Κλίντον δεν μετανιώνει για την ψήφο της τον Οκτώβριο του 2002 υπέρ της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ. Αποφεύγει το σαφές χρονοδιάγραμμα για την πλήρη αποχώρηση. Θεωρεί σε κάθε περίπτωση απαραίτητη τη διατήρηση περιορισμένου αριθμού δυνάμεων.
  • Ο Ομπάμα, ήδη πριν την κήρυξη του πολέμου, αντιτέθηκε στην επέμβαση. Στηρίζει τη σταδιακή απόσυρση των στρατευμάτων, επιμένει ότι «είναι καιρός να επιστρέψουμε στους Ιρακινούς την πατρίδα τους», αν και δεν απορρίπτει την ανάγκη της ένοπλης παρέμβασης: «Δεν είμαι ενάντια σε κάθε πόλεμο. Μόνο σε όσους είναι άχρηστοι».

Εξωτερική πολιτική:

  • Η Χίλαρι δηλώνει «κατηγορηματική, ακλόνητη υπέρ της ασφάλειας και προστασίας του Ισραήλ» και θέτει όρους για τυχόν συναντήσεις με παραδοσιακούς εχθρούς των ΗΠΑ. Επιδιώκει την εξάντληση όλων των διπλωματικών μέσων με το Ιράν, τη συνέχιση του εμπάργκο με την Κούβα και τη συνεκτική διπλωματική πολιτική με την Κίνα.
  • Ο Ομπάμα αναγνωρίζει την τεράστια σημασία του Ισραήλ ως συμμάχου των ΗΠΑ στο μεσανατολικό. Επιδιώκει από τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης συνάντηση με τους ηγέτες του Ιράν, της Συρίας, της Βενεζουέλας, της Κούβας και της Βόρειας Κορέας. Θεωρεί ότι η Κίνα είναι «ανταγωνιστής, αλλά όχι εχθρός».

Περίθαλψη – ασφαλιστικό σύστημα:

  • Η Χίλαρι υπόσχεται επιδόματα ασφάλισης στις μη προνομιούχες ομάδες. Προσβλέπει σε σταδιακές μεταρρυθμίσεις για ένα καθολικό σύστημα υγείας στο οποίο οι εργοδότες θα παρέχουν μέρος της ασφάλισης των εργαζομένων.
  • Ο Ομπάμα υποστηρίζει τη μείωση του κόστους της ασφάλισης, προτείνει επιδοτήσεις σε όσους έως σήμερα δεν διαθέτουν ασφάλιση και δηλώνει πεπεισμένος ότι μέχρι το τέλος της πρώτης περιόδου της θητείας του «θα έχουμε ένα καθολικό σύστημα υγείας σε αυτή τη χώρα».

Φορολογικό σύστημα:

  • Η Κλίντον υπόσχεται ένα οικονομικό πακέτο στήριξης και την κατάργηση των φοροελαφρύνσεων που η κυβέρνηση Μπους παρείχε σε όσους είχαν εισόδημα άνω των 250.000 δολαρίων το χρόνο.
  • Ο Ομπάμα υπόσχεται άμεση μείωση της φορολογίας για τις μη προνομιούχες ομάδες και στοχεύει στην κατάργηση της φορολογικής πολιτικής του Μπους. Υποστηρίζει την αύξηση του φόρου επί των κερδών κεφαλαίου.

επιμέλεια: Λεωνίδας Ντιλσιζιάν

Χίλαρι Κλίντον

  • Μαντλίν Ολμπράιτ. Υποστηρίκτρια της στρατιωτικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κλίντον. Ως πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, αρνείται την ενεργό συμμετοχή στον τερματισμό της γενοκτονίας στη Ρουάντα και υπεραμύνεται το συνεχές εμπάργκο στο Ιράκ με θύματα 400.000 παιδιά.
  • Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Πολιτικός σύμμαχος του Σουχάρτο στην Ινδονησία, ως υπεύθυνος για θέματα νοτιοανατολικής Ασίας. Από τους εμπνευστές της πολιτικής σύμπραξης με το καθεστώς του Φέρντιναντ Μάρκος στις Φιλιππίνες και με τη νοτιοκορεάτικη χούντα που καταπνίγει την εξέγερση του Γκουανγκζού. Σήμερα, ένας από τους λίγους Δημοκρατικούς υποστηρικτές του πολέμου στο Ιράκ.
  • Σάμουελ Μπέργκερ. Σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Μπιλ Κλίντον και υποστηρικτής της επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία.
  • Τζακ Κιν. Ηγήθηκε των αμερικανικών επεμβάσεων στην Αϊτή, τη Σομαλία και τη Γιουγκοσλαβία. Τελεί σήμερα έμμισθος σύμβουλος της αμερικανικής δύναμης στο Ιράκ.

Μπαράκ Ομπάμα

  • Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι. Ο Αμερικανοπολωνός πολιτικός επιστήμονας και πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας στην κυβέρνηση Κάρτερ, διακρίνεται για τις επιθετικές του ιδέες στην εξωτερική πολιτική. Διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη συστηματική χρηματοδότηση και προμήθεια αμερικανικού οπλισμού στους αντι-σοβιετικούς μουτζαχεντίν του Πακιστάν και του Αφγανιστάν.
  • Άντονι Λέικ. Θήτευσε στο υπουργείο εξωτερικών υπό τον Χένρι Κίσινγκερ, τον οποίο αποκήρυξε το 1970 για την εκστρατεία στο Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη. Πιστός στο «δόγμα Κίσινγκερ» και υποστηρικτής της αμερικανικής επέμβασης στην Αϊτή.
  • Ντένις Ρος. Πρώην αξιωματούχος του υπουργείου εξωτερικών και κατά καιρούς συνήγορος της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης. Από τους εμφατικότερους δημόσιους επικριτές του πρώην προέδρου Τζίμι Κάρτερ που χαρακτηρίζει το Ισραήλ κράτος-απαρτχάιντ.
  • Σάρα Σιούαλ. Πανεπιστημιακός, με θητεία στο υπουργείο άμυνας επί Κλίντον, και συγγραφέας των στρατιωτικών εγχειριδίων του Πεντάγωνου για τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ και αλλού.
  • Τζόζεφ Σιρινκιόνι. Πολυγραφότατος πανεπιστημιακός, υπέρμαχος του πυρηνικού αφοπλισμού.
  • Σαμάνθα Πάουερ. Νομικός, υπέρ της παγκόσμιας αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων.

του Σήφη Φιτσανάκη

Περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη χώρα, στις ΗΠΑ η ορθή άσκηση του δικαιώματος της ψήφου είναι ολόκληρη επιστήμη. Κι αυτό διότι ο εντοπισμός ουσιαστικών πολιτικών διαφορών μεταξύ υποψήφιων απαιτεί κατά κανόνα επίπονη και συστηματική έρευνα. Η επιστημονική προσέγγιση απαιτείται εκ των πραγμάτων, καθώς οι δελφίνοι των δυο μεγάλων κόμματων πολιτεύονται κατά κανόνα βασιζόμενοι στη δύναμη της εικόνας, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τα πολιτικά τους προγράμματα (1). Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους κύριους λόγους που η συντριπτική πλειοψηφία των εν δυνάμει ψηφοφόρων είτε ψηφίζουν με βάση την εικόνα είτε επιλέγουν την αποχή (2). Το ακριβές ποσοστό της αποχής, που συστηματικά ξεπερνάει το 50%, αποτελεί εξάλλου την σημαντικότερη –και γι’ αυτό την πλέον συγκαλυμμένη– είδηση των εκλογικών αναμετρήσεων στη χώρα.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το επιφαινόμενο, με ποιο τρόπο μπορούν να εντοπιστούν με σχετική ορθότητα οι ουσιώδεις πολιτικές διαφορές μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων όπως η Χίλαρι Κλίντον και ο Μπαράκ Ομπάμα; Ένας έγκυρος τρόπος (3), είναι η εξέταση της πολιτικής ταυτότητας των συμβουλευτικών τους επιτελείων, τα οποία θα στελεχώσουν σε μεγάλο βαθμό την κυβέρνηση που θα σχηματίσει ο επόμενος ή η επόμενη πλανητάρχης. Ένας άλλος τρόπος, εξίσου αποτελεσματικός, είναι η ανάλυση των πολιτικών τους διασυνδέσεων με τα εργατικά συνδικάτα, καθώς και με το οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Κι αυτό διότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους ψηφοφόρους, τα οργανωμένα συμφέροντα στις ΗΠΑ, είτε εργατικά, είτε εργοδοτικά, διερευνούν λεπτομερειακά ακόμα και τις πλέον αδιόρατες διαφορές μεταξύ των υποψήφιων, πριν τους προσφέρουν την υποστήριξή τους.

Ο ρόλος των οργανωμένων συμφερόντων

Εξετάζοντας κανείς τις χρηματικές συνεισφορές από διάφορα οργανωμένα συμφέροντα στις προεκλογικές εκστρατείες της Κλίντον και του Ομπάμα, παρατηρεί μόνο τρεις περιπτώσεις όπου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στις οικονομικές τους απολαβές. Συγκεκριμένα στους τομείς των μεταφορών, των εργατικών συνδικάτων, καθώς και των αμυντικών εξοπλισμών (4). Και στις τρεις αυτές κατηγορίες η εκστρατεία της Κλίντον έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εξασφαλίσει από 31% έως και 70% υψηλότερη χρηματοδότηση από εκείνη του εσωκομματικού της αντίπαλου.

Ποιος ο λόγος της διαφοροποίησης στη χρηματοδότηση των Ομπάμα και Κλίντον; Στην περίπτωση των εταιρειών που επιδίδονται στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών, η αιτία έχει να κάνει με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Είναι δε προφανής: κατά την οκταετία της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, παρά την πτώση του ανατολικού μπλοκ και την σχεδόν παράλληλη εξαφάνιση του «εξ ανατολών κινδύνου», η κυβέρνησή του αρνήθηκε πεισματικά να ακολουθήσει την παγκόσμια πτωτική τάση στους εξοπλισμούς. Μεταξύ 1993 και 2001, όταν όλες σχεδόν οι σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως μείωναν δραστικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, ο αντίστοιχος αμερικανικός αυξήθηκε από 292,4 δισ. σε 306 δισ. δολάρια, παραμένοντας σε γενικές γραμμές στα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου (5). Παράλληλα, οι κυβερνήσεις Κλίντον θεσμοθέτησαν την στρατοκρατική τάση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, επιθυμώντας να «διατηρήσουν με στρατιωτικά μέσα τη νεοαποκτηθείσα στρατηγική υπερίσχυση που επήλθε από τη σοβιετική κατάρρευση και [να επιδοθούν σε μια] μονόπλευρη [πολιτική, την οποία θεωρούσαν] ως την πλέον εύκολη και αξιόπιστη μέθοδο επιδίωξης του στρατηγικού αυτού στόχου» (6).

Η στρατιωτική βιομηχανία

Η τάση στρατοκρατίας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επί εποχής Μπιλ Κλίντον δεν εκδηλώθηκε μόνο με τις συνεχείς και παράνομες στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός συνόρων (Βοσνία, Κροατία, Σερβία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Αϊτή, Σουδάν, Αφγανιστάν, Ιράκ, Ζαΐρ και αλλού). Εκδηλώθηκε επίσης μέσω της δραστικής αύξησης της διάθεσης στρατιωτικού υλικοτεχνικού εξοπλισμού σε συμμαχικές κυβερνήσεις ανά την υφήλιο που επιδίδονταν στην συστηματική εξολόθρευση μερίδας του πληθυσμού τους (Ισραήλ, Ινδονησία, Τουρκία, Κολομβία και άλλες). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τουρκίας, η οποία το 1997, την εποχή δηλαδή που εξολόθρευε μαζικά τον Κουρδικό της πληθυσμό στην Ανατολία, παρέλαβε από τις ΗΠΑ στρατιωτική βοήθεια υψηλότερη από εκείνη που έλαβε σε ολόκληρη την περίοδο 1950-19837.

Συνεπώς οι κυβερνήσεις Κλίντον φρόντισαν ώστε να μην επαληθευθούν οι υπαρξιακοί φόβοι του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, που λογικά ανησυχούσε για την οικονομική του επιβίωσή μετά την εξάλειψη του «σοβιετικού κινδύνου». Φυσικά οι κολοσσιαίες εταιρίες ολιγοπωλιακού χαρακτήρα, που απαρτίζουν την αμερικανική βιομηχανία αμυντικών εξοπλισμών, προτιμούν κατά παράδοση Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Ωστόσο διαλέγοντας μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων, όπως είναι η Κλίντον και ο Ομπάμα, επιλέγουν δικαιολογημένα την Κλίντον, ο σύζυγος της οποίας στάθηκε αταλάντευτα στο πλευρό τους επί οχτώ κρίσιμα χρόνια.

Τα συνδικάτα

Οι περιπτώσεις των μεταφορών και των εργατικών συνδικάτων σχετίζονται με την οικονομική πολιτική. Είναι δε αλληλένδετες, καθώς οι μεταφορές αποτελούν έναν από τους ελάχιστους τομείς της αμερικανικής οικονομίας που ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τα εργατικά συνδικάτα, από την εποχή του Τζίμι Χόφα. Εδώ και δεκαετίες, το περιβάλλον Κλίντον διατηρεί σημαντικές προσβάσεις στα αμερικανικά συνδικάτα, τα οποία, μετά τον καταποντισμό που υπέστησαν επί Ρόναλντ Ρίγκαν, γνώρισαν μερική ανάκαμψη κατά την οκταετία της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον. Είναι χαρακτηριστικό ότι έως τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη δέκα εργατικά συνδικάτα πανεθνικής εμβέλειας είχαν δηλώσει επίσημα την υποστήριξή τους στην Χίλαρι Κλίντον, τέσσερα στον Τζον Έντουαρντς (ο οποίος αργότερα απέσυρε την υποψηφιότητά του), ενώ κανένα στον Μπαράκ Ομπάμα8. Οι αναλογίες αυτές δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά από τότε (9).

Ο λόγος της συντριπτικής υποστήριξης της Χίλαρι Κλίντον από τα συνδικάτα δεν οφείλεται μόνο στην ευγνωμοσύνη τους για την υποστήριξη που τους δόθηκε επί κυβερνήσεων Μπιλ Κλίντον. Οφείλεται κυρίως στην αισθητή διαφοροποίηση του οικονομικού της προγράμματος από εκείνο του Μπαράκ Ομπάμα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως οι δυο εφημερίδες-αντιπρόσωποι του αμερικανικού κεφαλαίου, η Wall Street Journal (10) και η αμερικανική έκδοση των Financial Times, υποστηρίζουν επίσημα τον Τζον Μακέιν και τον Μπαράκ Ομπάμα. Σε πρόσφατο άρθρο της σύνταξης, οι Financial Times κατηγόρησαν και τους δυο Δημοκρατικούς υποψήφιους ως «υποκριτές», διότι πλασάρουν προεκλογικά τον οικονομικό προστατευτισμό (δηλαδή την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τον ανταγωνισμό της ξένης) για να κερδίσουν την υποστήριξη των συνδικάτων, ενώ στην πραγματικότητα γνωρίζουν πως μετεκλογικά θα είναι δύσκολο να περιορίσουν το «ελεύθερο εμπόριο, [που αποτελεί] ζωτικό αμερικανικό συμφέρον» (11). Για τους αντιδραστικούς Financial Times, το πρόβλημα με την Κλίντον είναι ότι πραγματικά πιστεύει στον οικονομικό προστατευτισμό. Αντίθετα, το συμβουλευτικό επιτελείο του Ομπάμα έχει εμμέσως αναγνωρίσει ότι η αντίθεσή του στο ελεύθερο εμπόριο είναι απλά «πολιτική δημαγωγία», την οποία δεν σκοπεύει να τηρήσει μετεκλογικά. Άρα, καταλήγει η εφημερίδα, ο Ομπάμα μπορεί να είναι «υποκριτής, αλλά –όσο άσχημα κι αν ακούγεται αυτό– υπάρχουν και χειρότερα πράγματα, ένα από τα οποία είναι ο προστατευτισμός» στον οποίο πιστεύει η Κλίντον, αλλά όχι ο Ομπάμα (12).

Διαφορές στα σημεία

Φυσικά η πολιτική και οικονομική υποστήριξη των εργατικών συνδικάτων προς την Χίλαρι Κλίντον δεν σημαίνει απαραίτητα υπερίσχυση της υποψηφιότητάς της. Άλλωστε το 2004 ο Δημοκρατικός Τζον Κέρι κέρδισε το χρίσμα για την Προεδρία των ΗΠΑ έχοντας λάβει την υποστήριξη ενός μόνο πανεθνικού εργατικού συνδικάτου (13). Ωστόσο η προτίμηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, όπως και του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, στην εκστρατεία της Κλίντον φανερώνει μερικές από τις σπάνιες πολιτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ της συζύγου του πρώην προέδρου των ΗΠΑ και του Μπαράκ Ομπάμα.

Σε τελική ανάλυση, οι διαφορές μεταξύ της Κλίντον και του Ομπάμα, όπως διαφαίνονται από τη σύνδεση των υποστηρικτών τους, είναι πολιτικά σημαντικές ακριβώς επειδή είναι αριθμητικά ελάχιστες. Διότι εάν επιθυμεί κανείς να αποφασίσει ποιον υποψήφιο θα υποστηρίξει, όχι με βάση την εικόνα, αλλά με βάση πολιτικά κριτήρια, σε αυτές τις λίγες διαφορές θα πρέπει απαραίτητα να επικεντρωθεί.

Παραπομπές

[01] N. Chomsky «The Toothpaste Election», Counterpunch, 12/3/05.

[02] Κατατοπιστικότατη είναι η μελέτη των F.F. Piven και R.A. Cloward, Why Americans Don’t Vote, Pantheon Books, Νέα Υόρκη, 1988.

[03] Σ. Φιτσανάκης, «Το Πικρό Δίλημμα των Αμερικανικών Εκλογών», Αντί, 15/2/08.

[04] Πλήρη στοιχεία παραθέτονται στο πρόγραμμα Open Secrets του Center for Responsive Politics (www.opensecrets.org).

[05] C. Johnson, The Sorrows of Empire, Macmillan, Νέα Υόρκη, 2004 σελ. 56.

[06] C. Knight, US Military-Strategic Ambitions: Expanding to Fill the Post-Soviet Vacuum, Commonwealth Institute, Κέιμπριτζ, Ιούνιος 2000.

[07] N. Chomsky, Middle East Illusions, Rowman & Littlefield, Νέα Υόρκη, 2004, σελ. 205.

[08] J.J. Holland, «Obama Comes Up Short on Union Support», USA Today, 18/12/07.

[09] Αν και ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική διάσπαση της μεγαλύτερης αμερικανικής ομοσπονδίας εργαζομένων του δημοσίου (AFSCME), η ανώτατη ηγεσία της οποίας υποστηρίζει επίσημα την Κλίντον, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του διοικητικού της συμβουλίου υποστηρίζει τον Ομπάμα (Α. Berman, «Labor Rebels Against Clinton», The Nation, 07/01/08).

[10] Άρθρο της σύνταξης, «The Wages of HillaryCare», The Wall Street Journal, 7/2/08.

[11] Άρθρο της σύνταξης, «Primary Politics and Protectionism», The Financial Times, 10/3/08.

[12] Δείτε επίσης J. Bhagwati «Obama’s Free-Trade Credentials Top Clinton’s», The Financial Times, 3/3/08, καθώς και C. Cook, «Why Democrats Must Choose Obama», The Financial Times, 10/2/08.

[13] Ό.π. 8.

Ο Σήφης Φιτσανάκης είναι διδάκτορας πολιτικών επιστημών και ζει στις ΗΠΑ. Για άρθρα και αναλύσεις του, βλ. www.monogramma.blogspot.com