02. Ασφαλιστικό


Ασφαλιστικό

Δημογραφικό, ασφαλιστικό και οικογενειακή πολιτική
Χάρις Συμενωνίδου, οικονομολόγος, δημογράφος, διευθύντρια ερευνών ΕΚΚΕ

Αναδιανεμητικά και κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά συστήματα: βασικά χαρακτηριστικά και πολιτικές διαστάσεις
Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, πολιτικός επιστήμονας

Τα αποθεματικά των ταμείων

Γιατί η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων δεν εξασφαλίζεται με τα μέτρα της κυβέρνησης;
Γαβριήλ Σακελλαρίδης, οικονομολόγος, συνεργάτης του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»

Advertisements

Το να γίνεται αφιέρωμα στο ασφαλιστικό μόλις λίγες εβδομάδες μετά την ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» της κυβέρνησης ίσως φαντάζει λίγο παράδοξο. Πόσο μάλλον όταν ο στόχος αυτού του αφιερώματος δεν είναι να ασχοληθεί με το πρόσφατα ψηφισθέν νομοσχέδιο. Και όμως, όσοι γνωρίζουν έστω και ελάχιστα τα του ασφαλιστικού μπορούν να διαβεβαιώσουν ότι το ασφαλιστικό όχι μόνο δεν λύθηκε αλλά θα μας απασχολήσει ξανά στο άμεσο μέλλον. Θα μας απασχολήσει γιατί η ασφαλιστική μεταρρύθμιση της Νέας Δημοκρατίας δεν απάντησε, ούτε καν άγγιξε, τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνιστούν τον πυρήνα του ασφαλιστικού προβλήματος. Όπως σωστά τονίστηκε επανειλημμένα, η κύρια στόχευση της πρόσφατης μεταρρύθμισης ήταν η πρόσκαιρη «δημοσιονομική» τακτοποίηση των οικονομικών του συστήματος –κυρίως μέσω της εσωτερικής ανακατανομής πόρων μεταξύ των ταμείων– και η διαμόρφωση ενός γενικού πλαισίου που θα επιτρέψει στο μέλλον επιπλέον παρεμβάσεις.

Η ορατή όψη του προβλήματος είναι ότι τα ταμεία «δεν έχουν λεφτά». Όμως η οικονομική δυσπραγία των ταμείων είναι το σύμπτωμα και όχι η αιτία της κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος στη χώρα μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι «γιατί τα ταμεία δεν έχουν λεφτά;». Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι αυτονόητη. Από τη μία υπάρχουν κάποιες «εσωτερικές» τάσεις του συστήματος που χρόνο με το χρόνο επιδεινώνουν την κατάσταση. Από την άλλη υπάρχουν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και πρακτικές οι οποίες ενισχύουν αυτές τις ενδογενείς τάσεις.

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται να υπάρχει μια κατ’ αρχήν συμφωνία όσον αφορά τους παράγοντες που συγκροτούν το πρόβλημα. Λίγο πολύ αυτοί περιλαμβάνουν (α) το δημογραφικό πρόβλημα, δηλαδή στη διαχρονική επιδείνωση της σχέσης μισθωτών-συνταξιούχων εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης, (β) το πρόβλημα της χρηματοδότησης των ταμείων που οφείλεται τόσο στις μειωμένες εισροές του (εξαιτίας της εισφοροδιαφυγής και της μαύρης εργασίας) όσο και στη χρησιμοποίηση-εξανέμιση των αποθεματικών των ταμείων και (γ) τη χρησιμοποίηση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης ως «αντίβαρου» στις διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων. Επί σειρά ετών οι κυβερνήσεις έκαναν αποσπασματικές ασφαλιστικές ρυθμίσεις, αλλοιώνοντας τη δομή και τη φυσιογνωμία του συστήματος, ως αντάλλαγμα της απροθυμίας τους να ικανοποιήσουν μισθολογικά αιτήματα που θα συνεπάγονταν άμεσες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις. Κάπως έτσι, την προηγούμενη της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, το ασφαλιστικό σύστημα χαρακτηριζόταν από πληθώρα μικρών ταμείων και ένα «μεγάλο κουβά» (το ΙΚΑ) ο οποίος δέχονταν όλα τα βάρη.

Τα παραπάνω συνιστούν τη «λογιστική» βάση του προβλήματος (χωρίς όμως να υπάρχει συμφωνία για το βάρος κάθε παράγοντα). Η απάντηση όμως δεν θα είναι –ούτε ποτέ υπήρξε– λογιστική. Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί, η λύση του ασφαλιστικού θα είναι πολιτική γιατί το ίδιο το πρόβλημα είναι πολιτικό, υπό την έννοια ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης αντικατοπτρίζει ενός τύπου κοινωνικό συμβόλαιο, τόσο μεταξύ των γενεών όσο και μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων.

Εν αναμονή επομένως του «δεύτερου γύρου» μπορούμε να ξανανοίξουμε τη συζήτηση ξεκινώντας από κάποια βασικά ερωτήματα: υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα και εάν ναι, πόσο σημαντικό είναι; Γιατί το ασφαλιστικό δεν μπορεί να λυθεί με τα μέτρα της κυβέρνησης; Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που το επηρεάζουν; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός αναδιανεμητικού και ενός κεφαλαιοποιητικού ασφαλιστικού συστήματος; Που πήγαν τα λεφτά των ταμείων; Τα κείμενα του αφιερώματος προσπαθούν να θίξουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα. Στόχος του πρώτου αφιερώματος για το ασφαλιστικό δεν είναι να προτείνει λύσεις. Σε τελική ανάλυση για να λύσεις ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να το ορίσεις σωστά.

της Χάριτος Συμεωνίδου

Είναι γνωστό ότι ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα, ο μέσος δηλαδή αριθμός παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, βρίσκεται, από το 1983, σε επίπεδο κατώτερο του 2,1, που είναι απαραίτητο για την αντικατάσταση των γενεών (1,33 παιδιά το 2005). Οι συνέπειες είναι γνωστές: μείωση του ποσοστού αύξησης του πληθυσμού, μηδενική και στη συνέχεια αρνητική αύξηση, δημογραφική γήρανση.

Σε ευρωπαϊκό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία, στην τελευταία θέση όσον αφορά τη γονιμότητα, ενώ παρουσιάζει και τον ταχύτερο ρυθμό πληθυσμιακής γήρανσης. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων των απογραφών του 1951 και του 2001 είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: η βάση της πυραμίδας ηλικιών έχει περιοριστεί ενώ η κορυφή της διευρύνθηκε (Διάγραμμα 1).

Επιπλέον, οι προβλέψεις πληθυσμού αναφέρουν ότι μέχρι το 2050 περίπου ο ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας θα είναι 65 ετών και άνω, ενώ τα ποσοστά των νέων θα μειωθούν σημαντικά, με αποτέλεσμα το ποσοστό των ατόμων τρίτης ηλικίας να είναι τριπλάσιο από το ποσοστό των ατόμων κάτω των 15 ετών (Διάγραμμα 2).

Το δημογραφικό ζήτημα συνδέεται στενά, εκτός των άλλων, και με το ασφαλιστικό. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο λόγος του αριθμού των οικονομικά ενεργών ατόμων ως προς τα άτομα σε ηλικία συνταξιοδότησης θα μειωθεί από 3,74 το 2006 σε 1,7 το 2050. Όπως είναι εύλογο, η αλλαγή στη δομή του πληθυσμού θα επιφέρει μακροχρόνια ένα βαρύ φορτίο στα οικονομικά του εθνικού δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος και θα θίξει ιδιαίτερα τα ταμεία του ΙΚΑ και του ΟΓΑ.

Επομένως, εκτός των γνωστών οικονομικών, θεσμικών και οργανωτικών παραγόντων που έχουν παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην αποδυνάμωση του ασφαλιστικού, έχει ιδιαίτερη σημασία και η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της πληθυσμιακής γήρανσης, μέτρων που σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ αφορούν κυρίως την αντιμετώπιση της μείωσης της γονιμότητας.

Σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ για τη γονιμότητα μια συνεπής οικογενειακή – δημογραφική πολιτική θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος. Το γεγονός αυτό φαίνεται καθαρά από τα αποτελέσματα των ερευνών που παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Ο επιθυμητός αριθμός παιδιών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με 2,3 παιδιά, δηλαδή υπερβαίνει το όριο αντικατάστασης των γενεών.

Η Eurostat αναφέρει για την Ελλάδα τρία σενάρια (εκδοχές) για το έτος 2020. Σύμφωνα με το απαισιόδοξο σενάριο, η γονιμότητα θα φτάσει το 1,40 παιδιά ανά γυναίκα. Η μεσαία εκδοχή υποστηρίζει ότι θα φτάσει το 1,70, η δε αισιόδοξη εκδοχή ότι θα φτάσει το 1,90 παιδιά ανά γυναίκα. Στο απαισιόδοξο σενάριο έχει θεωρηθεί ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές από την πολιτεία ως προς την τρέχουσα φροντίδα των παιδιών, τα οικογενειακά επιδόματα κ.ά. Στο αισιόδοξο σενάριο αντίθετα, όλες οι συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν στις γυναίκες να συνδυάσουν εργασιακή ζωή και μητρότητα θα εκπληρωθούν πλήρως και η οικογένεια θα ενισχυθεί οικονομικά. Και στα δυο σενάρια όμως, η μέση ηλικία της μητέρας κατά την απόκτηση του πρώτου παιδιού θα αυξηθεί σημαντικά.

Με τα παραπάνω ευρήματα και συμπεράσματα της Eurostat, συμφωνούν και τα αποτελέσματα των ελληνικών ερευνών που καταλήγουν ότι για να πραγματοποιηθεί ο υψηλός επιθυμητός αριθμός παιδιών, θα πρέπει να ενισχυθεί η κρατική μέριμνα για την οικογένεια, τόσο μέσω οικογενειακών επιδομάτων όσο και μέσω παροχής υπηρεσιών για τη φύλαξη των παιδιών.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες που έχουν υιοθετήσει μια συνεπή οικογενειακή-δημογραφική πολιτική παρατηρείται αύξηση των γεννήσεων και αντίστοιχα μείωση της πληθυσμιακής γήρανσης. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου, λόγω της άσκησης κατάλληλης πολιτικής, ο δείκτης γονιμότητας έχει ήδη φτάσει στα όρια της αντικατάστασης των γενεών. Η πολιτική αυτή περιλαμβάνει παροχή υψηλών οικογενειακών επιδομάτων (καθολική κάλυψη), έμφαση στις υπηρεσίες δημόσιου προσχολικού συστήματος για τα παιδιά από 3-6 ετών, αλλά και για παιδιά ηλικίας μέχρι 2 ετών. Παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τις αυστηρές οικονομικές πιέσεις και τις προσπάθειες να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, η Γαλλία συνεχίζει να διατηρεί τις υποστηρικτικές πολιτικές της για το παιδί και την οικογένεια.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΚΕ, όπου έχει διεξαχθεί και σχετική ανάλυση κόστους-οφέλους, μια αποτελεσματική δημογραφική πολιτική θα είχε ως εξής:

· Παροχή άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων στην οικογένεια, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών (και κατάργηση των φοροαπαλλαγών για εξοικονόμηση μεγάλου μέρους του σχετικού κόστους).

· Ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης, η οποία λειτουργεί θετικά και όχι όπως συνήθως υποστηρίζεται αρνητικά στη γονιμότητα, με την προϋπόθεση ότι συνδυάζεται με τις κατάλληλες υπηρεσίες φροντίδας και φύλαξης των παιδιών.

· Καθιέρωση αμειβόμενης, μερικά τουλάχιστον, γονικής άδειας, σε αντικατάσταση της υπάρχουσας μη αμειβόμενης που ισχύει στην Ελλάδα, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε.

· Κάλυψη των αναγκών σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, για τους οποίους υπάρχει μεγάλη ανάγκη (μόνον 3% των παιδιών κάτω των 2,5 ετών καλύπτονται από κρατικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς).

· Ενεργοποίηση του θεσμού των «βοηθών μητέρων» και αξιοποίηση του δυναμικού των μητέρων που έχουν μέχρι σήμερα εκπαιδευτεί για το σκοπό αυτό.

· Κατάργηση της διπλοβάρδιας στα σχολεία και κάλυψη των αναγκών σε πρωινά μόνο τμήματα.

· Επέκταση του θεσμού των ολοήμερων σχολείων.

Επισημαίνεται ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει συνδυασμένη χρήση των παραπάνω μέτρων και όχι αποσπασματική εφαρμογή, όπως μέχρι τώρα συμβαίνει. Σύμφωνα με την έρευνα κόστους-οφέλους του ΕΚΚΕ, η συνδυασμένη χρήση των μέτρων που αναφέρονται οδηγεί και σε σημαντική μείωση του κόστους υλοποίησης της οικογενειακής-δημογραφικής πολιτικής, ενώ τα αποτελέσματα είναι πολλαπλασιαστικά.

Η Χάρις Συμεωνίδου είναι οικονομολόγος–δημογράφος, διευθύντρια ερευνών ΕΚΚΕ

του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου

Το αναδιανεμητικό σύστημα

Η ιστορική ανάπτυξη των συνταξιοδοτικών συστημάτων ανέδειξε μία βασική διάκριση ως προς τη μέθοδο χρηματοδότησής τους ανάμεσα σε διανεμητικά (pay as you go systems) και κεφαλαιοποιητικά (funded systems). Τα διανεμητικά συστήματα στηρίζονται στην αρχή των τρεχουσών πληρωμών, δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι καταβάλλουν τις εισφορές από τις οποίες χρηματοδοτούνται οι τρέχουσες συντάξεις. Από την παραπάνω αρχή προκύπτει και το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου χρηματοδότησης: η διαγενεακή αλληλεγγύη. Ιστορικά, το εν λόγω μοντέλο προέκυψε από τη μετεξέλιξη της αλληλοβοηθητικής ασφάλισης που αναπτύχθηκε κυρίως ανάμεσα στους μισθωτούς και για αυτό το λόγο στηρίζεται στις εισφορές. Η ανάδειξή του σε κυρίαρχο μοντέλο οφείλεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στους αγώνες διάφορων μερίδων της εργατικής τάξης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις στην πρωτοβουλία της κρατικής γραφειοκρατίας. Η πλειονότητα των ασφαλιστικών συστημάτων της ηπειρωτικής Ευρώπης λειτουργούν στη βάση του διανεμητικού μοντέλου, εφόσον είναι το μόνο που παράγει την απαιτούμενη κοινωνική αλληλεγγύη.

Το γεγονός ότι το διανεμητικό σύστημα είναι μία κοινωνικά γειωμένη μέθοδος χρηματοδότησης των συντάξεων το καθιστά αυτόματα αρκετά ευαίσθητο στις μεταβολές της κοινωνικοπολιτικής και της εργασιακής δομής. Η χρυσή εποχή για τα διανεμητικά συστήματα ήταν η περίοδος της κεϋνσιανής συναίνεσης, όταν ο βασικός προσανατολισμός των κρατικών πολιτικών ήταν η επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και η ενίσχυση της συνολικής ζήτησης. Το αυξημένο επίπεδο απασχόλησης διεύρυνε τη δεξαμενή των εισφορών εξασφαλίζοντας ένα ικανοποιητικό επίπεδο συντάξεων, το οποίο με τη σειρά του ενίσχυε την αγοραστική δύναμη όσων ήταν έξω από την αγορά εργασίας διασφαλίζοντας το επίπεδο της συνολικής ζήτησης. Η διάρρηξη της κεϋνσιανής συναίνεσης, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές μεταβολές, οδήγησε τα διανεμητικά συστήματα σε κρίση. Συγκεκριμένα, η εγκατάλειψη της πλήρους απασχόλησης και η εισαγωγή των ευέλικτων μορφών εργασίας συρρίκνωσαν το ασφαλισμένο εργατικό δυναμικό, περιορίζοντας τη δεξαμενή των εισφορών. Από την άλλη πλευρά, το πέρασμα της γενιάς της πλήρους απασχόλησης στη σύνταξη οδήγησε σε επέκταση των απαιτούμενων κονδυλίων, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν τις καταβαλλόμενες εισφορές.

Το κεφαλαιοποιητικό σύστημα

Στον αντίποδα των διανεμητικών συστημάτων βρίσκονται τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα. Η βασική στόχευσή τους δεν είναι η κοινωνική αλληλεγγύη αλλά η επίτευξη της μέγιστης οικονομικής αποδοτικότητας. Η αρχή που διέπει τη λειτουργία τους είναι αυτή της ατομικής κεφαλαιακής συσσώρευσης, σύμφωνα με την οποία το ύψος των παρεχόμενων συντάξεων είναι συνάρτηση της ικανότητας των ατόμων να αποταμιεύουν εισοδήματα κατά τη διάρκεια του εργάσιμου βίου τους. Η κεφαλαιοποιητική μέθοδος χρηματοδότησης στηρίζεται εξολοκλήρου στις δυνάμεις της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τη βάση λειτουργίας των ασφαλιστικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον ιδιωτικό τομέα. Η αποδοτικότητα αυτών των συστημάτων δεν εξαρτάται από τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την επέκταση και την κερδοφορία των εγχώριων και διεθνών χρηματαγορών, αφού η λογική τους συνίσταται στην επένδυση των αποθεματικών σε χρηματιστηριακά προϊόντα με σκοπό την υψηλή κερδοφορία.

Πολιτικές διαστάσεις των συστημάτων χρηματοδότησης

Τα γενικά χαρακτηριστικά των δύο συστημάτων που διατυπώθηκαν εν συντομία καθιστούν ευδιάκριτες και τις διαφορετικές πολιτικές λογικές που αυτά προϋποθέτουν. Το διανεμητικό σύστημα στηρίζεται κυρίως από τις αριστερές δυνάμεις και τα συνδικάτα, εφόσον αυτό παράγει κοινωνική αλληλεγγύη, πληρέστερη ασφαλιστική κάλυψη και εξασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Στα θετικά του συστήματος πρέπει επίσης να προστεθεί και η ομαλή μεταφορά εισοδημάτων σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του εργαζόμενου, αφού η δομή του διευκολύνει την έμμεση τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων, καθιστώντας το έτσι σημαντικό όπλο στην αντιμετώπιση της φτώχειας που πλήττει κατά κύριο λόγο την τρίτη ηλικία. Το σημαντικότερο μελανό σημείο του συστήματος, τουλάχιστον στην ελληνική εκδοχή του, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι ενώ προωθεί την αναδιανομή ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές, εντούτοις ο ομοιοεπαγγελματικός προσανατολισμός του περιορίζει σημαντικά τον αναδιανεμητικό του χαρακτήρα ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

Από την άλλη πλευρά το κεφαλαιοποιητικό σύστημα συνιστά, στις μέρες μας, μια κεντρική νεοφιλελεύθερη επιλογή διότι η λειτουργία του είναι συνυφασμένη με την προώθηση των συμφερόντων του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Οι υποστηρικτές αυτού του συστήματος θεωρούν πως το διανεμητικό σύστημα είναι αποτυχημένο διότι δεν ενθαρρύνει την ατομική αποταμίευση και άρα αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της αγοράς, δεν προωθεί την οικονομική ανάπτυξη γιατί η αρχή των τρεχουσών πληρωμών λειτουργεί ως ένας επιπλέον φόρος σε βάρος των επιχειρήσεων και των εργαζομένων και τέλος δεν παρέχει επαρκή κίνητρα για εργασία. Αυτές τις αποτυχίες του διανεμητικού συστήματος υποτίθεται ότι τις διορθώνει το κεφαλαιοποιητικό σύστημα μέσα από την αγορά. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αστάθμητη λειτουργία των χρηματαγορών αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα του εν λόγω συστήματος, αφού δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί το ύψος και η διάρκεια των συνταξιοδοτικών εισοδημάτων. Ενδεικτική ως προς το τελευταίο είναι και η περίπτωση της αμερικανικής εταιρείας Salomon Brothers, η οποία έχοντας επενδύσει τα συνταξιοδοτικά της προγράμματα στη μεξικάνικη χρηματαγορά αντιμετώπισε το φάσμα της χρεοκοπίας λόγω του μεξικάνικου κραχ το 1995.

Στην πραγματικότητα τα περισσότερα συνταξιοδοτικά συστήματα είναι μικτά, δηλαδή περιλαμβάνουν πλευρές αμφότερων των χρηματοδοτικών συστημάτων, δίνοντας όμως ιδιαίτερη έμφαση στο διανεμητικό σύστημα. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, όλα τα ταμεία κύριας ασφάλισης λειτουργούν με βάση το διανεμητικό σύστημα, ενώ τα ταμεία επικουρικής ασφάλισης διαθέτουν κάποια κεφαλαιοποιητικά χαρακτηριστικά, γεγονός άλλωστε που εξηγεί και την εμπλοκή τους στην υπόθεση των ομολόγων.

Ο Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας

Ένα από τα προβλήματα του ασφαλιστικού μας συστήματος είναι η διαχρονική αφαίμαξη των αποθεματικών του. Η μεγάλη αφαίμαξη έγινε κατά τη φάση της «συσσώρευσης», όταν δηλαδή τα ταμεία είχαν πολλούς ασφαλισμένους αλλά λίγους σχετικά συνταξιούχους. Η φάση αυτή καλύπτει την περίοδο 1950–1993, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια φάση «παθητικής διαχείρισης» των αποθεματικών των ταμείων. Κατά την περίοδο αυτή, τα αποθεματικά των ταμείων καταθέτονταν υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδας στην οποία τοκίζονταν με ένα επιτόκιο που οριζόταν διοικητικά. Το επιτόκιο αυτό ήταν για μακρές περιόδους χαμηλότερο του πληθωρισμού με αποτέλεσμα την απαξίωση των αποθεματικών των ταμείων. Όσο πιο υψηλός ήταν ο πληθωρισμός τόσο μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες. Ακόμη πιο καταστρεπτική για τα ταμεία ήταν η υποπερίοδος 1970-1993. Προς τα τέλη του 1993 είχαν εξανεμιστεί όχι μόνο τα αποθεματικά, αλλά και οι τρέχουσες εισφορές των ασφαλισμένων, και το ΙΚΑ κατέφευγε σε δανεισμό για να πληρώνει τις συντάξεις.

Από το 1994 αρχίζει η φάση της «ενεργητικής διαχείρισης». Τα ταμεία, δηλαδή, απελευθερώνονται μερικώς και παροτρύνονται να αξιοποιήσουν διάφορες δυνατότητες επένδυσης των αποθεματικών τους σε κρατικά ομόλογα, ακίνητα, μετοχές κλπ. Δυστυχώς, και κατά τη φάση αυτή η απουσία ενός ολοκληρωμένου και διαφανούς συστήματος αξιοποίησης της περιουσίας των ταμείων, με τον ενεργητικό έλεγχο των ασφαλισμένων, επέτρεψε την εμφάνιση νέων μορφών αφαίμαξης των πόρων τους. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν τα ταμεία για να τονώσουν το χρηματιστήριο, οι δε κυβερνήσεις της ΝΔ τα ώθησαν να απορροφήσουν τα υψηλού ρίσκου «σύνθετα ομόλογα» που άρχισε να εκδίδει το ελληνικό κράτος.

Και στις δύο φάσεις –τόσο σε εκείνη της παθητικής όσο και σε αυτή της ενεργητικής διαχείρισης– τα αποθεματικά των ταμείων δεν αξιοποιήθηκαν με βάση τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, αλλά χρησιμοποιήθηκαν με στόχο την ενίσχυση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ή την εξυπηρέτηση διαφόρων προτεραιοτήτων των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι δεν έχει νόημα η αναμόχλευση αυτού του θέματος. Όμως αυτό δεν είναι σωστό αφού το πρόβλημα παραμένει με νέες μορφές. Η ανάγκη για ένα σύστημα ορθολογικής αξιοποίησης της περιουσίας των ταμείων με κριτήριο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων παραμένει, χωρίς να έχει βρει ακόμη ικανοποιητική απάντηση. Άλλοι λένε ότι η ζημιά έγινε αλλά τώρα πια δε μπορεί να αποκατασταθεί. Ούτε αυτό ισχύει. Βεβαίως κάποια ποσά έγιναν αντικείμενο ιδιοτελούς ιδιοποίησης από επιτήδειους, ωστόσο ο κύριος όγκος των αποθεματικών ενσωματώθηκε μέσα στην οικονομία και είναι μέρος του συσσωρευμένου κοινωνικού πλούτου.

διάγραμμα 1

Μπορεί η ζημιά, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, να αποκατασταθεί; Και αν ναι, με ποιο τρόπο; Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο ή ως ένα λογιστικό πρόβλημα, αλλά ως μέρος του ζητήματος της συνολικής χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, με στόχο την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών, αλλά και την αποκατάσταση της αποθεματικής ικανότητας του συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη διπλή ανάγκη προσπαθούν να απαντήσουν και οι προτάσεις που διατύπωσε ο ΣΥΡΙΖΑ στις 18-3-2008. Μεταξύ άλλων προτείνεται:

· η διεύρυνση της φορολογικής βάσης σε μορφές πλούτου και μεγάλων εισοδημάτων που σήμερα απαλλάσσονται από τη φορολογία ή υποφορολογούνται.

· Η δέσμευση μέρους της δημόσιας περιουσίας και των προσόδων αυτής υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης με στόχο την ενίσχυση του αποθεματικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα, αντί της ιδιωτικοποίησης, τμήμα της περιουσίας του Ο.Λ.Π. θα μπορούσε να δεσμευτεί υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να πωληθεί, με αποτέλεσμα το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να απολαμβάνει τις αποδόσεις που του αναλογούν.

· Η διεύρυνση της δυνατότητας εφαρμογής του λεγόμενου Meidner–Plan. Σύμφωνα με αυτό, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις (π.χ. πάνω από 50 εργαζόμενοι) μετοχοποιούν ετησίως ένα μικρό μέρος των κερδών τους και οι μετοχές αυτές διακρατούνται από τα ασφαλιστικά ταμεία. Με τον τρόπο αυτό τα ταμεία αποκτούν μια ιδιοκτησιακή – περιουσιακή βάση διάχυτη σε ολόκληρη οικονομία και αφ’ ετέρου έχουν τα έσοδα από τα μερίσματα.

*Σημείωση: Το σημείωμα βασίστηκε στο ευρύτερο άρθρο-μελέτη του Γιάννη Δραγασάκη (από όπου και ο πίνακας) που δημοσιεύτηκε στις 6/5/2007 στα «Ενθέματα» της Αυγής με τίτλο: «Η αφαίμαξη των ταμείων: το ιστορικό μιας διαχρονικής και καθόλου αθώας απάτης». Μπορεί να αναζητηθεί στην ιστοσελίδα: www.dragasakis.gr

του Γαβριήλ Σακελλαρίδη

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το 2005 προχώρησε σε αναλογιστική μελέτη για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με σκοπό να συνεχίσει και να συμπληρώσει την προηγούμενη μελέτη του Ινστιτούτου (2001). Η τελευταία αναλογιστική μελέτη καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα αφού στο μεσοδιάστημα προέκυψε ο νόμος 3029/02 (νόμος Ρέππα) που δεν μπορεί παρά να αποτελεί σημείο αναφοράς σε κάθε μελέτη για το ασφαλιστικό.

Το βασικό υπόδειγμα

Προτού παρατεθούν τα πολύ σημαντικά συμπεράσματα, είναι χρήσιμο να παρουσιαστεί το πολύ απλό υπόδειγμα του ΙΝΕ για να κατανοηθεί η λογική της όλης μελέτης.

Οι συντάξεις που καταβάλλονται χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τη συμμετοχή του κράτους και τις αποδόσεις των αποθεματικών και των επενδύσεων. Οι τέσσερις αυτές παράμετροι λειτουργούν συμπληρωματικά. Με άλλα λόγια αν μειωθεί η συνεισφορά μίας παραμέτρου, θα πρέπει να αυξηθεί αντίστοιχα κάποια άλλη, ώστε οι συντάξεις να παραμείνουν σταθερές.

Τα αποθεματικά των ταμείων

Η μελέτη του ΙΝΕ εντοπίζει τη βασική πηγή της παθογένειας του ασφαλιστικού στην «σαφώς προβληματική συνεισφορά των αποδόσεων των αποθεματικών και των επενδύσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ». Η αφαίμαξη των αποθεματικών του ΙΚΑ από τη δεκαετία του 1950 έως τις μέρες μας, με σκοπό την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας σε βάρος της κοινωνικής πολιτικής, στέρησε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τεράστιους πόρους που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την οικονομική του βιωσιμότητα χωρίς σημαντικά προβλήματα.

Οι επιπτώσεις της εισφοροδιαφυγής

Η μελέτη προχωρά στον έλεγχο ορισμένων σεναρίων και καταλήγει σε κάποια ουσιώδη συμπεράσματα.

Πρώτα από όλα θέτει το μείζον ζήτημα της εισφοροδιαφυγής. Η πλειονότητα των αναλογιστικών μελετών που είχαν γίνει παλιότερα λάμβανε ως δεδομένη την καθολική εισπραξιμότητα των αποδοχών, κάτι που εμφανώς αντίκειται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, με ηλικία συνταξιοδότησης το 61ο έτος και με μέση ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ στο 3%, το σύστημα επιβιώνει ώς το 2024, ενώ η μείωση της εισπραξιμότητας κατά 20% οδηγεί σε μείωση της επιβίωσής του κατά 7 έτη (2017), η οποία ισχύει ακόμη και αν αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης στα 65 έτη. Επομένως, μια μείωση της εισπραξιμότητας κατά 20% οδηγεί γενικά σε μείωση του χρόνου βιωσιμότητας του ασφαλιστικού κατά 35% περίπου. Συνεπώς, η εισφοροδιαφυγή αποτελεί έναν μείζονος σημασίας παράγοντα που απειλεί τη βιωσιμότητα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και θα έπρεπε να αποτελέσει πρώτιστη προτεραιότητα σε κάθε ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Η απασχόληση ανασφάλιστων εργαζομένων και ταυτόχρονα η μη απόδοση των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία αποτελούν ένα διαρκές σκάνδαλο που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για έναν επιπλέον λόγο: το ρόλο που διαδραματίζει η πολιτεία. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις εθελοτυφλούν συστηματικά, αρνούμενες να ενεργοποιήσουν τις ελεγκτικές υπηρεσίες, ενώ από την άλλη, όχι μόνο δεν απαιτούν τις οφειλές των εργοδοτών, αλλά τις «ρυθμίζουν» με χαριστικές υπουργικές αποφάσεις και νόμους, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την αποθράσυνση και την ασυδοσία (βλ. τις πρόσφατες ρυθμίσεις χρεών της Alpha Bank, αλλά και άλλων τραπεζών).

Η συνεισφορά των μεταναστών

Μια άλλη παγιωμένη αντίληψη που έρχεται να ανατρέψει η μελέτη του ΙΝΕ είναι πως η ένταξη των οικονομικών μεταναστών στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μπορεί να εξασφαλίσει τη «σωτηρία» του ταμείου. Αυτό δεν επαληθεύεται, παρόλο που η ασφάλιση των αλλοδαπών εργαζομένων στο ΙΚΑ εξασφαλίζει μια «ηλικιακή ανάσα». Ο λόγος είναι πως οι μετανάστες εργάζονται λιγότερες μέρες κατά μέσο όρο από ό,τι οι Έλληνες (14,17 έναντι 176,4), ενώ αμείβονται κατά μέσο όρο λιγότερο. Επομένως, ένας ασφαλισμένος οικονομικός μετανάστης δεν επιφέρει ανάλογη αύξηση στα έσοδα του ταμείου με έναν ημεδαπό εργαζόμενο.

Το ύψος των συντάξεων

Η μελέτη καταλήγει σε ένα ακόμα συμπέρασμα: οι συντάξεις του ΙΚΑ είναι τόσο χαμηλές που δεν μπορεί με κανένα τρόπο να λυθεί το ζήτημα της βιωσιμότητας του ταμείου με περαιτέρω μείωση των συντάξεων. Τρεις στους τέσσερις συνταξιούχους (73%) εισπράττουν συντάξεις μικρότερες από 500 ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι μια μείωση των συντάξεων θα οδηγούσε σε επιπρόσθετη αύξηση της φτώχειας. Συνεπώς, ο νόμος Πετραλιά (2008), με τις μειώσεις που επιφέρει στις επικουρικές συντάξεις, κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις συστάσεις της αναλογιστικής μελέτης του ΙΝΕ. Κάτι τέτοιο ισχύει και για το νόμο Ρέππα (2002), σύμφωνα με τον οποίο αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων από 1/1/2008, οδηγώντας σε μείωση τους.

Η αύξηση των ορίων ηλικίας

Ένα ακόμη ενδιαφέρον συμπέρασμα της μελέτης αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων μιας αύξησης της μέσης ηλικίας συνταξιοδότησης (συνταγή που αποτελεί τον κανόνα σε κάθε νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού). Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής είναι περιορισμένο, αφού για κάθε αύξηση του μέσου πραγματικού ορίου συνταξιοδότησης κατά έναν χρόνο, η βιωσιμότητα του συστήματος επεκτείνεται κατά μερικούς μήνες. Το κόστος αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης είναι πολύ μεγαλύτερο από το όφελος για τη βιωσιμότητα του συστήματος.

Οι επιπλέον πόροι

Τέλος, η μελέτη εξετάζοντας το περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά την ψήφιση του νόμου Ρέππα καταλήγει στο συμπέρασμα πως για να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έως το 2032 (που είναι και ο διακηρυγμένος στόχος του νόμου), το κράτος θα πρέπει να το χρηματοδοτεί όχι με 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, αλλά με 2,4%, ξεκινώντας από το 2005.

Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι οικονομολόγος, συνεργάτης του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»