04. Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο α΄


Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο

Με τον ήλιο το βάζω, με τον ήλιο το βγάζω, τι έχει το έρμο και ψοφάει;
Ράνια Κλουτσινιώτη, αρχιτέκτων-πολεοδόμος, επικεφαλής της ομάδας που εκπόνησε τη Μελέτη του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και εκπρόσωπος του ΤΕΕ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας

Είπαν για το Εθνικό Χωροταξικό

Advertisements

Αισίως η Ελλάδα, χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και 60 περίπου έτη μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφτασε στο 2008 χωρίς να διαθέτει ακόμα Εθνικό Κτηματολόγιο και Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο (ΕΧΣ). Όχι τυχαία ασφαλώς, μιας και στη χώρα μας, επικράτησε το αίτημα για μια ταχύρυθμη ανάπτυξη, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στην εντατική και ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του χώρου. Κατά διαστήματα υπήρξαν βέβαια κάποιες πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές δυνάμεις που προσπάθησαν να προωθήσουν μιαν άλλη αντίληψη περί διαχείρισης του χώρου, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Το αποτέλεσμα αυτής της άνισης μάχης ήταν «ένα βήμα μπρος, δύο πίσω»: θεσμικές ρυθμίσεις και προτάσεις πολεοδομικού και χωροταξικού χαρακτήρα, ενίοτε ιδιαίτερα προωθητικές, οι οποίες όμως προσέκρουαν συχνά στην πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών και έμεναν ανολοκλήρωτες, αν όχι ανεφάρμοστες.

Τι είναι όμως ένα ΕΧΣ; Με δυο λόγια, ένα στρατηγικό σχέδιο που δίνει τις βασικές κατευθύνσεις για τη χωρική ανάπτυξη της χώρας. Ειδικότερα, ο Ν.2742/1999 περιλαμβάνει στους στόχους του χωροταξικού σχεδιασμού την προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, την προβολή και ανάδειξη των συγκριτικών (γεωγραφικών, φυσικών κ.ά.) πλεονεκτημάτων της χώρας, την ενίσχυση της διαρκούς (αειφόρου) και ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης, την ανταγωνιστική παρουσία της χώρας στον ευρύτερο (ευρωπαϊκό, μεσογειακό κ.ά.) περίγυρο της, τη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής του εθνικού χώρου και, ιδίως, στις περιοχές που παρουσιάζουν προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης, έντονων κοινωνικών διαφοροποιήσεων και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, καθώς και στις περιφερειακές και απομονωμένες περιοχές.

Ως μέσα του χωροταξικού σχεδιασμού ορίζονται: 1) το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, που καθορίζει τις βασικές κατευθύνσεις για τη χωρική διάρθρωση των στρατηγικής σημασίας υποδομών και μεταφορών, των κόμβων διευρωπαϊκής ακτινοβολίας, των παραγωγικών τομέων, το ρόλο των μητροπολιτικών και λοιπών αστικών κέντρων και τη σχέση τους με την ενδοχώρα, τη διατήρηση της ποικιλομορφίας της υπαίθρου, τη συνετή διαχείριση των φυσικών πόρων, τη διατήρηση, ανάδειξη και προστασία της εθνικής φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, κ.ά. Το Γενικό Πλαίσιο αναθεωρείται ανά πενταετία, εφόσον από την αξιολόγηση που υποχρεωτικά διενεργείται καθ’ όλη την ενδιάμεση περίοδο, «προκύπτει τεκμηριωμένη προς τούτο ανάγκη» 2) τα Ειδικά Πλαίσια, με τα οποία εξειδικεύονται ή και συμπληρώνονται οι κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου και 3) τα Περιφερειακά Πλαίσια, που καταρτίζονται για κάθε περιφέρεια της χώρας.

Ακούγεται ότι σύντομα πρόκειται να κατατεθεί στη Βουλή προς κύρωση το Γενικό Πλαίσιο. Πριν απ’ αυτό, όμως, απαιτείται η γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και η έγκριση της Επιτροπής της Βουλής. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα και τα παράξενα: ήδη οι καθ’ ύλην αρμόδιοι φορείς (ΤΕΕ, ΣΕΠΟΧ, ΣΑΔΑΣ), που χρόνια παλεύουν για τη δημιουργία ενός εθνικού χωροταξικού, έχουν καταψηφίσει στο Εθνικό Συμβούλιο το Σχέδιο του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ όλα τα μέλη του Συμβουλίου, φορείς και κοινωνικοί εταίροι, κάνουν λόγο για ανυπαρξία ουσιαστικού διαλόγου και για αυταρχική συμπεριφορά εκ μέρους του υπουργείου, το οποίο υιοθέτησε μόνο δευτερεύουσες προτάσεις που έγιναν από τη μεριά τους, αλλά καμία βασική. Η πίεση προς την κυβέρνηση εντείνεται: να το αποσύρει και να δοθεί χρόνος για να γίνει η απαιτούμενη διαβούλευση, που θα οδηγήσει σε συγκερασμό των διισταμένων απόψεων. Για να υπάρξει ένα χωροταξικό με όραμα, δεσμεύσεις και χρονοδιαγράμματα και όχι ένα χωροταξικό που θα νομιμοποιεί απλώς και θα διαιωνίζει την υπάρχουσα κατάσταση.

Θέλοντας να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο για θέματα χωροταξίας που, επιτέλους, άνοιξε με αφορμή το ΕΧΣ, κάνουμε ένα διπλό αφιέρωμα. Στο Α΄ Μέρος ζητήσαμε από μία εκ των μελετητών να μας παρουσιάσει τις βασικές διαφορές ανάμεσα στην αρχική Μελέτη του Γενικού Πλαισίου και το προωθούμενο από το υπουργείο Σχέδιο Κοινής Υπουργική Απόφασης (ΚΥΑ), καθώς και συνοπτικά πως φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Παραθέτουμε, επίσης, αποσπάσματα από την κριτική άλλων εμπλεκόμενων φορέων. Το Β΄ Μέρος θα εστιάσει σε τέσσερα επιμέρους ζητήματα: την πολιτική αποκέντρωση, τη χωρική οργάνωση των νησιών, την εκτός σχεδίου δόμηση και, τέλος, τη διατήρηση και ανάδειξη του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

της Ράνιας Κλουτσινιώτη

Το πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία

Η Μελέτη του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού εκπονήθηκε (2) από διεπιστημονική ομάδα 30 ατόμων και ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2007. Έκτοτε έχει παρέλθει ένας χρόνος και έχει χυθεί αρκετή μελάνη. Σημειώνω μόνον ότι η προηγούμενη σχετική μελέτη είχε ανατεθεί στο Γραφείο Δοξιάδη και η Τελική Έκθεσή της ολοκληρώθηκε και υπεβλήθη το 1976, δηλαδή τριάντα χρόνια πριν. Θα επιχειρήσω να περιγράψω συνοπτικά το γενικότερο πλαίσιο, στη χρονική συγκυρία της τελευταίας δεκαετίας, με βάση το οποίο εκπονήθηκε αφ’ ενός η Μελέτη και αφ’ ετέρου το Σχέδιο Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ).

Στο Πότσνταμ, το 1999, υπογράφεται το κείμενο και οι συνοδευτικοί χάρτες του Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου από τους Υπουργούς Περιβάλλοντος των 15 χωρών-μελών και τον ίδιο χρόνο ψηφίζεται από την Βουλή των Ελλήνων ο Ν.2742/99 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη… κλπ», ο οποίος προβλέπει την εκπόνηση και τη θεσμοθέτηση του Γενικού, των Ειδικών και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων. Ακολούθησε η εκπόνηση των 12 Χωροταξικών Περιφερειακών Πλαισίων, τα κύρια συμπεράσματα των οποίων, με αποφάσεις των αντίστοιχων Περιφερειακών Συμβουλίων, θεσμοθετήθηκαν με ΦΕΚ το 2003. Για την Αττική δεν εκπονήθηκε ούτε θεσμοθετήθηκε μελέτη, προφανώς για να μην αναφανούν προβλήματα σχετικά με τις αυθαίρετες χωροθετήσεις των σημαντικών Ολυμπιακών εγκαταστάσεων.

Συγχρόνως, με βάση τα συμπεράσματα των Περιφερειακών Σχεδίων, επιχειρήθηκε να συγκροτηθεί μια ad hoc πρόταση για το Γενικό Χωροταξικό Πλαίσιο, από μελετητική ομάδα αποτελούμενη κυρίως από πανεπιστημιακούς. Διατυπώθηκε ένα γενικόλογο πόρισμα αρχών υπό μορφή Σχεδίου ΚΥΑ και προωθήθηκε το 2003 για διαβούλευση στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας, όπου και ψηφίστηκε σχεδόν ομόφωνα, με το σκεπτικό ότι διέθετε συνεκτικότητα ως προς τις προθέσεις και ότι η περαιτέρω εξειδίκευσή του θα δρούσε ευεργετικά για τον τόπο. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του, δεν μάθαμε ποτέ εάν κατετέθη στην προβλεπόμενη από τον νόμο Κυβερνητική Επιτροπή.

Το 2006, τρία χρόνια αργότερα, άρχισε η παρούσα προσπάθεια, με την οποία δεν ήταν πολιτικά δυνατόν να επαναληφθεί το ad hoc εγχείρημα του παρελθόντος και άρα προκηρύχτηκε και ανετέθη Μελέτη. Αξίζει να τονιστεί ότι κατά την προγραμματική περίοδο του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, την οποία διαχειρίστηκαν εξ ίσου οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της ΝΔ, εξελίσσεται στη χώρα μια Επιχείρηση Χωροταξική Ανασυγκρότηση, η οποία θα συνεχιστεί και θα χρηματοδοτείται και από το Δ΄ ΚΠΣ, ανάλογης εμβέλειας και βαρύτητας με αυτήν του Αντώνη Τρίτση την περίοδο 1983-85, την Επιχείρηση Πολεοδομική Ανασυγκρότηση. Σήμερα, πέρα από το Γενικό και τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια, χρηματοδοτείται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιβάλλον η εκπόνηση των εξής μελετών: Ρυθμιστικά Σχέδια για επιλεγμένα αστικά κέντρα, Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ), Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης των Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) – ένα πρόγραμμα δηλαδή που θα επιχειρήσει να καλύψει το σύνολο του ελληνικού χώρου. Όμως, για τα κατώτερα –πλην όμως κρίσιμα, λόγω του ότι οι προτάσεις τους τυγχάνουν και άμεσων εφαρμογών– επίπεδα σχεδιασμού, δηλαδή τα ΓΠΣ και τα ΣΧΟΟΑΠ, δεν έχει προβλεφθεί κανενός είδους κεντρικός συντονισμός, με αποτέλεσμα η Επιχείρηση να έχει υποβαθμιστεί σε απλή χρηματοδότηση των δήμων, ενώ οι μελέτες σε όμορες χωρικά περιοχές δεν διαθέτουν τις περισσότερες φορές συγγενείς προτάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος.

Όμως, από το 1985, με τις γενναίες χρηματοδοτήσεις του Μεσογειακού Ολοκληρωμένου Προγράμματος και των τριών ΚΠΣ, χωροταξία ασκείται καθημερινά, με πόρους να κατευθύνονται προς συγκεκριμένα δημόσια έργα και χωρικούς προορισμούς, δίχως να υπάρχει Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο, ούτε οι ανάλογες θεσμικές ρυθμίσεις. Προφανώς, αφ’ ενός η πραγματοποίηση των έργων και αφ’ ετέρου η παρουσία τους στους συγκεκριμένους χώρους δημιουργούν σοβαρές επιπτώσεις, οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως εκτιμηθεί, ως όφειλε. Για παράδειγμα, οποιαδήποτε μετέπειτα προσπάθεια προγραμματισμού και σχεδιασμού του ελληνικού χώρου είναι φανερό ότι δεν μπορεί να προσπεράσει τις αναπτυξιακές, περιβαλλοντικές και χωρικές επιπτώσεις από:

  • το γεγονός της υπέρβασης (κατάργησης) του φυσικού φραγμού της Πίνδου, όπου δημιουργήθηκαν μεγάλες οδικές σήραγγες,
  • τη μη πρόβλεψη σιδηροδρομικής σύνδεσης στη γέφυρα Ρίο–Αντίρριο, ή ακόμη και
  • το ότι τελικώς δεν κατέστη δυνατή η ανατροπή του ελληνικού μοντέλου της «κεντροφιλίας», παρόλο που επιχειρήθηκε, με τη χρήση διάφορων και επίμονης διάρκειας μέσων.

Η Μελέτη του Εθνικού Χωροταξικού Πλαισίου και η προωθούμενη ΚΥΑ

Τι συνέβη λοιπόν και δημιουργήθηκε τέτοια αντίθεση και τέτοιας έκτασης αμφιβολίες για την ποιότητα του προωθούμενου στην Κυβερνητική Επιτροπή και μετά στη Βουλή Σχέδιο ΚΥΑ; Για να γίνω κατανοητή και να τεκμηριώσω περαιτέρω την άποψή μου, θα παραθέσω μερικά παραδείγματα.

Η διαδικασία διαβούλευσης στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας

Αυτονόητα όλοι οι φορείς οι οποίοι συμμετέχουν με εκπροσώπους στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας θεωρούν θετική την κίνηση της διαδικασίας για τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, το οποίο από τη φύση του αφορά στις δραστηριότητες όλων ανεξαιρέτως των υπουργείων. Αυτονόητα, επίσης, οι παντός τύπου μελετητές θεωρούν θεμιτή τη διαφοροποίηση ανάμεσα στις χωρικές και πολεοδομικές ρυθμίσεις που προωθεί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία και σε αυτές που απορρέουν από τις προτάσεις των επιστημονικών μελετών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι τυχόν διαφοροποιήσεις θα είναι τεκμηριωμένες και θα αποτελούν προϊόντα πολιτικής ή συμπληρωματικής επιστημονικής προσέγγισης. Αναθέτουμε μελέτες προκειμένου να αξιοποιήσουμε τα συμπεράσματά τους. Αλλιώς, ποιο το νόημα;

Επειδή όμως στην προκείμενη περίπτωση, με ευθύνη των πολιτικών προϊσταμένων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., σε καμία φάση δεν υπήρξε θεσμική συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία και φορείς, ούτε και είχε προηγηθεί δημόσιος διάλογος και διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, εύλογο είναι να δημιουργούνται ερωτηματικά για τα αίτια τέτοιας έκτασης διαφοροποιήσεων ανάμεσα στη Μελέτη και το Σχέδιο ΚΥΑ. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς πως το συγκεκριμένο Σχέδιο, μετά τη διαβούλευση στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας, όπου υποτίθεται ότι θα αποκτούσε χαρακτηριστικά μιας προγραμματικής πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συμφωνίας, καταψηφίστηκε όχι μόνον από τους μισούς συμμετέχοντες φορείς, αλλά και από τους τρεις καθ’ ύλην αρμόδιους, δηλαδή το ΤΕΕ, τον ΣΑΔΑΣ και τον ΣΕΠΟΧ, τότε κάτι τρέχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Είναι δυνατόν οι φορείς που χρόνια τώρα παλεύουν για τη χωροταξία να μην προσυπογράφουν ένα υποτίθεται προωθημένο σχέδιο ΚΥΑ, ενώ έχουν προσυπογράψει ένα κείμενο γενικών αρχών εδώ και τέσσερα χρόνια;

Η διοικητική ανασυγκρότηση της χώρας

Μία από τις έξι –όλες και όλες– επιταγές του άρθρου 6 του Νόμου, το οποίο προσδιορίζει το περιεχόμενο του Γενικού Πλαισίου, αναφέρεται στην αναγκαιότητα για «γεωγραφική ανασυγκρότηση της χώρας, με σκοπό τη δημιουργία βιώσιμων διοικητικών και αναπτυξιακών ενοτήτων σε διαπεριφερειακό επίπεδο».

Στην Ελλάδα εξακολουθούν να υφίστανται έντονα τα γνωστά διαρθρωτικά προβλήματα και οι ανεπάρκειες της περιφερειακής ανάπτυξης, η υπέρβαση των οποίων δεν μπορεί να είναι παρά προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης και της ενίσχυσης των θεσμών της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης –με πρώτο βήμα τη δημιουργία ισχυρών και δημογραφικά εύρωστων περιφερειών, καθώς και αιρετών περιφερειακών δομών– έναντι του κρατικού συγκεντρωτισμού.

Από την Μελέτη, με αξιολόγηση των οικονομικών, δημογραφικών και κοινωνικών δεικτών της χώρας, προέκυψε ότι η θέση της Αθήνας –και δευτερευόντως της Θεσσαλονίκης– συνεχίζει να ενισχύεται και να ισχυροποιείται και ότι οι εξελίξεις μπορεί να αντιστραφούν μόνον στην περίπτωση που θα αποκτήσουν οι περιφέρειες της χώρας μας δημογραφική και οικονομική ευρωστία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν δεκατρείς περιφέρειες, όπως πιστεύεται, αλλά μία και μόνη με κέντρο την Αθήνα, όπου και λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις από την μοναδική αιρετή κεντρική κυβέρνηση. Αυτή αποφασίζει από την πολιτική για την παιδεία έως… αν θα επισκευαστεί ο μώλος σε ένα νησί. Στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου οι περιφέρειες έχουν όραμα και παράγουν πολιτική. Στη χώρα μας περιφερειάρχης είναι συνήθως κάποιος υποψήφιος βουλευτής του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος ο οποίος δεν εξελέγη στις τελευταίες εκλογές.

Στο Σχέδιο ΚΥΑ που κατατέθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο, και στη συνέχεια στην Κυβερνητική Επιτροπή, δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες προτάσεις, έστω διαφοροποιημένες από πλευράς Υπουργείου σε σχέση με αυτές της Μελέτης, οι οποίες, εάν υπήρχαν, θα συνεπάγονταν διαφορετική διοικητική δομή και άλλου τύπου οργάνωση των δικτύων της χώρας: οικιστικού δικτύου, μεταφορικών και ενεργειακών υποδομών, ανάδειξης και διαχείρισης του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος κατά ενότητες, κλπ. Στο Σχέδιο ΚΥΑ οι σχετικές ρυθμίσεις μεταφέρονται στις ελληνικές καλένδες, ώστε ο χώρος –νοούμενος ταυτόχρονα ως φυσικό και πολιτιστικό αγαθό– να εξακολουθήσει να παραμένει φέουδο των εκάστοτε κυβερνήσεων. Δυστυχώς, είμαι υποχρεωμένη να επισημάνω ότι η αναγκαιότητα πολιτικής αποκέντρωσης φάνηκε, με τον πιο έντονο τρόπο, με τις πυρκαγιές του καλοκαιριού και την παντελή οργανωτική αδυναμία των υφιστάμενων διοικητικών δομών, η οποία και αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο.

Η έλλειψη νησιωτικής πολιτικής [ χάρτης 7 (Μελέτη) και 5 (ΚΥΑ): χωρική ολοκλήρωση – πόλοι και άξονες ανάπτυξης ]

Στο άρθρο 6 αναφέρεται, επίσης, ότι στο Γενικό Πλαίσιο καθορίζονται οι βασικές κατευθύνσεις για «τη χωρική οργάνωση και ανάπτυξη του νησιωτικού και άλλων κρίσιμων περιοχών του εθνικού χώρου».

Όμως, στο Σχέδιο ΚΥΑ η Ελλάδα δεν αναγνωρίζεται ως νησιωτική χώρα. Οι προβλεπόμενοι χερσαίοι άξονες ανάπτυξης είναι πυκνοί, αλλά οι νησιωτικοί ανύπαρκτοι. Δεν διατυπώνονται προτάσεις για την ανασυγκρότηση του Αιγαίου, αλλά ούτε και των Ιονίων Νήσων, σε συσχετισμό με την υποστήριξη πολυπολικού οικιστικού πλέγματος, αναγκαίου για την υπέρβαση της μονόπλευρης εξάρτησης των νησιών από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Η Μελέτη πρότεινε συγκεκριμένα μέτρα για τη συνεργασία των αστικών κέντρων των νησιών (Ηράκλειο, Ερμούπολη, Ρόδο, Μυτιλήνη, κλπ) και τη δημιουργία ενός πλέγματος αξόνων –με θαλάσσιους και αεροπορικούς διαδρόμους μεταξύ τους, που δεν θα επικεντρώνεται κατ’ ανάγκην προς τους δύο αστικούς πόλους. Η ανάπτυξη συγκοινωνιακών διαδρόμων σε τοπικού χαρακτήρα διαδρομές δεν εμπίπτουν στις απαγορεύσεις περί ανταγωνισμού της ΕΕ και επομένως δύνανται να επιδοτούνται από αυτήν, για τη συγκράτηση και την περαιτέρω τόνωση του μόνιμου πληθυσμού στα νησιά και την εκεί εγκατάσταση ορισμένου τύπου επιχειρήσεων, που σήμερα είναι δυνατή λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και της τηλεματικής.

Η εκτός σχεδίου δόμηση και το οικιστικό δίκτυο. Η συμπαγής πόλη

Κατ’ αναλογία, και με δεδομένη την κατάσταση στο χώρο από την εκτός σχεδίου δόμηση και την ανεξέλεγκτη επέκταση των αστικών κέντρων, συνήθως με αυθαίρετη δόμηση (εις βάρος του τόπου, των παραγωγικών δραστηριοτήτων και του περιβάλλοντος), στο Γενικό Πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνονται χωρικές πολιτικές και συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία πρόκειται να ληφθούν με σφικτό χρονοδιάγραμμα, για την προστασία του αστικού τοπίου και των τοπίων της υπαίθρου από την συνεχιζόμενη με έντονους ρυθμούς καταστροφική οικιστική ανάπτυξη. Καλύπτεται, άραγε, τέτοιος στόχος με μια απλή αναφορά στην αναγκαιότητα, γενικά και αόριστα, της αντιμετώπισης της αυθαίρετης δόμησης, καθώς και της σταδιακής κατάργησης της εκτός σχεδίου δόμησης και της οργάνωσης των σχετικών δραστηριοτήτων (πρώτης και δεύτερης κατοικίας, βιομηχανίας, τουρισμού, κλπ) σε πολεοδομημένους υποδοχείς; Τι περιμένουμε; Να κτιστεί και να καλυφθεί από τσιμέντο το σύμπαν…;

Πολιτιστικό και φυσικό απόθεμα. Έρευνα και τεχνολογία [ χάρτες 12 (Μελέτη) και 10.3 (Μελέτη): ενότητες φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος / ισότητα πρόσβασης στη γνώση ]

Αναμφίβολα, τον ένα από τους δύο τομείς συγκριτικών πλεονεκτημάτων, στον οποίο θα πρέπει να οικοδομηθεί η ανάπτυξη της χώρας, αποτελεί η ενίσχυση της «έρευνας-τεχνολογίας-καινοτομίας» και ειδικά η ανάπτυξη των δικτύων πληροφοριών και επικοινωνιών, με περαιτέρω προώθηση της τεχνογνωσίας και της ερευνητικής υποδομής, αλλά και η προώθηση των δυνατοτήτων για απόκτηση συγκριτικού πλεονεκτήματος στις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης. Τον δεύτερο τομέα –και ίσως τον σημαντικότερο– αποτελεί η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων για συνδυασμένη ανάδειξη του ποικιλόμορφου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, με την οργάνωση δικτύων ολοκληρωμένων και πολλαπλών παρελθόντων, που θα ενσωματώνει αφ’ ενός τη σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και αφ’ ετέρου την προβολή τους ως διεθνών εστιών πολιτιστικής παραγωγής.

Προκειμένου να επιτευχθούν τέτοιοι στόχοι δεν απαιτούνται μόνο χρηματικοί πόροι, αλλά και υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, που να διαθέτει παιδεία, γνώσεις και ικανότητα διαχείρισης των κινδύνων και αξιοποίησης των ευκαιριών. Η χώρα οφείλει να παρέχει ευκαιρίες στην κοινωνία των πολιτών για τη δημιουργία ισχυρών και αποτελεσματικών μηχανισμών για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος –στον χερσαίο και στον θαλάσσιο χώρο–, ώστε η περαιτέρω ανάπτυξή της να μην αντιστρατεύεται το κύριο συγκριτικό της πλεονέκτημα.

Αντ’ αυτών, από το τελευταίο Σχέδιο της ΚΥΑ, όπως κατατέθηκε στη Βουλή, αφαιρέθηκαν οι αναφορές στην πολιτιστική κληρονομιά και τα μνημεία, ενώ οι σχετικές με το θέμα αναφορές, που υπήρχαν στη Μελέτη, για την ορθολογική οργάνωση των πανεπιστημιακών σχολών και ερευνητικών ιδρυμάτων είχαν αφαιρεθεί από την αρχή.

Συμπέρασμα: Η προσπάθεια δεν πρέπει να ακυρωθεί

Όσο προχωρούν οι διαδικασίες διαλόγου, το Σχέδιο ΚΥΑ αντί να εμπλουτίζεται απονευρώνεται συνεχώς. Σιγά σιγά αφαιρείται ό,τι αναφέρεται σε αρμοδιότητες άλλων υπουργείων, ώστε να κυρωθεί ένα Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού που θα περιέχει τις λιγότερες δυνατές ρυθμίσεις και που θα έχει τις μικρότερες αντιδράσεις.

Προσωπικά, η γενική μου άποψη, ως μελετήτρια και ως εκπρόσωπος του ΤΕΕ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας, είναι ότι το Σχέδιο ΚΥΑ πρέπει να αναμορφωθεί, να συμπληρωθεί και να εμπλουτιστεί κατάλληλα και στη συνέχεια να κυρωθεί από τη Βουλή. Το «νέο» Γενικό Πλαίσιο, που θα διαμορφωθεί, οφείλει να απαντά στις επιταγές του Νόμου. Είναι τώρα η στιγμή να παραμεριστούν οι μικρότητες και να κληθούν οι ηγεσίες όλων των υπουργείων να συμβάλουν στην κοινή προοπτική για τα θέματα των αρμοδιοτήτων τους, όταν αυτά επικαλύπτονται. Η χώρα επιβάλλεται να αποκτήσει θεσμοθετημένο χωροταξικό σχέδιο –επικεντρωμένο στην προστασία του περιβάλλοντος και του χώρου–, έστω και εάν είναι ατελές.

(1) Το κείμενο βασίστηκε σε ομιλία της γράφουσας στην εκδήλωση που οργάνωσε η Καθημερινή και ο Σκάι στις 5 Μαΐου με θέμα το Εθνικό Χωροταξικό. Ο τίτλος αποτελεί παράφραση σε σχόλιο που έκανε ο Δημήτρης Παξινός, πρόεδρος ΔΣΑ.

(2) Η Μελέτη ανατέθηκε στα γραφεία μελετών «Θύμιος Παπαγιάννης και συνεργάτες – ΑΕΜ», Ουρανία Κλουτσινιώτη, Αριστείδης Ρωμανός, «ΟΜΙΚΡΟΝ ΕΠΕ» και Σπύρος Παπαγρηγορίου, από όπου και οι χάρτες.

Η Ράνια Κλουτσινιώτη είναι μελετήτρια, από τους επικεφαλής της ομάδας που εκπόνησε τη Μελέτη του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και εκπρόσωπος του ΤΕΕ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας

Αναγκαστικά εδώ παρατίθενται αποσπασματικά μόνο προτάσεις από τα πολυσέλιδα κριτικά υπομνήματα των φορέων. Αναζητήσετε τα ίδια τα υπομνήματα ή συναφή δελτία τύπου στις ιστοσελίδες των φορέων.

Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ)

«Επισηµαίνεται θέµα ελλιπούς συντονισµού και συνεργασιών µε υπηρεσίες και πολιτικές ηγεσίες άλλων υπουργείων. Ο Νόµος ρητά ορίζει: ότι το Γενικό και τα Ειδικά Πλαίσια: “καταρτίζονται από το ΥΠΕΧΩ∆Ε σε συνεργασία µε τα άλλα αρµόδια Υπουργεία και οργανισµούς του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα”…»

«Στην εκδήλωση του ΣΕΠΟΧ η προσέλευση ήταν μεγάλη. Παρέστησαν βουλευτές της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος και εκπρόσωποι φορέων-μελών του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και άλλων συλλογικών φορέων… Εκπρόσωποι του ΥΠΕΧΩ∆Ε δεν προσήλθαν παρόλο που είχαν προσκληθεί…»

«…επιδίωξη [είναι το ΕΧΣ] να έρθει στη Βουλή ως νομοσχέδιο για να μπορούν να γίνουν τροποποιήσεις, κατά τους βουλευτές. Τα Ειδικά Πλαίσια να μην προωθηθούν ως ΚΥΑ αλλά ως Ν/Σ ή Π.∆., για δυνατότητα ελέγχου…»

«Εκφράστηκε η συμφωνία επί της αρχής με την αναγκαιότητα προώθησης του Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένων βελτιώσεων…»

«…επισημάνθηκε η γενικότητα και η ασάφεια επιμέρους διατάξεων, καθώς και η έλλειψη συγκεκριμένων χρονικών χρονοδιαγραμμάτων για την εφαρμογή των βασικών στόχων και επιδιώξεων του σχεδίου…»

«…επισημάνθηκε ο υπερτονισμός του στόχου της ανταγωνιστικότητας έναντι των στόχων της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής…»

«…σύγχυση µεταξύ συγκοινωνιακών και αναπτυξιακών αξόνων…»

«…ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη του Δυτικού διαμερίσματος της χώρας (Ιονία οδός, δυτικός σιδηροδρομικός άξονας, άξονας φυσικού αερίου, αδριατικός διάδρομος), στην εξασφάλιση επαρκούς πρόσβασης των νησιωτικών περιοχών στις υποδομές και υπηρεσίες και στην απεξάρτησή τους από την κηδεμονία της Αθήνας…»

«…Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να ληφθεί για την πολιτική χρήσεων γης, με έμφαση στον περιορισμό, με στόχο την κατάργηση, της εκτός σχεδίου δόμησης…»

[Από το υπόμνημα που κατέθεσε επί του Σχεδίου ΚΥΑ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας (30.11.2007) και την ανακοίνωση μετά την ανοιχτή συζήτηση που πραγματοποίησε στις 21.11.2007 για το Εθνικό Χωροταξικό]

Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ)

«Η Δ.Ε. του ΤΕΕ αποδέχτηκε καταρχήν προώθηση της ΚΥΑ για το Γενικό Πλαίσιο…[στηριζόμενη] στην αντίληψη ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός συγκροτεί συνεχή διαδικασία –έναντι σχεδίων κειμένων– και είναι δυνατόν να παραλαμβάνει συνεχείς βελτιώσεις.»

«…είναι ένα κείμενο γενικόλογο, εξαιρετικά απονευρωμένο, ασαφές και αποσπασματικό… οι βελτιώσεις θα έπρεπε να είναι συγκεκριμένες… σύμφωνα με τις απόψεις που κατατέθηκαν από όλους τους κοινωνικούς εταίρους, ώστε να διασφαλίζεται μια καταρχήν συναίνεση.»

«…όλο το κείμενο διαπνέεται από τη Στρατηγική της Λισσαβόνας προτάσσοντας σε πολλά άρθρα την έννοια “ανταγωνιστικότητα” έναντι της έννοιας “χωρική συνοχή”»

«…αγνοεί τα οικιστικά κέντρα του νησιωτικού χώρου…»

«το θέμα της προστασία του περιβάλλοντος, είτε είναι φυσικό και πολιτιστικό, είτε είναι δομημένο, δεν αναδεικνύεται καθόλου (διαχείριση υδάτινων πόρων, διαχείριση απορριμμάτων, πολιτική τοπίου, κλπ)…»

«[πρέπει να επιδιωχθεί] λειτουργική ενσωμάτωση της Ελλάδας στον περιβάλλοντα χώρο της, της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, και όχι μονοσήμαντα σε αυτήν του χώρου της ΕΕ…»

«Στην ΚΥΑ θα πρέπει τουλάχιστον να περιληφθεί η πρόταση για την άμεση ανάγκη πολιτικής αποκέντρωσης, με τη δημιουργία μικρότερου αριθμού αιρετών οργάνων και ισχυρών περιφερειακών δομών, ώστε να σταματήσει να λειτουργεί η χώρα ως μία και μόνη περιφέρεια με κέντρο την Αθήνα και παράρτημα τη Θεσσαλονίκη»

[Από το υπόμνημα στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας (15.11.07) και την απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής για το Σχέδιο ΚΥΑ (11.12.2007)]

Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ)

«…παρά τις αναφορές σε στόχους όπως οικονομική και κοινωνική συνοχή, βιώσιμη ανάπτυξη και ισόρροπη χωρική ανάπτυξη, δεν διαμορφώνει την αναγκαία ολοκληρωμένη συνεκτική προσέγγιση που να υποστηρίζει λύσεις συμβατές με πραγματικές αναπτυξιακές τάσεις και ανάγκες του ελλαδικού χώρου, σε αντιστοιχία με τις αρχές-στόχους: ισορροπία, προστασία, ανάπτυξη. Αντί αυτών το σχέδιο επικεντρώνεται και καθαγιάζει την ‘ανάπτυξη’ που μέχρι τώρα υπηρετεί η χώρα, παραγκωνίζοντας τους δύο άλλους στόχους…»

«…είναι σαφής η προτίμηση στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού συστήματος σε σχέση με την ελλιπέστατη έως ανύπαρκτη προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος…»

«…είναι σαφής η επιδίωξη για μεγαλύτερη ενίσχυση-συγκέντρωση της ανάπτυξης στα δύο μητροπολιτικά κέντρα και σε συνέχεια στην ενίσχυση των ‘λοιπών εθνικών πόλων’…»

«…το πρόβλημα των κλιματικών αλλαγών θα έπρεπε να είναι κυρίαρχο και πρώτο σε αναφορά στο παρόν σχέδιο… αντ’ αυτού στο πρόβλημα γίνονται μόνο γενικές αναφορές…»

[Από το υπόμνημα που κατέθεσε επί του Σχεδίου ΚΥΑ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας (5.12.2007)]

Περιβαλλοντικές οργανώσεις

«…ο σκοπός και οι στόχοι του ΓΠΧΣΑΑ, ειδικότερα η διαμόρφωση “ενός χωρικού προτύπου ανάπτυξης” για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, την προστασία και ανάδειξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, δεν μπορεί παρά να τυγχάνουν θετικής αποδοχής.»

«…δεν είναι πάντα ευκρινής (γίνονται μόνο ασαφείς και κυρίως περιγραφικές αναφορές) η δέσμευση για ουσιαστική εναρμόνιση με διεθνείς και κοινοτικές υποχρεώσεις (Οδηγία για τη Διαχείριση του Παράκτιου Χώρου, Οδηγία για το Νερό, κλπ)…»

«…κραυγαλέα έλλειψη αποτελεί ο ανούσιος και ασαφής χειρισμός του ζητήματος της προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων! Δεν αντιμετωπίζονται ούτε ως παραγωγικός τομέας ούτε ως βασική χρήση γης.»

«…Δεν αναλύονται επαρκώς τα εξής κορυφαίας σημασίας ζητήματα: διαχείριση ακτών, διαχείριση υδατικών και εδαφικών πόρων και αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων (ερημοποίηση, λειψυδρία, ρύπανση υδάτων, κλπ), διαχείριση αποβλήτων, οικονομικά εργαλεία (π.χ. τιμολόγηση της χρήσης των φυσικών πόρων, κατάργηση στρεβλών επιδοτήσεων), θεσμικά ζητήματα σχετικά με τη διαχείριση των φυσικών πόρων και τις συμμετοχικές διαδικασίες σχεδιασμού.»

[Από τις κοινές θέσεις δέκα περιβαλλοντικών οργανώσεων επί του Σχεδίου ΚΥΑ (3.12.2007): Αρκτούρος, ΑΡΧΕΛΩΝ-Σύλλογος Προστασίας της Θαλάσσιας Χελώνας, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Καλλιστώ, Μεσόγειος SOS, MΟm-Εταιρεία Μελέτης και Προστασίας της Μεσογειακής Φώκιας, Greenpeace, WWF Ελλάς]